Η Σοφία ξάπλωνε στον καναπέ, καρφώνοντας το βλέμμα της στο ταβάνι. Οι ανήσυχες σκέψεις δεν την άφηναν να κοιμηθεί. Και πώς να ηρεμήσεις, όταν το αγγελούδι σου είναι άρρωστο; Μα γιατί την πήγα στον παιδικό σταθμό τόσο νωρίς; Αν έμενε σπίτι μια-δυο μέρες ακόμα, ίσως να μην κολλούσε αυτή τη γρίπη…

27 Οκτωβρίου

Ξάπλωνα στο παλιό καφέ καναπέ, καρφωμένος στο ταβάνι, χωρίς να μπορώ να βρω ησυχία ούτε να κλείσω τα μάτια. Το μυαλό μου ήταν γεμάτο αγωνίια… Πώς να κοιμηθεί κανείς έτσι, όταν το παιδί σου αρρωσταίνει; Τι με έπιασε και πήγα την μικρή στο παιδικό σταθμό τόσο νωρίς; Αν την άφηνα καμιά μέρα ακόμα στο σπίτι, μπορεί να γλίτωνα και τη γρίπη αυτή…

Η καρδιά μου με πονούσε και δυσκολευόμουν να πάρω ανάσα. Σηκώθηκα, πλησίασα το παράθυρο. Ο ουρανός πάνω από τα Σπάτα βαρύς, γεμάτος γκρίζα σύννεφα. Για τρίτη μέρα ψιλοβρέχει, αυτό το φθινοπωρινό επίμονο ψιλόβροχο. Αναστέναξα βαριά. Από το κρεβάτι ακούστηκε η μικρή Αντιγόνη να κουνιέται. Γκρίνιαξε στον ύπνο της και ξαφνικά την έπιασε ένας βήχας. Έτρεξα αμέσως δίπλα της, άγγιξα το καυτό της μετωπάκι ούτε θερμόμετρο δεν χρειαζόταν. Πάλι ανέβηκε ο πυρετός.

Άναψα διακριτικά το φωτάκι του κομοδίνου και πήρα το θερμόμετρο να σιγουρευτώ. Το έβαλα κάτω από το χεράκι της.
– Σαράντα! Παναγία μου, τι να κάνω;

Η Αντιγόνη άνοιξε τα μάτια της…
– Μαμά, ζεσταίνομαι.

– Ξέρω καρδούλα μου… Ξέρω… Πίστεψέ με…

Ο άντρας μου, ο Χρήστος, πουρνό-πουρνό, ανακάθισε και ήρθε δίπλα μας. Άρχισα να ετοιμάζω ξανά το σιρόπι για τον πυρετό. Μάταια όμως, η θερμοκρασία δεν έπεφτε με τίποτα. Μέχρι τα ξημερώματα ακουγόταν στο προαύλιο ο ήχος απ τη σειρήνα το ασθενοφόρο έφτασε, φέρνοντας μαζί του το μπλε φως. Με πήραν εμένα και τη μικρή βιαστικά για το νοσοκομείο Παίδων στην Αθήνα.

Η νοσοκόμα μια καλή γυναίκα ονόματι Ρούλα μας κοίταξε με συμπόνοια. Με άγγιξε στο χέρι και με επαγγελματική ευκολία έβαλε ορό στο χεράκι της Αντιγόνης.
– Μη στεναχωριέστε, όλα θα πάνε καλά. Θα βοηθήσουμε αμέσως, θα δείτε.

Αναστέναξα κι εγώ πάλι. Πράγματι, μετά από λίγο η μικρούλα ξαλάφρωσε· με κοίταξε και ζήτησε νερό να πιει. Κι εκεί που γύρισα να πιάσω το μπουκαλάκι, αντίκρισα ένα ζευγάρι τεράστια, γαλανά μάτια να με εξετάζουν με απορία από το απέναντι κρεβάτι. Ένα κοριτσάκι γύρω στα έξι, μαζεμένο, λεπτό σαν κλαδάκι, με μπερδεμένα ξανθά μαλλιά, τελείως αχτένιστα. Φορούσε ένα φθαρμένο κολάν με τρύπες στα δάχτυλα και μια παλιά φανέλα. Στη θέση των παντοφλών είχε ένα ζευγάρι αθλητικά, τυλιγμένα με γαλάζια προστατευτικά.

– Γεια!
– Καλημέρα! Ήρθατε χτες το βράδυ;
– Ναι, νύχτα ήρθαμε…
– Πώς σας λένε;
– Εμένα με λένε Δανάη, και αυτή είναι η Αντιγόνη. Εσένα;
– Εμένα με λένε Ιφιγένεια.
– Εδώ είσαι καιρό;
– Μμμ, ναι… Φεύγω την Παρασκευή.
– Αργεί ακόμη, σήμερα είναι Δευτέρα…
– Η μαμά σου είναι μαζί σου;
– Όχι… Εγώ δεν έχω μαμά. Πέθανε όταν ήμουν πολύ μικρή… Τον μπαμπά μου δεν τον θυμάμαι καλά, αλλά έφυγε κι εκείνος. Με πήραν στο ίδρυμα.
Αναστέναξε σα μικρή γιαγιά.
– Εκεί ζω… Εδώ μου αρέσει πιο πολύ. Μας ταΐζουν καλά και τα μεγάλα παιδιά δεν με πειράζουν…

Σηκώθηκε και έδεσε τα παπούτσια της.
– Σε λίγο έχει πρωινό. Θέλετε να σας φέρω;

– Μη, μικρούλα μου, θα πάω μόνη μου.

Την παρακολουθούσα που απομακρυνόταν με κάτι σαν πόνο στην ψυχή. Η άλλη γειτόνισσα στο δωμάτιο, μια κυρία από τη Βοιωτία, χαμήλωσε τα φρύδια και μου ψιθύρισε: Καλό κοριτσάκι, σεμνό και γλυκό. Χαμένη υπόθεση η ζωή της…

Δεν πρόλαβα να απαντήσω. Χτύπησε το κινητό μου.
– Έλα, μαμά; Είστε εντάξει; Η Αντιγόνη;
– Μαμά, είμαστε στο νοσοκομείο.
– Παναγίτσα μου, τι συνέβη;
– Ο πυρετός της άγγιξε τα ύψη, μαμά. Είναι καλύτερα τώρα, της ρίξαμε τη θερμοκρασία. Για βρογχίτιδα λέει ο γιατρός. Τώρα κοιμάται ήσυχη.
– Βρε το καημένο το παιδί… Σε ποιο νοσοκομείο είστε; Να έρθω. Τι να φέρω;
– Μαμά, ξέχασα τις παντόφλες μου και της Αντιγόνης την ροζ πυτζάμα. Μα… να σου πω, εδώ είναι και μια Ιφιγένεια από το ίδρυμα… Μπορείς να φέρεις σαμπουάν, σαπούνι κι αν έχεις μερικά από τα ρούχα της Σοφίας εκεί; Κανα δύο μπλουζάκια, κολάν, ένα μπουρνουζάκι, και πάνω απ όλα παντοφλάκια για έξι ετών παιδί, ναι;
– Θα τα φέρω αμέσως.

Την επόμενη μέρα η Αντιγόνη άνοιξε τα φτερά της και έπαιζε όλη μέρα με την Ιφιγένεια. Εγώ βρήκα μια νοσοκόμα και τη σταμάτησα στον διάδρομο.
– Κανείς δεν έρχεται για την Ιφιγένεια;
– Όχι… Θα έρθουν μόνο για να την πάρουν πίσω στο ίδρυμα όταν πάρει εξιτήριο.
– Και μπορεί να κάνει μπάνιο;
Η Ρούλα χαμογέλασε λυπημένα.
– Οπωσδήποτε, αλλά δεν μας φτάνουν τα χέρια…

Το βράδυ, η μικρή ήταν μια άλλη Ιφιγένεια ολοκάθαρη, χαρούμενη, με ροζ πυζαμούλα και καινούριες παντοφλίτσες με σκυλάκια κεντημένα. Λάμπαν τα μάτια της. Όλα τα καινούρια πραγματάκια τα έχωσε κάτω απ το μαξιλάρι τα παντοφλάκια πιο βαθιά, λες και τα φύλαγε.

– Ιφιγένεια μου, γιατί κρύβεις τα πράγματά σου;
– Μη μου τα κλέψουν
Μια ανάσα λυγμό βγήκε από μέσα μου.

Όταν έσβησαν τα φώτα, η μικρή έκλεισε τα μάτια κι άρχισε να ονειρεύεται… Ότι περπατάει χέρι-χέρι με την Αντιγόνη στον ήλιο, και από την άλλη κρατά το χέρι μου. Πόσο ήθελε μια μαμά. Να τη χαϊδεύουν στο κεφάλι, να τη σκεπάζουν το βράδυ, να της φορούν ζεστή πιτζάμα, να τη σηκώνει ψηλά ο μπαμπάς και να γελάει με όλη της την καρδιά… Να έχει οικογένεια, να βοηθάει στις δουλειές, να φροντίζει την Αντιγόνη Μόνο αγάπη ήθελε. Να έχει μια μάνα…

Στο ίδρυμα δεν τη χτύπησαν ποτέ, αλλά ήξερε πάντα να φωνάζει η κυρία Ελένη, η υπεύθυνη. Τα παιδιά τσακώνονται, κλέβουν φαγητό, ρούχα. Πριν λίγον καιρό της πέταξε το πιάτο με το φαΐ. Την έκλεισαν τιμωρία σε ένα βρώμικο σκοτεινό δωμάτιο. Ο Βασιλάκης της φώναζε τώρα, χαζούλα, με τα ποντίκια θα κοιμάσαι! και η Ιφιγένεια τρέμει τα ποντίκια. Έμεινε εκεί όρθια ώσπου ξέσπασε σε λυγμούς, μετά λύγισε κι έπεσε στο πάτωμα, όπου κρύωσε, έβηξε και κατέληξε εδώ στο νοσοκομείο…

Τα μάτια της βούρκωσαν απ τις αναμνήσεις, δάκρυα έτρεχαν στα μάγουλά της… Σιγά, ένιωσε μια ζεστή παλάμη στο κεφάλι της. Άνοιξε τα μάτια.
– Τι έχεις, κοριτσάκι μου; μη στεναχωριέσαι Εδώ είμαι εγώ.

Την πήρα στην αγκαλιά μου, το ένιωσα πως είχε τόσο ανάγκη αυτήν την αγκαλιά, σαν μάνα της.
– Τι θα έδινα να ήσουν εσύ η μαμά μου…

Αυτό ακούστηκε ψιθυριστά κι εκείνη τη στιγμή πήρα την απόφαση, ξαφνικά, χωρίς φόβο ή δισταγμό. Την επόμενη μέρα τα είπα στη μητέρα μου, στη Φιλιώ, δέχτηκε με χαρά. Η πεθερά μου συμφώνησε αμέσως είχε κι εκείνη μεγαλώσει ορφανή. Μόνο ο Χρήστος ήταν επιφυλακτικός.
– Είσαι καλά; Καταλαβαίνεις πόσο μεγάλη απόφαση είναι αυτή;
– Το ξέρω. Αλλά αν δεν το κάνω, η ψυχή μου θα βασανίζεται μια ζωή.

Έσκυψε το κεφάλι…
– Θέλω να τη δω.

Το βράδυ κατεβήκαμε παρέα στην είσοδο. O Χρήστος σήκωσε στην αγκαλιά του την Αντιγόνη, τη φίλησε στη μύτη.
– Μου έλειψες πολύ!
Γύρισε και κοίταξε βαθιά στα μάτια μου.
– Να, Ιφιγένεια, ο Χρήστος είναι ο άντρας μου.
Σήκωσε τα φωτεινά μάτια της πάνω του.
– Χαίρετε!
– Κι εγώ χαίρομαι, κορίτσι μου.

Κάτι έσπασε μέσα του… Κατάλαβα. Έγνεψε καταφατικά, τα μάτια του βούρκωσαν.

Δυο μήνες μετά, πήραμε το αυτοκίνητό μας, πήγαμε στο Ιλιον, στο ίδρυμα. Τα παιδιά είχαν γεμίσει στα τζάμια.
– Ιφιγένεια! Έλα! Οι δικοί σου ήρθαν!

Η Ιφιγένεια έτρεξε με χαρά καινούρια ζωή για εκείνη.
– Ήρθες μαμά; Θα πάω σπίτι μου;
Και το μικρό της καρδούλι πλημμύρισε ευτυχία:
– Ναι, μανούλα!

Από εκείνη τη μέρα κατάλαβα πόσο πολύτιμο είναι να απλώνεις το χέρι σε ένα παιδί που έχει ξεμείνει μόνο του στον κόσμο. Πόσο μεγάλη δύναμη και αγάπη μπορεί να χωρέσει μια καρδιά, όταν το αποφασίσει.

Oceń artykuł
Η Σοφία ξάπλωνε στον καναπέ, καρφώνοντας το βλέμμα της στο ταβάνι. Οι ανήσυχες σκέψεις δεν την άφηναν να κοιμηθεί. Και πώς να ηρεμήσεις, όταν το αγγελούδι σου είναι άρρωστο; Μα γιατί την πήγα στον παιδικό σταθμό τόσο νωρίς; Αν έμενε σπίτι μια-δυο μέρες ακόμα, ίσως να μην κολλούσε αυτή τη γρίπη…