Η Μαρίκα έκλαιγε δίπλα στον τάφο της φίλης της Ελένης. Σαράντα μέρες πέρασαν και στον τάφο ούτε ένα λουλούδι…

9 Μαΐου

Ήταν μια δύσκολη μέρα σήμερα. Έκατσα για ώρα μπροστά στον τάφο της φίλης μου, της Ελπίδας. Ήταν το μνημόσυνο των 40 ημερών, και το μνήμα της γυμνό ούτε ένα λουλούδι. Η ψυχή μου βαριά, σαν να έχασα ένα κομμάτι δικό μου. Μετά από λίγο σηκώθηκα και ξεκίνησα για το σπίτι στην Καλλιθέα. Στη διαδρομή, ένας άντρας με πλησίασε ευγενικά.

«Μήπως θέλετε να σας πάω μέχρι τη στάση; Είναι μακριά με τα πόδια,» μου είπε.

Δίστασα λίγο δεν τα πολυεμπιστεύομαι αυτά αλλά έμοιαζε αθώος.

«Είναι εντάξει, αν δεν σας κουράζει…» απάντησα δειλά.

«Δεν με πειράζει καθόλου. Εδώ ποιον έχετε;» ρώτησε.

«Μια πολύ καλή φίλη» ψιθύρισα.

«Κι εγώ Τη μάνα μου. Να σας αφήσω στη στάση ή όπου αλλού θέλετε;»

«Στη στάση φτάνει. Δεν θέλω να σας ταλαιπωρήσω.»

«Μια χαρά, σήμερα άδειος είμαι. Κανείς δεν με περιμένει σπίτι Έφυγε η μητέρα μου, έφυγε και η γυναίκα μου Συγγνώμη, σας βλέπω στενοχωρημένη κάτι σοβαρό;»

Αναστέναξα και άνοιξα την καρδιά μου· καμιά φορά ο ξένος είναι ο πιο καλός ακροατής. Του τα είπα όλα, γι αυτό που με τρώει καιρό τώρα.

***

Η Ελπίδα και εγώ γνωριστήκαμε στον παιδικό σταθμό εδώ στην Αθήνα, κι από τότε ήμασταν αχώριστες. Μεγαλώνοντας, φοράγαμε ρούχα ίδια, ανταλλάζαμε τα πάντα ακόμα και τα κρυφά όνειρά μας.

Πήγαμε στο ίδιο λύκειο στο Περιστέρι, μετά στη Σχολή στην Πάτρα: εγώ Ιατρική, εκείνη Φιλολογία. Βλεπόμασταν συνέχεια, μέχρι που ερωτευτήκαμε κι οι δύο σχεδόν ταυτόχρονα. Εκείνη ερωτεύτηκε τον Γιάννη, γνήσιο παιδί της πόλης· εγώ τον Δημήτρη, πιο απλό, από το Ναύπλιο.

Η Ελπίδα παντρεύτηκε σχεδόν αμέσως, σαν να φοβόταν μήπως τον χάσει. Σε έναν χρόνο είχε ήδη φέρει στον κόσμο την κόρη της, τη Μαρία. Οι γονείς του άντρα της όμως δεν την αποδέχτηκαν ποτέ: „Δεν είναι αρκετά του επιπέδου μας”, έλεγαν.

Συχνά κρατούσα τη μικρή για να βγουν οι νέοι να διασκεδάσουν. Πόσες φορές είχα ευχηθεί να ήμουν κι εγώ εκεί μαζί τους αλλά είχα υποσχεθεί να βοηθήσω.

Μια φορά όμως δεν γύρισαν ποτέ. Έμαθα το πρωί πως σκοτώθηκαν σε τροχαίο. Να χαθείς από τη μία στιγμή στην άλλη… Εγώ να κρατάω στην αγκαλιά μου ένα μωρό που κανείς δεν ήθελε πια. Οι γονείς του πατέρα της ούτε λόγος να τη δεχτούν. „Δεν τη θέλουμε, ξένη είναι και ο γιος μας έφυγε”. Η μάνα της Ελπίδας είχε ήδη άλλα τρία παιδιά, πώς να φορτωθεί κι ένα μωρό; Έτσι, οδηγηθήκαμε στο κρατικό ίδρυμα.

Αγάπησα αυτή τη μικρή σαν δικό μου παιδί. Τα πρώτα της λόγια, τα πρώτα της βήματα όλα μπροστά μου έγιναν. Δούλευα κι έμενα στο δωμάτιο μιας ηλικιωμένης κυρίας στο Παγκράτι, όμως ως ανύπαντρη ούτε λόγος να μου δώσουν την κηδεμονία.

Η Μαρία υιοθετήθηκε σύντομα, καθώς ήταν υγιής και όλοι τη ζητούσαν. Η ψυχή μου μαύρη δεν ήξερα πώς να ζήσω μετά.

***

Κάποια στιγμή πρότεινα στον Δημήτρη κάτι που ποτέ δεν φανταζόμουν στα νιάτα μου.

«Μήπως να παντρευτούμε τυπικά; Αν ήμασταν παντρεμένοι ίσως με άφηναν να πάρω τη μικρή Μετά χωρίζουμε και συνεχίζεις τη ζωή σου.»

Με κοίταξε σαν να είχα τρελαθεί.

«Δεν είμαι για τέτοια, Μαρία. Βρες κανέναν αφελή για να το κάνει»

Εγώ, στο ίδιο εκείνο ταφικό μνημείο όπου έκλαψα 40 μέρες χωρίς ούτε ένα λουλούδι στο μνήμα μιας φίλης, με πλάι του άντρα της, με δεκάδες. Στην Έλπίδα μιλούσα σιωπηλά: «Θα κάνω ό,τι μπορώ να είναι όμορφα κι εδώ. Δώσε μου τη δύναμη να τη βοηθήσω!»

Εκείνη τη μέρα, όταν με άφησε ο Παύλος στο σπίτι, τον ευχαρίστησα θερμά για τη διαδρομή και την παρέα. Δεν περίμενα ότι θα ξαναεμφανιστεί. Κι όμως, ύστερα από δύο μέρες με περίμενε απ έξω.

***

«Μαρία, το σκέφτηκα. Θέλεις να πάρω εγώ την ευθύνη; Είμαι ελεύθερος, να παντρευτούμε και να φροντίσουμε μαζί τη μικρή;»

Έμεινα να τον κοιτάζω αποσβολωμένη.

«Δε φοβάστε;»

«Όχι. Γιατί να φοβηθώ; Άλλοι το έκαναν για λιγότερα. Πού θα μείνεις με το παιδί;»

«Αν με κρατήσει η κυρά-Στέλλα, στο δωμάτιό της· αλλιώς θα βρω κάτι άλλο.»

«Θα έρθεις σπίτι μου. Αύριο πάμε να το κανονίσουμε. Το σπίτι είναι μεγάλο, άδειο θα έχουμε όλο το χώρο. Δεν σηκώνω αντιρρήσεις.»

«Σπίτι;»

«Όχι διαμέρισμα. Ήθελε η μάνα μου αυλή, ήσυχα…»

Γελάσαμε με πίκρα. Τι περίεργα που τα φέρνει η ζωή…

Ο Παύλος τα κανόνισε όλα αμέσως, ήσυχα και διακριτικά. Παντρευτήκαμε με πολιτικό γάμο, υιοθετήσαμε τη μικρή Μαρία, και μας πήρε στο μεγάλο του σπίτι στο Χαλάνδρι.

«Ευχαριστώ για όλα. Από δω και πέρα αναλαμβάνω μόνη μου,» του είπα.

«Όπως νομίζεις,» μου χαμογέλασε, δίχως να με πιέσει.

Δεν επέμενε ποτέ· όμως βοήθαγε πάντοτε. Μαγείρευα, φρόντιζα το σπίτι και τη μικρή κάποιες φορές και τον ίδιο. Δεν τολμούσα να παραδεχτώ πως τον είχα αγαπήσει. Εκείνος φερόταν σαν πατέρας στη Μαρία και νοιαζόταν για εμάς λες και ήταν δική του οικογένεια.

«Μαμά, γιατί μ αγαπάς;» με ρώτησε η μικρή ένα βράδυ.

«Επειδή υπάρχεις. Είσαι το δικό μου κορίτσι.»

Ο Παύλος με έβλεπε σαν ιδανική σύντροφο, μα ο γάμος μας είχε γίνει μόνο για τα χαρτιά…

Ώσπου μια μέρα, εκεί που πίναμε καφέ, με κοίταξε στα μάτια.

«Μαρία, θέλω να γίνουμε αληθινή οικογένεια, όχι μόνο για τα μάτια.»

Χαμογέλασα, κι εκεί ένιωσα το σπίτι μας γεμάτο ζεστασιά. Παντρευτήκαμε ξανά, γιορτάζοντας δεύτερη ημερομηνία γάμου με διαφορά δυο χρόνων. Η Μαρία μεγάλωσε, απέκτησε αδέλφια.

Τώρα πια είμαστε μεγάλη φαμίλια. Η μικρή μου κόρη έχει ήδη αποκτήσει παιδί εγώ και ο Παύλος έχουμε και δισέγγονη!

Οι τάφοι της Ελπίδας και του άντρα της είναι πάντοτε περιποιημένοι το ίδιο και τα μνήματα των γονιών μας. Η Μαρία ξέρει που είναι οι ρίζες της, αλλά ξέρει και ποιος τη μεγάλωσε. Η οικογένειά μας μεγάλωσε με δυσκολίες, μα τώρα είναι γεμάτη αγάπη.

Κάθε φορά που περπατώ στο σπίτι μας, νιώθω ευγνωμοσύνη για όλα όσα μας έδωσε η ζωή κι ας πέρασε μέσα από τόσο πόνο για να φτάσουμε εδώ.

Αύριο θα πάμε όλοι μαζί στο κοιμητήριο, με φρέσκα λουλούδια για την Ελπίδα…

Με αγάπη,
ΜαρίαΚαθώς αφήσαμε τα λουλούδια στο μνήμα, ένιωσα τη Μαρία να σφίγγει το χέρι μου και τον Παύλο να χαμογελά συγκινημένος, βλέποντας τα εγγόνια να παίζουν ανάμεσα στα μαρμάρινα μονοπάτια, δίχως το φόβο του χθες.

«Ελπίδα, βλέπεις;» ψιθύρισα. «Μια μέρα ο πόνος γίνεται ανάμνηση και η αγάπη υπόσχεση πως η ζωή ξαναρχίζει.»

Η δισέγγονη μας άφησε ένα ματσάκι άγρια λουλούδια πάνω στο μάρμαρο και κοίταξε ψηλά, όπως να περίμενε να δει εκεί κάποιο χαμόγελο.

Ήξερα τότε πως τίποτα δεν τελειώνει στ αλήθεια. Όλα συνεχίζονται μέσα σε αυτούς που μένουν πίσω κι από τα χαλάσματα φτιάχνουν μια καινούρια αγκαλιά, πιο μεγάλη, πιο ζεστή, με ρίζες βαθιές και άνθη που μυρίζουν ξανά πίστη στη ζωή.

Κι όταν το απόγευμα κυλούσε κι η οικογένεια τραβούσε σιγά σιγά για το σπίτι, γύρισα να ρίξω μια τελευταία ματιά.

Στο τραπέζι το βράδυ ακούγονταν γέλια, χέρια μπλεγμένα, φωνές που μιλούσαν πάνω από παλιές φωτογραφίες. Σκέφτηκα πως ίσως εκεί να βρίσκεται τελικά ο Παράδεισος: όχι σε αλλού, αλλά εδώ, γύρω μας, κάθε φορά που μοιραζόμαστε το ψωμί, το δάκρυ και τη χαρά κι εκεί που οι ψυχές που αγάπησες κάποτε ξαναζωντανεύουν για λίγο, μέσα στα πεντακάθαρα μάτια ενός παιδιού.

Γιατί ό,τι δίνουμε με την καρδιά, επιστρέφει. Και ο κύκλος της ζωής συνεχίζει, γεμάτος αληθινή ελπίδα για πάντα δική μας.

Oceń artykuł
Η Μαρίκα έκλαιγε δίπλα στον τάφο της φίλης της Ελένης. Σαράντα μέρες πέρασαν και στον τάφο ούτε ένα λουλούδι…