Βρε, φίλε… άκου να δεις τι μου έτυχε! Σου το λέω σαν να τα λέμε από κοντά, να γελάσεις και να πάρεις και εσύ τα δικά σου μέτρα, αν χρειαστεί!
Εδώ και περίπου πέντε χρόνια χώρισα ήσυχα και ωραία, και συνήθισα τη μοναξιά και τη ρουτίνα μου στη Νέα Σμύρνη. Μου άρεσε να γυρίζω σπίτι μόνος, να έχω τον χρόνο μου, αλλά τελευταία αυτή η σιωπή με βάρυνε. Να κάθεσαι κάθε βράδυ μόνος με το σκύλο σου (ο δικός μου, ο Άρης, έφυγε πρόσφατα) κι απλά να μετράς τα ταβάνια… Κάπου ήθελα να ξαναζήσω λίγο, να ξυπνήσει το μέσα μου, κατάλαβες;
Στα 56 μου, δόξα τω Θεώ, υγεία έχω, και ακόμη μπορώ να σηκώνω τις βαλίτσες μου σε ταξίδια. Μπήκα λοιπόν σε ένα σάιτ γνωριμιών ναι, αυτά που όλοι σχολιάζουν και γελούν και με το που γράφτηκα, έπεσα πάνω στην Άννα, 56, χήρα, ένα απλό και ειλικρινές προφίλ: «Ψάχνω έντιμο άντρα για σοβαρή σχέση». Κλασική Ελληνίδα, χωρίς φανφάρες, με βλέμμα ζεστό, τίποτα στημένο.
Ξεκινήσαμε μηνύματα και, από την πρώτη στιγμή, της το είπα καθαρά: «Δεν είμαι για ατελείωτο γράψιμο και διαδικτυακές ιστορίες θέλω ζωή, να τη μοιραστούμε, ταξίδια και τα καθημερινά». Συμφώνησε και κανονίσαμε ραντεβού το Σάββατο στο κέντρο, στο Μοναστηράκι.
Το πρώτο ραντεβού βγήκε τέλειο! Κάναμε βόλτα στου Φιλοπάππου, ο καιρός γλύκας, ήξερε και να μιλάει για τη δουλειά και τα εγγόνια της χωρίς να γίνεται βαρετή. Μου άρεσε η ηρεμία της μου έπαιρνε αγκαζέ, γελούσε, αλλά δεν φλυαρούσε. Της πρότεινα να πάμε για καφέ στο Θησείο φυσικά, πλήρωσα εγώ. Είμαι παλιάς σχολής: όταν καλεί ο άντρας, αυτός ανοίγει το πορτοφόλι.
Και μετά από εκεί, μπήκαμε στην «περίοδο λουλούδια-σοκολατάκια». Εγώ τα κόβω τα λουλούδια, και τις σοκολατίτσες όλα τα έξοδα από εμένα, κάθε Παρασκευή και Σάββατο έξοδοι: θέατρο, μετά φαΐ σε εστιατόριο στη Γλυφάδα, εκδρομές στο Σούνιο, εκθέσεις ζωγραφικής στον Πειραιά και τραπέζια με μπόλικο φαγητό εκτός Αθήνας. Αν τα έβαζα όλα κάτω, μάλλον θα μπορούσα να είχα κάνει μία μικρή ανακαίνιση στο σπίτι μου, με τα λεφτά που έδωσα…
Ήμουν πάντα κύριος, προσπαθούσα να της δείξω ότι θέλω κάτι παραπάνω εκείνη πάντα γλυκιά, να μου λέει:
Μανώλη, πραγματικά απολαμβάνω την παρέα σου, είσαι τόσο καλός μαζί μου!
Και, για να είμαι ειλικρινής, μου άρεσε να το ακούω αυτό.
Όμως, τώρα που τα σκέφτομαι, έπρεπε να τα έχω δει τα σημάδια…
Πρώτα απ όλα, δεν με είχε καλέσει ποτέ σπίτι της. Ούτε καν για έναν καφέ, ούτε για να μου δείξει καμιά φωτογραφία από τα νιάτα της. Πάντα υπήρχε μια δικαιολογία: «Άστα, δεν έχω τακτοποιήσει», «Αύριο έρχεται η εγγονή», «Πολύ κουρασμένη, καλύτερα να βρεθούμε έξω». Λέω, «Οκ, ίσως ντρέπεται, δεν έχει συνηθίσει να φέρνει άντρα στο σπίτι». Περίμενα, δεν πίεσα.
Επίσης, όταν κάναμε σχέδια για εκδρομές, πάρτι, φαγητά, και έξω ήταν πάντα ενθουσιώδης: «Πάμε να δούμε θέατρα», «Να κάνουμε και σπα σε κάποιο ξενοδοχείο» κλπ. Όμως, αν προσπαθούσα να φέρουμε τη σχέση πιο κοντά, πιο προσωπικά, ξαφνικά μετατρεπόταν σε αυστηρή κυρία με ηθικούς κανόνες.
Θυμάμαι, μια φορά στο σινεμά στη Δάφνη, έβαλα διακριτικά το χέρι μου πάνω στο γόνατό της, τίποτα πονηρό. Σοβαρεύτηκε, το μάζεψε κατευθείαν:
Εδώ είμαστε; Δεν ντρέπεσαι; Μας βλέπει ο κόσμος!
Ρε Άννα, οι μόνοι στο σινεμά είμαστε, σκοτεινά είναι…
Δεν είμαστε πιτσιρικάδες, αυτά είναι για άλλες ηλικίες.
Στην αρχή το πήρα χαλαρά, είπα μέσα μου ίσως μεγάλωσαν με άλλη νοοτροπία, θέλει το χρόνο της. Αλλά άρχισα να νιώθω κάπως άβολα… Δεν έχουμε και όλο το χρόνο του κόσμου, φίλε, και να κάνουμε τους δύσκολους στα εξήντα μας λίγο υπερβολικό.
Μετά, κάθε βράδυ σχεδόν, μου έκανε αναλύσεις για τις αρρώστιες της: η μέση της, η πίεση της, τι χάπια παίρνει για τη χοληστερίνη… Την άκουγα, της έδειχνα κατανόηση, της έλεγα να την πάω σε γιατρό αν θέλει. Αλλά όταν της είπα ότι κάνω τρεις φορές την εβδομάδα κολύμπι και νιώθω άλλος άνθρωπος, με κοίταξε σαν να είμαι τρελός:
Ξεκούραση χρειάζεσαι, Μανώλη. Τι τα θέλεις τα κολυμβητήρια; Να χαλάσεις την καρδιά σου; Κάτσε στον καναπέ και διάβασε Ιστορία!
Αλλά εγώ, φίλε, δεν μπορώ! Θέλω ζωή, όχι σύνταξη από τα 56…
Χτες το βράδυ έφτασε ο κόμπος στο χτένι. Βγήκαμε σε ένα ωραίο ταβερνάκι στην Καλλιθέα φάγαμε σουβλάκια, ήπιαμε κρασί, γελούσαμε με κάτι κουφές ιστορίες που μου έλεγε από το γραφείο. Λέω, εντάξει, τώρα είναι η ώρα να μιλήσουμε ανοιχτά.
Μετά το φαγητό, μπαίνουμε στο αμάξι μου, έξω βρέχει, μέσα ωραία ατμόσφαιρα και μουσικούλα απ το ραδιόφωνο, της κρατάω το χέρι διακριτικά, αυτή αρχικά δεν αντιδρά, τότε δοκιμάζω:
Έλα από το σπίτι μου να πιούμε ένα τσάι, να βάλουμε λίγη μουσική, να χαλαρώσουμε…
Παγώνει ολόκληρη, το χαμόγελο εξαφανίζεται και μου λέει στεγνά:
Μανώλη, τι εννοείς ακριβώς;
Τίποτα, απλώς το λέω καθαρά. Είμαστε καιρό μαζί, σε θέλω, δεν είναι κακό να θέλουμε να έρθουμε πιο κοντά. Γιατί να ντραπούμε;
Και αρχίζει το έπος:
Μα καταλαβαίνεις τι λες; Αυτά τα κάνουν οι νεότεροι για να κάνουν παιδιά. Στη δική μας ηλικία; Άσε που αν βγάλω τη μπλούζα έχω και δίπλα κι εγώ καμιά ρυτίδα, κι εσύ θα 'χεις κοιλίτσα. Δεν ταιριάζει να το συζητάμε καν πρέπει να μείνουμε φίλοι και συνταξιδιώτες, τίποτα άλλο!
Εκεί έμεινα κόκαλο… Σαν να άκουγα κήρυγμα από παπά. Δηλαδή, επειδή είμαστε «μεγάλοι», να βγάλουμε το κομμάτι του έρωτα και να το πετάξουμε στα σκουπίδια; Επειδή έχω λίγη κοιλίτσα να φάω και εγώ στη μάπα ταμπέλα «Παππούς» και να παίζω κομπολόγια στην πλατεία;
Της το πα κιόλας:
Άννα, γιατί το κάνεις αυτό στον εαυτό σου; Δεν τελείωσε η ζωή στα 56! Κι εγώ και εσύ θέλουμε επαφή, δεν μπορούμε να το αγνοούμε.
Με κόβει απότομα:
Έτσι πρέπει! Οι γυναίκες της ηλικίας μου μεγαλώνουν εγγόνια και φυτεύουν βασιλικούς. Δεν είναι για τέτοια πράγματα, θα ντρεπόμουν και τα παιδιά μου!
Και τότε, ε, δεν άντεξα άλλο, ήρθε και μου βγήκε ό,τι κρατούσα μέσα:
Δηλαδή, τι έκανες μαζί μου τόσο καιρό; Πώς παίρνεις λουλούδια και δέχεσαι το φαγητό και τα δώρα; Μόλις ζήτησα πραγματική σχέση, με κατηγορείς κιόλας
Κοκκίνισε, ούτε καν από ντροπή από θυμό!
Να πέσω στην αγκαλιά σου για ένα τραπέζι; μου απαντά ειρωνικά;
Όχι βέβαια, αλλά τι νόημα έχουν τα ραντεβού – να βγαίνουμε σαν μαθητές Γ ηλικίας και να λες μόνο για χαπάκια και ζαλάδες; Εσύ απλά ήθελες παρέα που να πληρώνει και βόλτες…
Σηκώνεται, ανοίγει την πόρτα, μου χτυπάει το αυτοκίνητο και φεύγει με τη μύτη ψηλά. Δεν βγήκα καν να τη φωνάξω. Όλα ξεκαθάρισαν.
Αυτός είμαι εγώ. Διαβάζω βιβλία, αγαπάω τις κουβέντες, αλλά είμαι άντρας, ζωντανός! Δεν θα κρυφτώ για να χωρέσω σε κουτάκια. Έσβησα το τηλέφωνό της, έσβησα και τον λογαριασμό μου στο σάιτ.
Αποφάσισα πια: από το πρώτο ραντεβού, θα το ξεκαθαρίζω. Αν ακούσω άλλη ανάλυση για «ηθική και γιαγιάδες», θα πληρώσουμε χώρια και μια ωραία καληνύχτα.
Εσύ τι λες; Υπερβάλλω ή είναι τόσο τραγικό στα 56 να θες τη γυναίκα που σου αρέσει; Και τελικά, γιατί μπαίνουν τέτοιες κυρίες στα σάιτ γνωριμιών, αν φοβούνται να ζήσουν;Από εκείνη τη μέρα, φίλε, η ζωή ξαναβρήκε χρώμα, αλλά αυτή τη φορά το επέλεξα εγώ. Άρχισα να πηγαίνω μόνος μου στο θέατρο, να κάνω ποδήλατο στη θάλασσα, να μιλάω με αγνώστους σε καφέ να ρουφάω τη ζωή χωρίς να χρειάζομαι διαμεσολαβητές και ηθικά φρένα.
Κι αν με ρωτήσεις αν ξανάγραψα σε σάιτ, να σου πω την αλήθεια… πριν λίγες μέρες, σε μια διαδρομή για κολύμπι, με σταμάτησε μια κυρία λίγο μεγαλύτερη, με άσπρα μαλλιά και σκανταλιάρικο βλέμμα.
Σε βλέπω να κολυμπάς συχνά, μου είπε. Μου θύμισες τα νιάτα μου στο Ναύπλιο.
Γελάσαμε, μπήκαμε μαζί στο νερό· μου είπε για ταξίδια, για χωρισμούς, για τα όνειρά της που τα χει πάντα στην άκρη της κεφαλής, έτοιμα για χορό. Δεν ήθελε λουλούδια από το περίπτερο ήθελε δροσιά από το κύμα και καφέδες στις επτά το πρωί κάτω απ τον ήλιο. Όταν της είπα πως η ζωή δε σταματάει στις ανασφάλειες και τις ντροπές, κούνησε το κεφάλι της:
Η ζωή, Μανώλη, είναι των γενναίων. Όχι των θεατών.
Ε, αυτό ήθελα να ακούσω. Και, μεταξύ μας, αυτή τη φορά δε θα χάσω ούτε μέρα γιατί ό,τι κι αν λέει ο κόσμος, τα καλύτερα ραντεβού έρχονται πάντα όταν σταματάς να παίζεις ρόλους και ξεκινάς να ζεις στα αλήθεια.




