Χτες το βράδυ, καθώς γύριζα βιαστικός στη λεωφόρο Αλεξάνδρας, πάλι πήγαινα καθυστερημένος όπως πάντα. Έχω αυτήν την κακή συνήθεια: υπόσχομαι στον εαυτό μου να οργανώνομαι καλύτερα, αλλά κάθε φορά κάτι με καθυστερεί. Αυτό το ραντεβού, όμως, δεν έπρεπε να το χάσω η Ειρήνη με περίμενε ήδη στο εστιατόριο, κι όλοι ξέρουμε η υπομονή δεν είναι το δυνατό της σημείο.
Η στάση ήταν μόλις μερικά μέτρα μπροστά. Έβγαλα το κινητό, κοίταξα την ώρα: ήδη πέντε λεπτά αργοπορία. Η φαντασία μου έβλεπε ήδη το βλέμμα της Ειρήνης, αυτό που λέει δεν είσαι προτεραιότητα στη ζωή μου.
Ε, τι κάνεις εκεί; Προχώρα λίγο! ακούστηκε μια φωνή πίσω μου με νεύρα.
Γύρισα και είδα πως μια μικρή ουρά μαζευόταν. Κόσμος απέφευγε κάτι στην άκρη, άλλοι έπαιρναν το πρόσωπο μακριά, κάποιοι κοίταζαν απορημένοι. Έκανα δυο βήματα, αλλά πάγωσα.
Δίπλα στο παγκάκι, ξαπλωμένη στη βρομιά, μια μεγάλη σκυλίτσα, κουρελιασμένη, με τα πλευρά να προεξέχουν. Μάτια μισόκλειστα, ανάσες κομμένες. Από κάτω της, ένας μικρός μαύρος μπεμπέ σκυλάκος, τυλιγμένος σαν μπαλίτσα, έτρεμε μα πραγματικά υπέφερε. Τα τελευταία της δύναμης τα ξόδευε για να τον κρατάει λίγο ζεστό, λίγο ασφαλή.
Προχώρα, άνθρωπέ μου! Τι κόλλησες;
Δεν κουνήθηκα. Έμεινα να κοιτάζω τη σκυλίτσα που αγωνιζόταν να κρατήσει ζωντανό το μικρό της και τους ανθρώπους που απλά προσπερνούσαν.
Το λεωφορείο έφτασε. Οι πόρτες άνοιξαν με ένα απότομο συριγμό.
Θα μπεις; βιαστικά με ρώτησε ο οδηγός.
Κοίταξα το λεωφορείο, το ρολόι, μετά πάλι τη σκυλίτσα.
Όχι, είπα χαμηλόφωνα. Δεν θα μπω.
Ο κόσμος έσπευσε μέσα, τα παράπονα συνεχίστηκαν, οι πόρτες έκλεισαν. Έμεινα μόνος κι έσκυψα δίπλα στη σκυλίτσα.
Μη φοβάσαι, της ψιθύρισα. Κράτα γερά.
Σήκωσε αργά το κεφάλι της, μάτια βαριά, γεμάτα πόνο και απογοήτευση. Το μικρό κουτάβι έβγαλε έναν θλιμμένο ήχο.
Ένοιωσα το στομάχι μου να δένεται κόμπος. Πήρα το κινητό και κάλεσα την Ειρήνη.
Ναι; Πού είσαι; Περιμένω!
Ειρήνη, θα αργήσω λίγο. Εδώ έχει μια σκυλίτσα με κουτάβι, πεθαίνει στο δρόμο. Δεν μπορώ να φύγω έτσι.
Τι λες; Για αδέσποτο; Έχω ήδη παραγγείλει! φώναξε ενοχλημένη.
Μα…
Τίποτα! Κάλεσε τον Δήμο και έλα! Δεν θα κάθομαι μόνη μου!
Η γραμμή έκλεισε απότομα.
Επέστρεψα το τηλέφωνο στην τσέπη, κοίταξα πάλι τη σκυλίτσα και πήγα στο περίπτερο. Αγόρασα μια φρατζόλα ψωμί και λίγη μορταδέλα, κι όταν γύρισα προσπάθησα να τα ταΐσω με προσοχή.
Φάε λίγο, να πάρεις δύναμη, ψιθύρισα.
Δεν είχε ενέργεια ούτε να κουνηθεί, το κουτάβι ψιλοέκλαιγε. Στην προσπάθειά μου, άκουσα δίπλα μου μια ήρεμη φωνή:
Να βοηθήσω κι εγώ;
Γύρισα και είδα μια κοπέλα με γκρίζο παλτό, καλοσυνάτη, μαυτή την ήρεμη αλήθεια στο βλέμμα. Κρατούσε μια σακούλα με ψώνια και χάιδεψε απαλά τη σκυλίτσα.
Πρέπει να την πάμε αμέσως σε κτηνίατρο.
Δεν ξέρω πού να τη μεταφέρω, παραδέχτηκα αμήχανα. Δεν είχα ποτέ σκύλο πριν.
Μένει κοντά μια φίλη μου, κτηνίατρος, είπε και πήρε το κινητό. Το θέμα είναι πώς την κουβαλάμε; Με το ζόρι ανασαίνει.
Έβγαλα το μπουφάν μου, το άπλωσα χάμω, κι οι δυο μαζί τη βάλαμε πάνω, με το κουτάβι τυλιγμένο στο κασκόλ της.
Είμαι η Σοφία, συστήθηκε εκείνη.
Κώστας, είπα.
Πώς να τη λέμε;
Ρούλα, απάντησα.
Το κινητό χτύπησε ξανά, η Ειρήνη. Το έκλεισα. Σε λίγη ώρα, η κτηνίατρος μας υποδέχτηκε στο σπίτι της στην Κυψέλη. Πέρασε ορός στη Ρούλα και της έκανε ένεση.
Σοβαρή αδυναμία, αφυδάτωση, πνευμονία. Αν αργούσε μέρες, τέλος. Αν την φροντίσετε, θα τα καταφέρει, ανακοίνωσε.
Μετά, κάθισα δίπλα στη Ρούλα στο πάτωμα. Το κουτάβι είχε χώσει το μουσούδι του στη μάνα του. Η Σοφία έβρασε καφέ και καθίσαμε να τις παρατηρούμε σιωπηλοί.
Η κοπέλα μου περίμενε ραντεβού, μου ξέφυγε με μια σκιά λύπης. Τώρα μάλλον ήμουν.
Φαντάζομαι δεν της άρεσε, μάντεψε η Σοφία.
Τέλος, είπα. Μου είπε ότι κατέστρεψα το βράδυ της για ένα αδέσποτο. Δεν μπορούσα να φύγω. Αυτή η μάνα έδινε την ψυχή της για το κουτάβι κι εμείς περνάμε διπλά αδιάφοροι.
Η Σοφία έγνεψε αργά.
Ξέρεις, όταν πήρα διαζύγιο, νόμιζα πως δεν νοιάζεται κανείς. Όλοι για την πάρτη τους. Κι αναρωτιόμουν, έτσι είμαστε τελικά;
Το κινητό βάρεσε πάλι η Ειρήνη για δέκατη φορά. Σήκωσα.
Πας καλά; Τρεις ώρες περιμένω! Εξήγησέ μου! Ή έρχεσαι ή τελειώσαμε!
Κοίταξα τη Ρούλα, το κουτάβι, τη Σοφία. Κατάλαβα.
Τότε τελειώσαμε, απάντησα ήρεμα. Το έκλεισα.
Η Σοφία με κοίταξε:
Το θες σίγουρα;
Απόλυτα, της χαμογέλασα.
Ανταπέδωσε χαμηλόφωνα με μια ζεστή χαμόγελα. Η Ρούλα αναστέναξε κι εκεί ένιωσα κι εγώ τη γαλήνη που της έλειπε.
Η νύχτα πέρασε αργά, με αγωνία. Η Ρούλα άπλωνε και σκόνταφτε η αναπνοή της, το κουτάβι θρηνούσε, κάποτε ακινητούσε. Εναλλάξ κρατούσαμε βάρδιες με τη Σοφία. Πρώτα έλεγα να αντέξω μόνος, μα η Σοφία μόνο χαμογέλασε:
Πιο ελαφρύ αν το μοιράζεσαι. Θα μείνω.
Στις τρεις πήγα κουζίνα. Η Σοφία ζέσταινε γάλα για το κουταβάκι. Μόνο που με είδε κατάλαβε.
Δεν πάει καλά;
Μόλις που ανασαίνει. Φοβάμαι για το πρωί, ψιθύρισα.
Ήρθε κοντά:
Κατά βάθος έχει ήδη νικήσει, είπε απαλά.
Πώς το λες αυτό;
Εύκολο θα’ ταν να παραδοθεί, να πεθάνει στο δρόμο. Εκείνη έμεινε και ζέσταινε το μωρό της, περίμενε βοήθεια, ήλπιζε. Κι ήρθες εσύ.
Δεν μιλούσα. Άρχισα να το καταλαβαίνω.
Τώρα ζει εδώ, έχει ζεστασιά, φροντίδα, το μωρό της, εσάς. Ακόμα κι αν δεν τα καταφέρει, πλέον γνώρισε το καλό.
Σήκωσα τα μάτια.
Εσύ πώς τα ξέρεις αυτά;
Έζησα το «κανένας δεν νοιάζεται». Μετά τον χωρισμό μόνο δουλειά και σπίτι. Κανένας δε με έψαχνε, κι εγώ το ίδιο. Έως που βρήκα ένα γατάκι στον δρόμο, το μάζεψα. Να, και τότε πρωτοένιωσα ξανά πολύτιμη. Για το γατί, δεν είχε σημασία αν ήμουν σπουδαία ή όχι. Αρκούσε που ήμουν εκεί.
Κούνησα κεφάλι αργά.
Κι εγώ, πάντα στα πλάνα των άλλων: των γονιών, του αφεντικού, της Ειρήνης. Τρέχα να μη χαλάσεις πρόγραμμα. Και ξαφνικά ένα άρρωστο ζώο. Ξεχνάς το πρόγραμμά σου, μόνο το καλό μετράει τότε.
Μείναμε σιωπηλοί στο απογευματινό μισοσκόταδο.
Σευχαριστώ που έμεινες, της είπα. Μόνος δύσκολα το έβγαζα.
Έπιασε απαλά το χέρι μου.
Αν χρειαζόμαστε όλοι μια υπενθύμιση πως δεν είμαστε μόνοι.
Το κουταβάκι έκλαψε και τρέξαμε πάλι δίπλα στη Ρούλα. Εκείνη μισάνοιξε μάτια, κοίταξε θλιμμένα. Την χάιδεψα:
Κράτα γερά, Ρούλα, έτσι μπράβο.
Έσβησε απαλά μια κραυγή και το κουτάβι χώθηκε στη ζεστασιά της. Εκεί, κατάλαβα πως όλοι αυτοί οι μηχανικοί χρόνοι, οι σχέσεις της συνήθειας, το να ζω για να βολεύω τους άλλους, έσπασαν. Κι άφησαν χώρο, για πρώτη φορά, σε κάτι πραγματικό.
Το πρωινό μας βρήκε με ήλιο να περνά απ τις κουρτίνες. Η Ρούλα κοιμόταν ξένοιαστη. Ο κίνδυνος πέρασε, νίκησε.
Μια βδομάδα μετά, ήρθε η Ειρήνη στο κατώφλι μου, με ενοχές στο πρόσωπο:
Κώστα, το σκέφτηκαΊσως φέρθηκα σκληρά τότε. Αξίζει να σώζουμε ζώα Ήμουν κουρασμένη. Θέλεις να το ξαναπροσπαθήσουμε;
Στάθηκα στην είσοδο, με τη φασαρία της Ρούλας και του κουταβιού να ακούγεται μέσα. Η Σοφία γελούσε μαζί τους, εκεί, στο καθιστικό.
Ειρήνη, δεν σου κρατώ κακία. Απλώς είμαστε αλλιώτικοι. Πάρα πολύ.
Για ένα σκυλί; Μια χρονιά σχέδια, και τελειώσαμε για μία σκυλίτσα;
Όχι για τη Ρούλα. Γιατί, όταν σε πήρα, μπορούσες να πεις έρχομαι, να βοηθήσουμε μαζί. Εσύ διάλεξες το εστιατόριο. Εσύ.
Με κοίταξε δύσπιστα, έφυγε.
Έκλεισα τη πόρτα πίσω της και γύρισα στο δωμάτιο. Η Σοφία κάθισε στο πάτωμα, χάιδευε τη Ρούλα πίσω από τα αυτιά κι ο μικρός κοιμόταν στην αγκαλιά της.
Έφυγε;
Ναι.
Το μετανιώνεις;
Κάθισα δίπλα τους.
Όχι. Και αν δεν υπήρχε η Ρούλα, θα ζούσα ακόμα σαν αυτόματο δουλειά, ραντεβού, τυπικά Σαββατοκύριακα. Χωρίς να νοιώθω τίποτα αληθινό.
Η Ρούλα σήκωσε το κεφάλι της, μας κοίταξε και ξάπλωσε πάλι με χασμουρητό. Το κουτάβι αναστέναξε στον ύπνο του. Και πρώτη φορά μετά από χρόνια αισθάνθηκα πραγματικά σπίτι, μαζί με όσους αξίζουν.
Η Σοφία έπιασε το χέρι μου, ανταλλάξαμε ένα αληθινό χαμόγελο.
Έξω, η Αθήνα ήταν παγωμένη, η πόλη βιαστική και αδιάφορη. Αλλά εδώ, σαυτό το μικρό διαμέρισμα, όπου μια σκυλίτσα βρήκε καταφύγιο κι δυο ψυχές βρήκαν συντροφιά, ήρθε άνοιξη.
Αυτό που έμαθα; Μερικές φορές χρειάζεται απλά να σταθείς, να νοιαστείς, να επιτρέψεις στη ζωή να σε εκπλήξει, και τότε βρίσκεις την αληθινή ζεστασιά που έλειπε από την καρδιά σου.





