Ο καρδιολόγος Μπραζνίκοβ ήρθε στο ελληνικό σανατόριο για να χαλαρώσει. Αποφάσισε να ξυριστεί και να βγει το βράδυ. Για όσους είναι πάνω από 40 – ξέρετε τώρα, αυτά τα πράγματα! Αν και εκείνος έχει περάσει τα 60 – αλλά ποιος θα το καταλάβει;

10 Ιουνίου, Καμένα Βούρλα

Ήρθα επιτέλους στο περίφημο σανατόριο για λίγη ηρεμία. Καρδιολόγος μια ζωή, κι εγώ, ο Μιχάλης Μαρουλής, επιτέλους είπα να νοιαστώ λίγο για τον εαυτό μου. Είπα να ξυριστώ, να βάλω το καλό μου πουκάμισο απόψε. Εντάξει, είμαι πάνω από τα εξήντα αλλά ποιος νοιάζεται; Όπως λέει και η μάνα μου, όποιος ξέρει να γλεντά, δεν έχει ηλικία.

Δεν πρόλαβα να ξεμπερδέψω με το after-shave και… νάτη! Πετιέται μέσα στο δωμάτιό μου μια γυναίκα, πιο σωστά, η κυρία Θάλεια, που για να την περιγράψεις θέλεις μπλοκ και μολύβια ολόκληρου μαθήματος ανατομίας. Μια γυναίκα-πανεπιστήμιο. Κυκλοφορεί με τέτοια σιγουριά που μπορείς να διδάξεις πάνω της τα δομικά στοιχεία της Ελληνίδας. Και στη μέση του προσώπου της, ένα κατακόκκινο κραγιόν, σαν σφραγίδα από τα πανηγύρια της Λαμίας.

Φωνάζει ενθουσιασμένη: «Μιχάλη μου, τι τύχη! Ήρθες εσύ, ο ξακουστός καρδιολόγος, να ξεκουραστείς εδώ, και… πέντε λεπτά τώρα, κουβαλάνε τον ταμία μας κατά τα φαινόμενα, πεθαίνει! Ο καρδιολόγος του σανατορίου λείπει, κι ο άμοιρος ήπιε καφέ με γλυκό του κουταλιού τα ξημερώματα και να το το έμφραγμα». Και είναι προφανές, η γυναίκα έχει αποφασίσει ότι από μένα κρέμεται όλο το σανατόριο. Με τόσες καμπύλες και κραγιόν, ένιωσα να αραιώνουν τα μαλλιά μου κι άλλο.

Προσπαθώ να ξεγλιστρήσω στην αρχή, αλλά μάταια… Αυτή σταθερά εκεί, δεν αφήνει τίποτα στην τύχη. Ώσπου, σκασμένοι μαζί, πάμε στο εξεταστήριο. Εκεί βλέπω τον εμπλεκόμενο ο Βασίλης ο Γεωργίου, κατά τα άλλα ταμίας του σανατορίου, με μια ταλαιπωρημένη φορητή σανίδα, ένα μουστάκι που θα ζήλευε κι ο Αριστοφάνης, και έκφραση μαθητή Γ Γυμνασίου που τον έπιασε ο γυμναστής να αντιγράφει.

«Παραληρεί,» μου λέει ο αποθηκάριος, ο Μάκης, με τα μάτια γουρλωμένα. «Όλο „τριαντάφυλλο”, „τριαντάφυλλο” φωνάζει, θαρρείς και μπήκε σε ανθοπωλείο».

Η νοσηλεύτρια, η Σμαρώ με τη στολή πιο αστεία κι από στολή χιονάνθρωπου στα κάλαντα του μετρά την πίεση. «Πολύ άσχημα τα πράγματα, γιατρέ. Εβδομήντα με πενήντα και συνεχίζει να πέφτει. Αυτό δεν είναι πίεση, αυτά είναι οι διαστάσεις της περιφέρειάς μου!» Και σκάει στα γέλια. Εμένα μου κόπηκαν τα πόδια. Σε λίγο, δάκρυα από το γέλιο περνάνε στα κανονικά δάκρυα και την πιάνει το παράπονο για τον άνθρωπο.

Προσπαθώ να κρατήσω το κύρος μου, παριστάνω τον ψύχραιμο. Ψάχνω το τετράγωνο βλέμμα στο χώρο για σύνεργα. Βλέπω τη Σμαρώ να βουρκώνει. Τη ρωτάω: «Τι έχεις κορίτσι;» «Λυπάμαι τον άνθρωπο,» μου λέει ξεσπώντας.

Κρίση! «Φέρε αδρεναλίνη,» λέω, καθώς απολυμαίνω τα χέρια. «Ξέρεις πού τη βάζουμε;» Εκείνη αντί να ακούσει, αγκαλιάζει το πορτάκι, παραμιλάει ωσάν κακομαθημένο παιδί χριστουγεννιάτικα. Λέω, χάθηκε, θα το κάνω μόνος μου.

Γεμίζω τη σύριγγα μόνος και στρέφομαι στον αποθηκάριο, που με κοιτάει λες και κρατάω πειρατικό σπαθί αντί για βελόνα. Αν αυτή η βελόνα δεν τον φοβίσει, τίποτα δεν θα το κάνει. Στο μεταξύ, η νοσηλεύτρια στην αγκαλιά της πόρτας να συνεχίζει τα μοιρολόγια, ο Μάκης έτοιμος να λιποθυμήσει, και σκέφτομαι: Βρε μπας κι ανατινάξουμε όλο το σανατόριο μ αυτούς;

Βαρέθηκα, έκανα το αυτονόητο, κάρφωσα τη βελόνα στον ταμία και ξάφνου βλέπω τον Μάκη να σωριάζεται στο πάτωμα. «Κρίμα τον αποθηκάριο!» ξεσπάει νέος θρήνος απ τη Σμαρώ.

«Μα τι κάνετε τέλος πάντων; Φέρτε αμμωνία!» φωνάζω εκνευρισμένος. Αυτοί συνεχίζουν: «Θα πεθάνουνε… θα πεθάνουνε, Παναγιά μου!» Κοιτάζω το σιδερένιο επιτραπέζιο φωτιστικό, Ο Δαυίδ θεραπεύει το λιοντάρι, σκέφτομαι να τους βγάλω νοκ άουτ μ αυτό αλλά, τελικά, το μετανιώνω. Απαιτώ πειθαρχία με φωνή Σπαρτιάτη, αν και κατά βάθος φοβόμουν να ξεκινήσω τέτοια μάχη.

Και τότε, στη μέση αυτής της πανδαισίας, ο ασθενής με μάτια κλειστά ανασηκώνεται στην φορητή. Η Σμαρώ ευγενική μεν, σταθερή δε, του ακουμπά τον χέρι στο κεφάλι και τον καθηλώνει. «Το πτητικό στον φαρμακείο, φυσικά» μουρμουρίζει.

Την ώρα που ο ταμίας ξαναπροσγειώνεται στην κατατονία, το χέρι του μουστακαλή πέφτει βαρύ, σαν να σαλπάρει καΐκι του Αιγαίου. Εγώ φωνάζω «Καρδιομασάζ!» και ταυτόχρονα σύρω τον αποθηκάριο απ το πόδι. Η Σμαρώ γυρίζει τον ασθενή μπρούμυτα, μαζεύει φούστα, ετοιμάζεται να τον πατήσει σαν να πηδάει εμπόδιο σε λαϊκή γιορτή. Φωνάζω: «Στην καρδιά! Στην καρδιά, όχι στο στομάχι!» Εκείνη αλλάζει κατεύθυνση, κάθεται απάνω του, να λυγίζει η φορητή, κι ακούω ένα κρακ να κόβει η ανάσα!

Ο Μάκης στημένος σαν χταπόδι πάνω στο ντιβάνι, η άλλη έτοιμη να κάνει φονικό. Τους τραβάω κι αφήνω να πάρουν ανασούλα, εκείνοι παρκαρισμένοι μ τη μύτη μέσα στη βαμβάκι με αμμωνία, παντελόνια και φούστες σε περίεργα σημεία. Σαββατοκύριακο με την ΕΡΤ, νοσηλευτικό drift.

Ο ασθενής τότε ξανασηκώνεται μηχανικά, με μάτια σφαλιστά, σαν ένα τραβηγμένο καθίσμα λεωφορείου και στρέφει το κεφάλι προς τον Μάκη, που πήγε να γίνει άγαλμα στην πλατεία Συντάγματος και λιποθυμάει κολλημένος στο πάτωμα.

«Σας παρακαλώ πολύ…», λέει ο ασθενής με κλειστά μάτια, «να μη με ξαναγιατρέψετε»

Συνεχίζει: «Είμαι υποτασικός από γεννησιμιού μου. Μπροστά στο χιόνι γίνομαι κουβαράκι, με τη βροχή αερίζομαι από γωνία σε γωνία στο σπίτι. Το φυσιολογικό μου είναι 80 με 50. Άμα τύχει και πέσει λίγο, ένα καλό ελληνικό εσπρεσάκι διορθώνει τα πάντα. Δεν αντέχω άλλη θεραπεία από γυναίκα με περιδέραια-μπάλες μπιλιάρδου και δραματική ιστορία στα πόδια της…»

Σκέφτομαι πως γερνάω απότομα. Κοιτάζω το φάκελο: «Μα, γράφει Ρόζα Γεωργοπούλου.» Θυμάμαι, ερχόμουν λέγοντας θα κάνω μια γνωριμία, θα φάμε γαρίδες και… Κι όμως, ούτε μια κουβέντα.

«Μα, δεν είναι αυτή η Ρόζα! Είναι τουλάχιστον Λέων Ροζάκης!» φώναξα στη Σμαρώ.
«Σαν θεράπων γιατρός, δεν θα πρεπε να το είχατε προσέξει;»
«Γεράματα…»

Ο ίδιος ο ασθενής επεμβαίνει: «Εδώ, έχω τη σύζυγό μου. Έφερα κεφίρ στη Ροζούλα, πήγε τουαλέτα, άφησε τον φάκελο κοντά μου και μετά όλα μαύρα. Με πήρε ο Μάκης όπως βάρκα στα μπουρίνια κι ήρθα εδώ. Πόνους είχα, τώρα… νιώθω τέλεια! Μπορώ να πετάξω αν φέρετε σπίρτο κάτω από μένα. Δεν ξέρω τι μου βάλατε, αλλά δε θα κοιμηθώ ως που να γράψω το επόμενο βιβλίο μου!»

«Προτείνω το εξής!» λέει τότε διπλωμένη η Σμαρώ, με σοβαρό ύφος. «Εμείς εδώ ποτέ δεν ήμασταν!»
Με προλαβαίνει κιόλας η Σμαρώ: «Τον Μάκη τον παίρνω πάνω μου εγώ, κύριε Μιχάλη».

Έτσι, έμεινα στο σανατόριο χωρίς γνωριμία, χωρίς έρωτα, αλλά με μια φοβερή ιστορία για να αφηγούμαι στις παρέες και του χρόνου βλέπουμε!

Oceń artykuł
Ο καρδιολόγος Μπραζνίκοβ ήρθε στο ελληνικό σανατόριο για να χαλαρώσει. Αποφάσισε να ξυριστεί και να βγει το βράδυ. Για όσους είναι πάνω από 40 – ξέρετε τώρα, αυτά τα πράγματα! Αν και εκείνος έχει περάσει τα 60 – αλλά ποιος θα το καταλάβει;