«Ψάχνω για ζωηρή κι ενεργητική, όχι συνομήλικη»: Στα πενήντα η ζωή είναι αλλιώς Ο πενηνταπεντάρης μου έκρυψε επτά χρόνια και την κοιλιά του, αλλά θίχτηκε όταν έμαθε την ηλικία μου
Εγώ, Ελένη, θέλω μια γυναίκα μέχρι σαράντα δύο. Εκεί βάζω το όριο. Και μάλιστα, να φαίνεται το πολύ τριανταπέντε. Στα πενήντα, ξέρεις, δεν είναι το ίδιο ψάχνω ζωηρή κι ενεργητική, όχι συνομήλικη.
Ο ίδιος, βέβαια, δεν ήταν κανένας καινούριος Αλέν Ντελόν, όπως έλεγε, αλλά μέσα του ένιωθε είκοσι οκτώ. Εξάλλου, ο άντρας με τα χρόνια μονάχα αξία παίρνει, ενώ η γυναίκα καταλαβαίνεις.
Εγώ με τη φίλη μου, τη Μαρία, καθόμασταν στο δίπλα τραπέζι. Είχαμε πεταχτεί να φάμε κάτι μετά το γυμναστήριο και μέσα στη συζήτησή μας για τη νέα διατροφή, μας άκουσαν τα αυτιά αυτόν τον ανδρικό μονόλογο.
Τ άκουσες; φταρνίστηκε η Μαρία χαμηλόφωνα. Ακριβοπληρώνεται πια καλύτερα ας τον δώσουν προσφορά μαζί με τις ελιές.
Σσσς, της ψιθύρισα. Περίμενε, θέλω να δω πού το πάει. Σαν θέατρο είναι.
Εκείνος συνέχισε ακάθεκτος:
Εγώ, δηλαδή, φαγητό από χθες δεν τρώω. Θέλω η γυναίκα να μαγειρεύει κάθε μέρα φρέσκο. Μέχρι να είμαι μόνος, οκ, βάζω να βράσουν μερικά μακαρόνια δεν είμαι πρίγκιπας. Αλλά αν είναι να έχουμε σχέση, να είναι σοβαρή: παστίτσιο, κεφτέδες, κουλούρια. Και να ναι φίνες, καταλαβαίνεις; Να κάνω το κοντράστ: εγώ κύριος, αυτή μινιόν.
Και τα παιδιά; τον ρώτησε διστακτικά ο φίλος του, κοιτάζοντάς τον καχύποπτα. Εσύ τα παιδιά σου τα μεγάλωσες κοντεύεις να γίνεις και παππούς.
Δε θέλω άλλους διαδόχους, έχω αρκετούς. Θέλω σύντροφο για την ψυχή. Και το σώμα. Να είναι δραστήρια, να παίρνουμε τα βουνά, ή έστω καμιά εκδρομή στο εξοχικό.
Πνίγηκα από το χυμό. Βουνό; Αυτός παραπάνω από το περίπτερο δεν έχει περπατήσει τόσα χρόνια
Μαρία, στοίχημα, θα μου ζητήσει γνωριμία; της ψιθύρισα με βλέμμα πονηρό.
Σοβαρολογείς; Μα εσύ δεν είσαι στα σαράντα.
Σσσς, της έκανα με το δάχτυλο στα χείλη. Κοινωνικό πείραμα είναι αυτό. Θέλω να μετρήσω το βάθος της ανδρικής αυταπάτης.
Γνωριστήκαμε πανεύκολα. Ανταλλάξαμε τηλέφωνα και το ίδιο βράδυ κάναμε chat λες και γνωριζόμασταν χρόνια.
Στο διαδίκτυο, λεγόταν Μάγκας48.
Η φωτογραφία στο προφίλ ήταν δεκαετίας: ρούφηγμα η κοιλιά, ακριβό αυτοκίνητο στο φόντο και ένα βλέμμα όλο σιγουριά.
Μετά από λίγες μέρες, ο Δημήτρης μού πρότεινε να βρεθούμε.
Ήρθε με τα καλά του. Τα κουμπιά στο σακάκι ζορίστηκαν από τη φουσκωμένη κοιλιά που υπερήφανα προβάλει προς τα μπρος.
Βερόνικα, είπε πλατύ χαμόγελο, δείχνοντας όχι και τόσο τέλεια οδοντοστοιχία. Σήμερα είσαι εκθαμβωτική.
Ευχαριστώ, Δημήτρη, απάντησα σεμνά. Κι εσύ αρκετά αντιπροσωπευτικός.
Συναντηθήκαμε άλλες δυο φορές.
Για μένα, όλο το θέμα ήταν θεατρική πρόβα. Άκουγα με ενδιαφέρον για την «επιχειρηματική αυτοκρατορία» του (ένα περίπτερο στην λαϊκή), πώς «παρά λίγο να αγοράσει» καινούριο αυτοκίνητο (αλλά τελικά προτίμησε να «επενδύσει» αλλού) και πόσο σημαντικά θεωρεί τα σπιτικά
Πήγαμε βόλτα στο πάρκο, και μετά από εκατό μέτρα βαριανάσαινε κι έλεγε ότι κάνει ειδικές αναπνοές.
Έφτασε η κρίσιμη στιγμή.
Ο Δημήτρης, χαλαρωμένος μετά το φαγητό και γεμάτος από τα κομπλιμέντα μου, αποφάσισε πως ήρθε η ώρα να περάσει στο επόμενο βήμα.
Βερόνικα, είπε παίρνοντας το χέρι μου. Είσαι τέλεια: φίνες, νοικοκυρά, και νέα. Πρέπει να σου πω κάτι Δεν είμαι σαράντα οκτώ.
Αλήθεια; σήκωσα το φρύδι εκπληκτη. Πόσο είσαι;
Πενήντα πέντε, ξεφύσησε τελικά, περιμένοντας αντίδραση. Αλλά είμαι καλά, έτσι;
Μα φυσικά, Δημήτρη μου! του είπα ζωηρά. Το πολύ να φαίνεσαι πενήντα τέσσερα! Μου αρέσουν οι άντρες με εμπειρία είναι σοφία ζωής.
Άστραψε ολόκληρος.
Τέλεια. Εντάξει, φοβόμουν λίγο. Είμαι άνθρωπος με αρχές: γυναίκα άνω των σαράντα δύο δεν μπορώ. Η ενέργεια δεν είναι ίδια. Ενώ εσύ φωτιά!
Σε ευχαριστώ, αγάπη μου, του είπα χαϊδεύοντάς του τρυφερά το φαλάκρα του. Έχω κι εγώ όμως ένα μικρό μυστικό.
Τι; ρώτησε θορυβημένος. Παιδιά; Χρέη;
Όχι, μωρέ. Την ηλικία.
Ο Δημήτρης πάγωσε.
Δηλαδή δεν είσαι σαράντα;
Σχεδόν.
Τριάντα οκτώ; ρώτησε με προσδοκία.
Έβγαλα το ταυτότητά μου από την τσάντα και του την έδωσα.
Άνοιξε, δες μόνος σου.
Την πήρε με τρεμάμενα δάχτυλα, την ξεφύλλισε και κοίταξε για ώρες την ημερομηνία γέννησης, μουρμουρίζοντας υπολογισμούς.
1975.
Πενήντα ψιθύρισε ξαφνιασμένος. Είσαι πενήντα;
Ακριβώς, Δημήτρη! Γιόρτασα τα γενέθλια δυο μήνες πριν.
Η ταυτότητα του έφυγε από τα χέρια. Μ έβλεπε σαν να είχα μεταμορφωθεί μπρος του σε μάγισσα.
Μα πώς; Φαίνεσαι
Όπως μια γυναίκα που φροντίζει τον εαυτό της, Δημήτρη μου. Δεν τρώω πίτες στις τρεις το πρωί.
Μα είναι εξαπάτηση! φώναξε. Είπα: μέχρι σαράντα δύο. Αρχή μου είναι! Δεν γίνεται να είμαι με συνομήλικη.
Ούτε συνομήλικη είμαι, να ξέρεις. Όλα μια χαρά δεν ήταν, λοιπόν; Μήπως ακούς πουθενά να τρέχει άμμος;
Έγινε κατακόκκινος.
Όχι, αλλά η ίδια η ηλικία Πενήντα; Αυτό είναι σχεδόν σύνταξη.
Γήρας, Δημήτρη, είναι όταν το μυαλό δεν δέχεται πια την αλήθεια, του είπα ήρεμα, σηκώνοντας τη τσάντα μου. Εγώ είμαι γυναίκα στην καλύτερή της. Και ξέρεις κάτι; Και εγώ κατάλαβα κάτι.
Τι; με ρώτησε με τα ξεθωριασμένα του μάτια.
Πως εγώ, πενηντάρα, χρειάζομαι άντρα. Όχι μάζα από κόμπλεξ, κοιλιά και ένα περίπτερο στη λαϊκή. Τη φωτιά μου δε θα την αντέξεις θα καείς απ το πρώτο σπίρτο.
Πήρα την ταυτότητα και κίνησα για έξοδο.
Βερόνικα! φώναξε. Περίμενε! Και εμείς;
Ποιο εμείς; του είπα χωρίς να γυρίσω. Με τα δικά σου μέτρα, είμαστε συνομήλικοι. Νέα θέλεις, ψάξε να βρεις. Ίσως βρεις καμία με αδύναμη όραση.
Βγήκα απ το γιαγιάδικο σπίτι του κι εισέπνευσα επιτέλους καθαρό αττικό αέρα.
Η Μαρία με περίμενε στο αυτοκίνητο.
Ε; μου είπε, μόλις μπήκα. Είχε κρυμμένα χαρτιά;
Και τι χαρτιά, της απάντησα γελώντας. Άμα έβλεπες το πρόσωπό του όταν είδε ταυτότητα, θα καταλάβαινες Σαν να έμαθε τώρα ότι η Ακρόπολη είναι πάνω στο βράχο!
Και πώς πήγε το έργο;
Θα συνεχίσει να ψάχνει τη νεαρούλα και θα παιδεύεται. Εμείς πάμε να το γιορτάσουμε. Απόψε έχω ραντεβού με κανονικό άνδρα, σαρανταπεντάρη, που καθόλου δεν τον νοιάζει τι γράφει η ταυτότητά μου.
Ο Δημήτρης ακόμη κάθεται στα site γνωριμιών. Έβαλε καινούριο όριο: Γυναίκα ως 40, ντε και καλά ειλικρινή!. Η φωτογραφία; Φυσικά, εκείνη των δέκα χρόνων πριν.
Για πείτε, γιατί άραγε κάποιοι άνδρες φοβούνται τόσο τις συνομήλικες; Κι εσείς, θα κρύβατε την ηλικία σας για μια ευκαιρία ή προτιμάτε απο την αρχή να λέτε την αλήθεια;Καθώς φεύγαμε, άκουγα από το ανοιχτό παράθυρο τα μηνύματα του κινητού μου να σκάνε το ένα μετά το άλλο ευχές για καλή τύχη, προσκλήσεις για καφέ, ακόμα κι ένα αδέξιο καλησπέρα, όμορφη κυρία, τι κάνετε; από κάποιον Νικόλαο52.
Χαμογέλασα πλατιά. Δεν ήμουν ούτε για προσφορές, ούτε για εκπτώσεις στα όρια και στα χρόνια μου. Ούτε για να με κρύβω πίσω από φίλτρα ή ρούχα δυο νούμερα μικρότερα. Ήμουν απλά η Βερόνικα, με τα πενήντα μου να λάμπουν και με τις φίλες, τα γέλια, τις ιστορίες και τις φλόγες μου. Για εκείνον μπορεί να έμενα η πλάνη της ωριμότητας, μα για μένα ήμουν το αληθινό έργο: δίχως ψευδαισθήσεις, δίχως εκπτώσεις.
Πάμε, μαγείρισσα; μου είπε η Μαρία, στραβοχυμένη γελώντας, ανάβοντας τη μηχανή.
Πάμε, της απάντησα, κι ένιωθα πιο νέα απ ό,τι στα σαράντα δύο του. Γιατί εκείνος μετρούσε τα χρόνια προς τα κάτω, κι εγώ τα ζούσα μόνο μπροστά.
Και καθώς η νύχτα έπεφτε πάνω στην πόλη, ήξερα πως και τα βουνά και τα σαλόνια, και τα πάρκα είναι δικά μας. Αρκεί να αντέχεις τη φωτιά σου.




