Η Ελένη πέρασε όλη μέρα στην κουζίνα. Χτύπησε το κουδούνι της πόρτας. Οι συγγενείς του Τάσου ήρθαν και κάθισαν γύρω από το τραπέζι.

Ελένη είχε περάσει όλη τη μέρα της στην κουζίνα. Όταν ακούστηκε το κουδούνι της εξώπορτας, ήξερε: είχαν φτάσει οι συγγενείς του Τάσου. Κάθισαν όλοι στο τραπέζι, άρχισε αμέσως η γκρίνια.

Πού είναι το κρέας; ρώτησε με την ψυχρή της φωνή η θεία Μαρίκα.
Εκεί έχει γεμιστή χήνα, απάντησε ευγενικά η Ελένη, χαμογελώντας με κόπο.
Η θεία τη στραβοκοίταξε και σηκώθηκε επιδεικτικά απ το τραπέζι:
Δεν τρώγεται αυτό το πράμα! Πάμε παιδί μου σπίτι μας.

Ο Τάσος σηκώθηκε φουριόζος πίσω της:
Δεν παλεύεσαι πια Μόνη να μείνεις αν δεν ξέρεις να μαγειρεύεις! πέταξε, μαζεύοντας τα πράγματά του στην τσάντα.

Αργότερα, μέσα στη σιωπή του σαλονιού της, η Ελένη πήρε το κινητό και κάλεσε τη μόνη της φίλη, τη Χάρις.

Ναι, Χάρις, εγώ είμαι. Ελένη. Δεν σε ακούω καλά, έχει διακοπές στην γραμμή. Γιατί σε παίρνω; Να σου πω Δε θα ρθω σ εσάς φέτος. Όχι, ούτε τα Χριστούγεννα ούτε την Πρωτοχρονιά. Γιατί; Έλα, τι να κάνω; Θα είσαι με τον Βίκτωρα σου, η κόρη σου με τον άντρα της και τα παιδιά. Τι να κάνω κι εγώ; Να φάω λίγο σαλάτα, να πάρω ταξί με διπλή ταρίφα και να γυρνάω μόνη; Δεν μπορώ να μένω σε ξένο σπίτι. Τι θα κάνω; Θα πέσω νωρίς για ύπνο, τίποτα… Η φωνή της έσπασε καθώς μιλούσε με τη Χάρις, όπως έκανε όλα τα τελευταία χρόνια μετά το διαζύγιο.

Τι, κι εσύ ήθελες να με πάρεις; Φεύγετε για Θεσσαλονίκη στη θεία του Βίκτωρα; Να στε καλά, καλή διασκέδαση. Πρόβλημα; Ποιος έρχεται; Ο Αλέξανδρος; Ποιος είναι αυτός; Α, ανιψιός; Με συγχωρείς, χαλάει πάλι το σήμα Δεν μου αρέσει καθόλου να φιλοξενώ αγνώστους σπίτι μου. Εντάξει, να τον φιλοξενήσω. Τι γίνεται πια μ αυτό το τηλέφωνο; είπε με νευρικότητα κι έκλεισε το κινητό.

Έκατσε για λίγη ώρα μόνη κι ύστερα χαμογέλασε αχνά ίσως τελικά να ήταν καλύτερα που δεν θα ήταν μόνη αυτές τις γιορτές. Έβαλε να βράσουν λαχανικά, έπλυνε χόρτα. Για τον εαυτό της θα αρκούσε ένα φρυγανισμένο ψωμί μα για τον επισκέπτη της σκέφτηκε να φτιάξει τουλάχιστον μία σαλάτα.

Παλιότερα, όταν ήταν παντρεμένη με τον Τάσο, τέτοια εποχή το σπίτι της γινόταν πόλος έλξης για συγγενείς από χωριά της Μακεδονίας. Από τις 30 κάθε μήνα, το σπίτι στο Μαρούσι γεμάτο κόσμο. Ο ατμός από τα φαγητά άλλαζε την ατμόσφαιρα, ούτε το παράθυρο δεν βοηθούσε.

Βράζονταν πατσάδες, ψήνονταν πίτες, σοτάρονταν κεφτέδες, παντού λίπη. Η Ελένη έτρεχε και δεν έφτανε, πότε να βγάλει το ζελέ στο μπαλκόνι, πότε να ξεφλουδίσει πατάτες για βραστή σαλάτα. Στο μαγείρεμα πια δεν την πλησίαζαν μετά από εκείνη τη φορά που έφτιαξε σαλάτα με αβοκάντο.

Αηδία είναι αυτό, είχε πει η θεία Μαρίκα κι όλοι την είχαν στηρίξει.

Κι όμως, αυτά τα βαριά φαγητά με μπόλικο μαγιονέζα, που έτρεχαν απ το κουτάλι, δεν τα άντεχε. Οι άντρες κάθονταν στο τραπέζι, δοκίμαζαν το τσίπουρο, ως τις δώδεκα άντεχαν να φτάσουν την Πρωτοχρονιά.

Στις 2 του Γενάρη, έφευγαν όλοι, αφού τα είχαν καταναλώσει όλα. Η Ελένη έμενε με το χάος πεντακάθαρη να το συμμαζέψει. Όλη τη βδομάδα συγύριζε κι ο Τάσος στο χωριό συνέχιζε το γλέντι. Έπειτα, γύριζε σκυθρωπός, αξύριστος κι οξύθυμος. Άκουγε συνέχεια από τους συγγενείς ότι πήρε γυναίκα που δεν ξέρει να μαγειρεύει. Κι άρχιζαν οι καβγάδες, κι όλο ανέφερε τη Βέρα, τάχα πως η Ελένη του την είχε κλέψει.

Μόνο στη Χάρις μπορούσε να παραπονεθεί. Κι όταν εκείνη κουράστηκε απ τους μόνιμους θρήνους της φίλης της, της πρότεινε να βάλει όρο στους συγγενείς Έλα, όλα θα τα μαγειρέψω εγώ φέτος. Με τη βοήθεια της Χάρις, έφτιαξαν ελαφριά πιάτα, πιο διακριτικά.

Ήρθαν οι συγγενείς:
Το κρέας; ρώτησε ξανά η θεία Μαρίκα απογοητευμένη.
Γεμιστή χήνα, απάντησε η Ελένη.
Πουρές έχει;
Η θεία σηκώθηκε νευριασμένη,
Έκανες εδώ σα βουκόλι πιάτα! Πάμε, έλα Φώτη, σπίτι μας.

Όλοι μαζεύτηκαν βιαστικά, το ένα παλτό πάνω στο άλλο κι έκλεισαν την πόρτα μ ένα γερό μπαμ.

Εσύ πια σάστισε ο Τάσος.
Περίμενε, έρχομαι κι εγώ, φώναξε προς τους άλλους.
Τα πράγματά σου να πάρεις, του πέταξε η Ελένη.

Να ζήσεις μόνη σου, γκρινιάρα. Εγώ μια μέρα δεν μένω ακόμα μαζί σου, εσύ να δω πώς θα τα βγάλεις πέρα είπε ρίχνοντας τα ρούχα του στην τσάντα και έφυγε.

Το νερό με τα λαχανικά χύθηκε απ την κατσαρόλα η Ελένη συνήλθε. Τότε ακούστηκε το κουδούνι. Ο Αλέξανδρος, μάλλον, σκέφτηκε και άνοιξε την πόρτα.

Μπροστά της στάθηκε ένας άντρας γύρω στα σαράντα, χαμογελαστός:
Εγώ είμαι! Ονομάζομαι Αλέξανδρος Νικόλαου, ανιψιός του Βίκτωρα. Ήρθα ως έκπληξη αλλά πήγαν όλοι στη Θεσσαλονίκη. Εσείς θα στε η Ελένη;

Η Ελένη έμεινε άναυδη.
Μα η Χάρις μου μιλούσε για ανιψιά

Ο Αλέξανδρος γέλασε:
Μάλλον χάθηκε στη μετάφραση κάτι.

Η Ελένη θυμήθηκε την τραγική γραμμή και ένευσε:
Ε, περάστε αφού ήρθατε.

Μη στεναχωριέστε. Το βράδυ της Πρωτοχρονιάς έχω εισιτήριο, ταξιδεύω για Κρήτη. Δε θα σας ενοχλήσω πολύ καιρό.

Η Ελένη έστραψε πάλι στην κουζίνα και έριξε τα λαχανικά στο σουρωτήρι. Ο Αλέξανδρος την κοίταξε παιχνιδιάρικα:

Με μια σαλάτα θα περάσουμε το γιορτινό τραπέζι;
Θέλετε πλήρες σερβίτσιο; Να σας γεμίσω το τραπέζι με κρεατικά κι ένα κουβά ρώσικη; αντέδρασε αναπάντεχα τραχιά.

Όχι, μη! Ψάρι τρώω κυρίως, γέλασε με την καρδιά του.
Ψάρι εδώ δεν έχω είπε σιγανά η Ελένη. Κι ούτε ξέρω να το μαγειρεύω σωστά.

Ο Αλέξανδρος βάσει παλτό:
Μην αγχώνεστε· τώρα θα δείτε, είπε και βγήκε χωρίς να περιμένει απάντηση.

Η Ελένη στάθηκε στη μέση της κουζίνας και γέλασε με την παράλογη κατάσταση. Περίμενε γυναίκα να φιλοξενήσει, κι εμφανίστηκε γελαστός άντρας, γεμάτος ενέργεια.

Πέρασε πάνω από μιάμιση ώρα. Ανησύχησε πια τι να κάνει τόση ώρα; Κι όταν τέλος ακούστηκε το κουδούνι πάλι, άνοιξε βιαστικά.

Πού χαθήκατε; Άρχισα να ανησυχώ, ξεκίνησε, αλλά σταμάτησε. Στην πόρτα στεκόταν εκείνος με μια φουντωτή, φυσική ελατίνα και σακούλες γεμάτες ψώνια.

Γιατί όλα αυτά; ρώτησε η Ελένη απόρημένη.
Χωρίς έλατο Πρωτοχρονιά γίνεται; γέλασε εκείνος.

Η Ελένη μύρισε το ελατο και χαμογέλασε:
Μόνο μανταρίνια λείπουν!
Και μανταρίνια κι αφρώδες! Τα έχω αγοράσει όλα. Έλα, βοηθά με τα ψώνια, να ξεκινήσουμε.

Μετά γέλαγαν και στόλιζαν το δέντρο μαζί, καθάρισαν γαρίδες, μαγείρεψαν χταπόδι, έψησαν κυπρίνο. Μέχρι τις δώδεκα ήταν όλα έτοιμαποτήρια αφρώδες, χαμόγελα και ευχές. Στη νέα χρονιά, με νέα τύχη! ευχήθηκαν κι ήπιαν ως την τελευταία γουλιά.

Από κει ξεκίνησαν να ανοίγουν την καρδιά τους:
Όταν παντρευτήκαμε, ήταν αλλιώς τα πράγματα. Γλυκός, ζεστός. Ή μήπως έτσι μου φάνηκε; Όταν αγαπάς, όλα σου φαίνονται όμορφα, σιγογελούσε η Ελένη. Μετά, μόνο γκρίνια για το μαγείρεμα

Ο Αλέξανδρος αναστέναξε:
Καμία πρωτοτυπία. Εγώ στα καράβια, εκείνη με άλλον. Σε λίγες μέρες φέρνω τα χαρτιά του διαζυγίου. Αρκετά με τα δύσκολα έλα να θυμηθούμε τα παιδικά μας.

Και συνέχισαν, μέχρι πρωίας, να λένε ιστορίες:
Εγώ σκαρφάλωσα, λέει, στη μεγαλύτερη ακακία, και μετά μου βγαλαν τον θείο Σταύρο να με κατεβάσει,
Εγώ κόλλησα μια καρέκλα στο γραφείο του διευθυντή του Λυκείου στο ξύλο με πήγε ο πατέρας…

Η ώρα πήγε πρωί. Η Ελένη νύσταξε:
Άντε, να μαζέψω το τραπέζι
Άσε, θα μαζέψω εγώ, δήλωσε ο Αλέξανδρος.

Η Ελένη παραδόθηκε στη νύστα σε λίγα λεπτά κοιμόταν. Το πρωί την ξύπνησε εκείνος.

Ελένη, ξύπνα, πρέπει να φύγω, να κλείσεις την πόρτα.

Η Ελένη ανασηκώθηκε:
Μα είναι ήδη βράδυ; Γιατί δεν με ξύπνησες νωρίτερα;
Σε είδα κοιμόσουν σαν μωρό, δεν ήθελα να σε ξυπνήσω. Πρέπει να φύγω για τον σταθμό.

Η Ελένη τον συνόδεψε στην πόρτα:
Καλή συνέχεια ευχαριστώ για όλα, αλήθεια είπε, μελαγχολικά.

Ο Αλέξανδρος κοντοστάθηκε και ρώτησε ήσυχα:
Να ξανάρθω κάποτε; Όταν θα γυρίσω ελεύθερος;

Η χαρά φώτισε το πρόσωπό της:
Να ρθεις θα σε περιμένω

Τη φίλησε ξαφνικά κι έφυγε αφήνοντάς την άφωνη.
Στεκόταν για ώρα στην εξώπορτα, έπιανε τα χείλη της και χαμογελούσε σαν παιδί.
Έτσι είναι μια ζωή γνωρίζεις καλά κάποιον και στο τέλος αποδεικνύεται άλλος απ ό,τι πίστευες. Κι άλλοτε, μια μέρα αρκεί για να ανοίξει μια μικρή πόρτα στην καρδιά σου.

Να γιατί τα θαύματα συμβαίνουν Πρωτοχρονιά. Ένα τυχαίο γεγονός και, να, μια νέα αγάπη. Και μαζί μ αυτή, και μια νέα ζωή.

Oceń artykuł
Η Ελένη πέρασε όλη μέρα στην κουζίνα. Χτύπησε το κουδούνι της πόρτας. Οι συγγενείς του Τάσου ήρθαν και κάθισαν γύρω από το τραπέζι.