Έφερε η Λυμπιώ στην ελληνική επαρχία τον αγαπημένο της, αλλά εκείνος της έθεσε έναν ιδιαίτερο όρο…

Η Ειρήνη έφερε τον υποψήφιο γαμπρό στο χωριό, με μια μικρή αλλά σημαντική απαίτηση…
Ο μικρός Ανδρέας είδε το λεωφορείο να πλησιάζει σκιρτώντας στη σκόνη του χωματόδρομου και, παρατώντας τη μπάλα του, όρμησε όσο πιο γρήγορα μπορούσε προς τη στάση. Το καρό του πουκάμισο ανεμιζε, τα ανοιχτόξανθα μαλλιά του πήγαιναν πέρα-δώθε με τον αέρα.
«Η μαμά μου, η μαμά μου ήρθε!» ήταν η μόνη σκέψη που έκανε όσο έτρεχε. Αλλά η Ειρήνη δεν βγήκε από το λεωφορείο μόνη δίπλα της κατέβηκε ένας στρουμπουλός κύριος με γκρίζο κουστούμι, χαρτοφύλακα στο χέρι, που έμοιαζε λες και μόλις είχε βγει από σύσκεψη του Δήμου Πειραιά. Ο Ανδρέας έτρεξε και άρπαξε το χέρι της μαμάς του, λάμποντας από χαρά.
Γεια σου, λεβέντη μου, είπε η τριαντάχρονη Ειρήνη, σκύβοντας να τον φιλήσει στο κεφάλι.
Γεια σου παλικάρι! γρύλισε χαρμόσυνα ο Χρήστος, και του άναψε μια φιλική ξυλιά στα μαλλιά. Το χέρι του, βαρύ σαν καπάκι κατσαρόλας, έκανε τον μικρό να ταλαντευτεί.

Περάστε μέσα, καθίστε στο τραπέζι, καλωσόρισε με ευγένεια η κυρία Μαρίνα, μητέρα της Ειρήνης.
Ευχαριστούμε, κυρά Μαρίνα, απάντησε ο Χρήστος, σκανάροντας με ικανοποίηση το τραπέζι που ήταν λες και περίμενε το μισό νησί.
Ε, αυτά στο χωριό! Βλέπεις τραπέζι, όλο το καλό του Θεού! Στην Αθήνα ούτε σουβλάκι δεν αγοράζεις χωρίς κάρτα, μόνο λιτότητα και περικοπές. Εδώ ακόμα παράγουμε, δεν ψάχνουμε μαϊμουδιές στα σούπερ μάρκετ!
Κι έχουμε το φρέσκο το γάλα, τη σπιτική τη φέτα, όλα δικά μας, τραγούδησε σχεδόν η γιαγιά Μαρίνα.
Όσο έχουμε κουράγιο, κρατάμε το σπιτικό, συμπλήρωσε ο κύριος Λευτέρης λιγομίλητος, αδυνατούλης, μια ζωή στα χωράφια με το τρακτέρ.
Ε, κι εμείς δεν είμαστε γάτες! Με τα κουπόνια στη δουλειά, αλλά όλο και τσιμπάω κάτι από τη βάση μυστικά από τη θεία μου παίρνω προμήθειες. Η Ειρήνη τρώει φιλέτα! καυχήθηκε ο Χρήστος, λειαίνοντας με το χέρι τα λιγοστά του μαλλιά.

Ο Ανδρέας τον κοιτούσε λοξά. Στην Αθήνα, όπου ζούσε με τη μαμά, συχνά κάρφωνε βλέμμα στους μπαμπάδες των φίλων του· αναρωτιόταν αν ο μπαμπάς του θα έπαιζε ποδόσφαιρο ή αν τον πήγαινε στο αττικό πάρκο. Τώρα που ο στρουμπουλός κύριος καθόταν δίπλα στη μητέρα του, ένιωσε σίγουρος ότι ίσως τελικά εκείνος ήταν ο νέος του πατέρας.

Πήρε το ξύλινο αεροπλανάκι που είχε φτιάξει ο παππούς Λευτέρης με τα χέρια του κομψοτέχνημα με κινούμενη έλικα και πήγε με δισταγμό προς τον Χρήστο:
Κοιτάξτε, τι αεροπλάνο!
Μπράβο! είπε ο Χρήστος, και με φόρα γύρισε την έλικα, που πήγε να πετάξει απέναντι.
Μου φαίνεται ευαίσθητο το παιχνίδι, είπε αδιάφορα και το έδωσε πίσω. Ο Ανδρέας σήκωσε την προπέλα απ’ το πάτωμα και κοίταξε τον παππού του.

Θα το φτιάξουμε, είπε ήρεμα ο παππούς Λευτέρης.
Ο Χρήστος είναι προϊστάμενος, ανέφερε η Ειρήνη, προσπαθώντας να αλλάξει θέμα στο εργοστάσιο, υπεύθυνος στα οχήματα.
Ο Χρήστος περήφανα φούσκωσε oλόκληρος διευθυντής.
Η Ειρήνη, μοδίστρα στο εργοστάσιο, ήλπιζε πια στα τριάντα ότι ο γαμπρός της θα ήταν της προκοπής τουλάχιστον μεγαλύτερος, με πείρα. Έσπρωχνε πιάτα προς τον Χρήστο: τηγανητή μαρίδα, τηγανίτες, γιαούρτι με μέλι ό,τι μπορούσε να τον ευχαριστήσει.
Βγαίνοντας στη βεράντα, ο Χρήστος έμοιαζε να αγκαλιάζει το τοπίο:
Μα δεν είναι τέλειο εδώ; Και ο αέρας!
Σου αρέσει, Χρηστάκο;
Και βέβαια!
Θα ξεκουραστούμε, αύριο θα επιστρέψουμε στην πόλη, θα πάρουμε και τον Ανδρέα, του χρειάζεται νέα στολή για το σχολείο.
Γιατί να τον πάρεις στην Αθήνα; Εδώ δεν έχει σχολείο;
Μόνο δημοτικό έχει…
Τι πειράζει; Να μείνει εδώ ένα χρόνο, εσύ κι εγώ να φτιάξουμε το διαμέρισμα, τα έπιπλα μας λείπουν. Παλιομοδίτικα τα δικά σου!

Η γιαγιά Μαρίνα αντάλλαξε βλέμμα πανικού με τον παππού. Ο παππούς έτριψε το μουστάκι του με δυσφορία «παίζει το μουστάκι», έλεγε ο Ανδρέας όταν νευρίαζε.

Πως γίνεται αυτό, Χρηστάκο; Τι θα γίνει με το σχολείο, τα ρούχα του;
Α, ένα τσουβάλι πράγματα, ντάξει, μωρέ! Δες τι ωραία είναι εδώ: αέρας λαχταριστός, σπιτικό γάλα, ζαρζαβατικά, φρούτο! Εδώ θα γίνει θηρίο! Κι εσείς θα τον προσέχετε, στην Αθήνα ποιος κοιτάει; Όλο τρέχουμε για τη δουλειά. Κανονίσαμε λοιπόν: μένει ο μικρός εδώ, εμείς φτιάχνουμε σπίτι και Παντρευόμαστε, Ειρηνάκι! Ε; Πώς σου φαίνεται;
Φαίνεται σαν όρος, όχι σαν πρόταση, γκρίνιαξε ο παππούς Λευτέρης, τρίβοντας ακόμα πιο έντονα το μουστάκι του.

Την επόμενη μέρα, ενώ η Ειρήνη εξηγούσε με αμήχανο ύφος γιατί δεν παίρνει τον Ανδρέα στην Αθήνα, ο Ανδρέας κούναγε καταφατικά, αλλά δεν είπε λέξη. Μόλις ο Χρήστος και η Ειρήνη πήγαν στη στάση, πουθενά ο μικρός. Η γιαγιά Μαρίνα έψαξε παντού σοφίτα, αποθήκη, ακόμη και στο σπιτάκι του σκύλου· τίποτα.

Πού εξαφανίστηκε; Το ποδήλατό του εδώ είναι
Έλα μωρέ, θα γύρισε με τους φίλους, είπε ο Χρήστος αδιάφορα.
Η Ειρήνη, με τα μάτια όλο αγωνία, έψαχνε ακόμα την αυλή.
Ο Ανδρέας, όμως, κρυβόταν πίσω από τη γωνία στο παλιό κοτέτσι, παρακολουθώντας μέσα από μία χαραμάδα. Ήθελε πολύ να βγει τρέχοντας στην αγκαλιά της μάνας του, αλλά κρατήθηκε. Κάτι μέσα του ψιθύριζε πως πια περισσεύει, τώρα που μπήκε αυτός ο ημίφαλος κύριος στη ζωή τους.
Στο χέρι του κρατούσε το μισοσπασμένο αερόπλανο, και τα μάτια του γέμισαν δάκρυα. Δεν ήταν από τα παιδιά που κλαίνε εύκολα ούτε όταν τον μάλωσε ο παππούς Λευτέρης, επειδή πήγε να κλέψει βάρκα για να κάνει τον δικό του Οδυσσέα.
Ήξερε πως ο παππούς δε θα τον έβαζε τιμωρία χωρίς λόγο. Μα τώρα δεν τον είχε πειράξει κανείς, κι όμως τα δάκρυα έτρεχαν μόνα τους και τα σκούπιζε γρήγορα, για να μη φανούν.
Τον βρήκα! ανακοίνωσε με ανακούφιση η γιαγιά όταν είχαν φύγει πια οι άλλοι.
Μην ανησυχείς, αγόρι μου, η μαμά θα έρθει σε ένα μήνα, όπως υποσχέθηκε, και θα σου πάρουμε τη στολή για το σχολείο από το χωριό. Σε αρέσει εδώ με τον παππού, έτσι;
Ο Ανδρέας κατέβασε το κεφάλι, τα μαλλιά του σκέπασαν το πρόσωπο. Θυμήθηκε τους συμμαθητές του στην Αθήνα, την παλιοπαρέα και ένιωσε μια τεράστια νοσταλγία.
Στο χωριό αγαπούσε παππού και γιαγιά, αλλά πάντα ήξερε πως μετά το καλοκαίρι γύριζε πίσω στην πόλη συνήθειες που δεν άλλαζαν εύκολα.

Πέρασε η βδομάδα, ανάμεσα σε ποδόσφαιρο και κρυφτό με τα παιδιά· λίγο-λίγο ξεχνούσε τον καημό του.
Ώσπου μια μέρα, η γιαγιά Μαρίνα παραλίγο να της πέσει ο κουβάς με το νερό όταν είδε την Ειρήνη πίσω απ την αυλόπορτα.
Κόρη μου, δεν σε περιμέναμε τόσο νωρίς!
Η Ειρήνη έκατσε βαριά στο παγκάκι.
Είπα σε ένα μήνα θα γυρίσω, αλλά πόσο άντεξα; Δύο εβδομάδες μόνο. Ήρθα να πάρω τον Ανδρέα.
Και τι θα γίνει με όσα είπαμε; Μήπως ο Χρήστος το μετάνιωσε;
Εγώ το μετάνιωσα, μαμά. Ο Χρήστος, απλώς, έχει βρει ενδιαφέρον στη Στέλλα τη λογίστρια της πηγαίνει πια τα καλούδια που σήκωνε απ τη θεία του. Εκείνη δεν έχει παιδιά. Εγώ όμως έχω λέει πως ο Ανδρέας είναι η «προίκα» μου και μου έβαλε όρο: να μην τον πάρω στην πόλη.

Η γιαγιά Μαρίνα την κοίταξε θλιμμένα. Ήθελε την κόρη της ευτυχισμένη, μα όχι με τέτοιον άνθρωπο.
Ίσως καλύτερα, κόρη μου.
Καλύτερα, μαμά! Θα πάρω τον Ανδρέα, θα του αγοράσω καινούρια σχολική φόρμα, τσάντα, θα τον πάω στη Δευτέρα δημοτικού, κι όλα όπως παλιά μόνοι μας τα βγάζουμε πέρα. Δε μ ένοιαζαν τα φαγώσιμα του Χρήστου, μα οικογένεια χρειαζόμουν. Πατέρα για τον Ανδρέα, άντρα για μένα.

Εκεί εμφανίστηκε ο Ανδρέας και κοντοστάθηκε με ορθανοιχτά μάτια.
Μαμά! φώναξε και όρμηξε πάνω της.
Αγάπη μου! Πόσο μου έλειψες! ήρθε να σου πω πως ήρθε ο καιρός να γυρίσουμε, σε λίγο αρχίζει το σχολείο.
Ο Ανδρέας κοίταξε με απορία.
Όπως ζούσαμε παλιά, έτσι θα συνεχίσουμε. Εσύ στο σχολείο σου, εγώ να σου ελέγχω τα μαθήματα, κι αν θες ποδόσφαιρο σε γράφω στο τμήμα, όπως ήθελες.
Ο Ανδρέας γέμιζε το σακίδιό του με ό,τι μπορούσε να στριμώξει, να ελαφρύνει το φορτίο της μητέρας του.
Φτάνει, παιδί μου, θα βαρύνει πολύ!
Δεν βαραίνει, είμαι δυνατός!

Ο παππούς και η γιαγιά τους ξεπροβόδισαν ως τη στάση. Το λεωφορείο, λαμπερό μεσήλιου, έφτασε, μάζεψε τη σκόνη και σταμάτησε με έναν θόρυβο ελπίδας.
Ο Ανδρέας πήρε θέση στο παράθυρο και κουνούσε το χέρι στους παππούδες μέχρι να χαθούν πίσω απ τη στροφή.
Στο χέρι κρατούσε το φτιαγμένο αεροπλανάκι έργο τέχνης και καρδιάς από τον παππού. Κοίταξε τη μητέρα, και ήξερε πεντακάθαρα ότι πηγαίνει σπίτι. Και τίποτα δεν ήταν πιο όμορφο από το να έχεις δίπλα σου τον δικό σου άνθρωπο σε αυτή τη ζωή.

Oceń artykuł
Έφερε η Λυμπιώ στην ελληνική επαρχία τον αγαπημένο της, αλλά εκείνος της έθεσε έναν ιδιαίτερο όρο…