Πετράκης: Μια Διήγηση

Ημερολόγιο: Πετράκης

Το παράθυρο στο δωμάτιο του νοσοκομείου ήταν ανοιχτό. Η νοσοκόμα το είχε ανοίξει το πρωί. Ο αέρας ανέμελα έμπαινε, η κουρτίνα ανέμιζε, το πράσινο των δέντρων έξω από το παράθυρο ξεκούραζε το βλέμμα το καυτό καλοκαίρι ήταν ακόμα μακριά.

Μου αφαίρεσαν τη σκωληκοειδίτιδα. Είπαν πως ήταν δύσκολη η επέμβαση· πρόλαβαν στο τσακ, αλλά εγώ δεν φοβήθηκα.

Δεν σε φοβίζουν οι ενέσεις; μου χαμογέλασε η νοσοκόμα το πρωί, παίζοντας με τη σύριγγα.
Γύρισα στο πλάι, δεν με άφηναν ακόμα να σηκωθώ.
„Καλά, έβγαλες ανατριχίλα…”

Με φέρανε εδώ από τη στοά εκεί με έπιασε το έντονο πόνο. Όχι, δεν ήμουν άστεγος, μεγάλωσα σε ίδρυμα. Απλώς γυρίζαμε από τη λαϊκή με τα άλλα παιδιά, παρανοώντας προσπαθούσαμε να βγάλουμε κανένα μεροκάματο, και τότε έγινε το κακό.

Μετάνιωνα μόνο για ένα: πως „φόρτωσα” μπελά στο Χρήστο και το Μανωλάκη τώρα θα γίνει χαμός στο ίδρυμα. Ήδη από χτες είχε έρθει η Υποδιευθύντρια, η κυρία Ευγενία τάχα μου νοιαζόταν. Τότε ήμουν ακόμα νυσταγμένος από την αναισθησία, και θυμάμαι μόνο το πρόσωπό της πάνω από μένα, ανήσυχο. Τι ακριβώς μου είπε δε θυμάμαι.

Γιατί δεν με έπιασε αυτός ο πόνος νωρίτερα, όταν ήμουν μέσα στο ίδρυμα; Εκεί θα προλάβαινα να πάω στον γιατρό, εδώ με βρήκε στον δρόμο.

Άλλαξα γνώμη για τα βερύκοκα. Στη λαϊκή μας έδωσαν ένα τελάρο με χαλασμένα αλλά ήταν πιο νόστιμα κι από φρέσκα! Καταβροχθίσαμε πολλά… εκεί την πάτησα.

Ε, λεβέντη, πώς είσαι; ο γιατρός με τα γκρίζα χέρια κοίταξε την τομή. Το χειρότερο πέρασε. Όλα καλά.
Δεν φοβήθηκα, γιατρέ.
Α, μπράβο! Αλλά να φας μην βιαστείς. Τα φαγητά από το σπίτι απαγορεύονται κάνε λίγη υπομονή, το βράδυ θα σου φέρουμε ζελέ.
Έγνεψα μόνο από σεβασμό. Ήξερα κανείς δεν θα μου φέρει τίποτε. Στο ίδρυμα όλοι θυμώνουν μαζί μου που το σκασα, που „μπλέχτηκα”. Κρυφά είχαμε πάει στη λαϊκή μέσα από μια τρύπα στον φράχτη κι εγώ να σωριαστώ στον γυρισμό!

Όσο για το ότι είμαι θαρραλέος… έτσι είμαι, η ζωή με έκανε. Αν η μάνα μου με γέννησε κατά λάθος ή από ανάγκη για λίγα ευρώ, πια δεν με νοιάζει. Είμαι δέκα χρονών και τα σκέφτομαι όλα ψύχραιμα, όπως όλοι οι ιδρυματικοί.

Γιατί να θυμώσω στη μάνα μου; Αντίθετα, ευχαριστώ που με έφερε στον κόσμο. Παρ όλο που με παράτησε με το που γεννήθηκα.

Μέχρι τα τρία ήμουν στο βρεφοκομείο, μετά στον παιδικό στα Γιάννενα, ύστερα με στείλανε στη Λαμία. Όσο με θυμάμαι παλεύω για την επιβίωση.

Στο νου μου έρχεται το ξύλο για μια μερίδα φαγητό στην τραπεζαρία. Ήταν ήσυχα χρόνια, αλλά η κουζίνα άδειαζε έβλεπες το προσωπικό να παίρνει φαγητά στο σπίτι του.

Μα δεν ήταν μόνο το φαγητό για όλα μαλώναμε. Μεγάλωσα στιβαρός. Έσπαγα και χέρια. Κάποτε στην κομμώτρια που ερχόταν να μας κουρέψει της ήρθε να βάλει τα κλάματα όταν είδε το κεφάλι μου γεμάτο ουλές. Γιατί να κλαις; Εγώ ποτέ δεν έκλαψα.

Τώρα με θέλουν να φοβηθώ από ένα σημάδι στη κοιλιά ή από ενέσεις δηλαδή, αστεία…

Ποτέ δεν ένιωθα ότι ανήκω στους μεγάλους ήταν ψυχροί, υπολογιστικοί. Δεν ήμουν μωρό ή γλυκιά κοπελίτσα που μπορείς να συμπαθήσεις. Ήμουν σκληρός, ευθύς, λιγάκι αγριεμένος.

Πρόσεχε Πετράκη! Αν κάνεις καμιά βλακεία, σε στέλνω απομόνωση! με απειλούσε συχνά η κυρία Ευγενία.
Δεν αντιμιλούσα, αλλά ούτε και θα της πωθάσαι. Εγώ είχα τους δικούς μου κανόνες.

Υπήρχε μόνο ένας μεγάλος άνθρωπος που θύμιζα συχνά. Δεν ξέρω πώς είναι να σκέφτεσαι τη μαμά σου, αλλά με αυτήν τη γυναίκα, που τότε έμεινε λίγο, μιλούσα συχνά στο μυαλό μου. Ήμουν έξι χρονών όταν δούλεψε σε εκείνο το ίδρυμα, στα Γιάννενα. Δεν θυμάμαι τι θέση είχε, αλλά θυμάμαι το τρυφερό της χαμόγελο, τα γαλανά της μάτια, τα ζεστά χέρια και το άρωμα της. Θυμάμαι να με παίρνει αγκαλιά και να μου ψιθυρίζει:
Πρέπει να είσαι δυνατός, Πετράκη. Να τρως κανονικά, να προσέχεις τον εαυτό σου, να ακούς. Θα είναι δύσκολα, αλλά μπορείς να τα καταφέρεις. Προσπάθησε. Κατάλαβες;
Και μετά μου τραγουδούσε ένα νανούρισμα:
Γατούλα μου μικρή, γατάκι γκρι-ασπρουλί,
Νάνι νάνι, νάνι νάνι,
Ουρίτσα γκριζούλα, πατουσίτσες άσπρες,
Νάνι νάνι, νάνι νάνι…

Μπορεί να ένιωθα μεγάλος, αλλά στις δύσκολες στιγμές σιγοτραγουδούσα αυτό το νανούρισμα. Θυμόμουν τα ζεστά της χέρια και μου έφευγε λίγο η στεναχώρια.

Ύστερα εκείνη έφυγε. Μου άφησε μόνο την ανάμνηση της και το τραγούδι. Ούτε το όνομά της δεν θυμόμουν. Την έλεγα „μαμά” στο κεφάλι μου, ήξερα πως ήταν μάλλον κάποια νοσοκόμα.

Η νοσοκόμα έκλεισε το παράθυρο, έστρωνε το κρεβάτι απέναντι. Χάρηκα ήμουν μόνος και ένιωθα βαρεμάρα.

Σε λίγο μπήκε φορείο. Πλήθος από γιατρούς και νοσοκόμες τριγύρω. Όλα έγιναν γρήγορα. Από το κρεβάτι απέναντι είδα ένα ισχνό αγόρι με μυτερό πρόσωπο, στον ορό. Έμειναν μόνο η νοσοκόμα και ένας άντρας με άσπρη ρόμπα.

Καμιά συζήτηση. Λίγες κουβέντες.
Θα κοιμηθεί, ακούστηκε από τη νοσοκόμα.
Εντάξει. Ευχαριστώ.
Αν χρειαστεί, φωνάξτε…
Εντάξει.

Ο άντρας έμεινε ακίνητος δίπλα από το κρεβάτι του παιδιού. Εμένα μου πιάστηκε η πλάτη από το ξάπλωμα, άλλαξα πλευρό και ακούστηκε το στρώμα. Ο άντρας με κοίταξε είχε έντονη, κουρασμένη ματιά.
Καλησπέρα, μουρμούρισε. Λες και τώρα μόλις θυμήθηκε την παρουσία μου.
Καλησπέρα, απάντησα.
Ήρθε με την καρέκλα και κάθισε δίπλα μου.
Σε χειρούργησαν;
Ναι, αφαίρεση σκωληκοειδίτιδας.
Καλά. Σηκώνεσαι;
Όχι ακόμα.
Θες τίποτα;
Δεν μου επιτρέπουν να φάω ως το βράδυ. Ο φίλος σου; έδειξα το αγόρι απέναντι.
Εκείνος; Άλλο πρόβλημα. Πειράζει αν μείνω εδώ; Κάτσε αν χρειάζεσαι κάτι.
Δεν πειράζει, απάντησα. Ποιος ήμουν να πω όχι;
Τον λένε Σωτήρη. Εντεκα χρονών. Εσένα;
Πέτρος, δέκα.
Ευχαριστώ, Πέτρο, είπε. Δεν κατάλαβα τι εννοούσε.

Την επόμενη μέρα γέμισε το δωμάτιο γιατρούς και συγγενείς. Κάθε πρωί έβαζαν ορούς στον Σωτήρη, οι γονείς παρέμεναν, ο πατέρας κοιμόταν δίπλα του. Η μητέρα ήρθε με τους παππούδες. Ψηλή γυναίκα με σκούρα κατσαρά μαλλιά, τα μάτια της κόκκινα.
Να μεταφέρετε το αγόρι; ρώτησε ο πατέρας.
Ναι, είπε ο γιατρός.

Εκείνο το βράδυ, κατάλαβα για πρώτη φορά πως ο Σωτήρης πεθαίνει. Δεν συνήλθε ποτέ, το σώμα του έμοιαζε κοιμισμένο, η ατμόσφαιρα βαριά.
Μόνο μια ξαδέρφη του έμεινε παραπάνω. Ντρεπόμουν μες το δωμάτιο μαζί της. Η νοσοκόμα μπήκε να μου αφαιρέσει τον καθετήρα.
Τι να σε κάνει κοπέλα, έλα γρήγορα, γκρίνιαξε.
Η διαδικασία κράτησε λίγο. Έμεινα ξαπλωμένος, γυμνός, δεν ήξερα καν πού ήταν τα ρούχα μου.
„Δεν με θέλει κανείς”, μουρμούρισα μέσα μου.

Μετά από ώρα αποφάσισα να σηκωθώ. Η κοπέλα γύρισε.
Θες βοήθεια;
Όχι, μου ζαλίστηκε το κεφάλι.
Τα ρούχα μου, ξέρετε πού είναι;
Θα μάθω, είπε. Πρόσεξε τον Σωτήρη, ναι;
Δοκίμασα να σηκωθώ, τυλιγμένος με το σεντόνι, αλλά τα πόδια δεν με κρατούσαν.
Τελικά έφεραν νοσοκομειακά ρούχα. Ήταν όλα μεγάλα· μου τα γύρισε εκείνη.
Πώς σε λένε; με ρώτησε.
Πέτρο.
Εγώ είμαι η Λίνα. Πέτρο, μπορείς να φωνάξεις τη μαμά σου;
Δεν έχω μαμά.
Τον πατέρα ή…;
Όλα καλά, είπα φευγαλέα.

Από το καθρέφτη στις τουαλέτες είδα τις σκιές κάτω από τα μάτια, αλλά με τα μαύρα μου μάτια και το όνομα Πέτρος Μαυρόπουλος ήμουν υπερήφανος.
Έπλυνα το πρόσωπο. Η Λίνα φρόντισε να φέρω ζελέ. Δεν άντεχα άλλο ξάπλα, άρχισα να γυρίζω στο δωμάτιο. Ο Σωτήρης ήταν όμορφο παιδί, λεπτεπίλεπτος, μαλλιά σγουρά, σαν τη μάνα του. Έμοιαζε λίγο και με κορίτσι.
Θα πεθάνει; ρώτησα ευθέως.
Η Λίνα τινάχτηκε.
Δεν ξέρουμε… Μακάρι όχι. Τα δοκιμάσαμε όλα τέσσερα χειρουργεία, το έντερο βασανισμένο… Είμαστε όλοι δίπλα του. Εγώ είμαι θεία του, η αδελφή του πατέρα του. Τα θαύματα όμως δεν γίνονται;
Δεν ξέρω, είπα μόνος μου.
Σκεφτόμουν πόσο διαφορετική ζωή έχει ο Σωτήρης. Όλα τα είχε μαμά, μπαμπά, παππούδες, οικογένεια… Κι όμως, ήταν εκεί, στο όριο. Δεν είχε τύχη…

Εμένα με μετέφεραν σε άλλο θάλαμο με ηλικιωμένους. Βαριόμουν φρικτά, ξαναγύριζα να βλέπω τον Σωτήρη. Τον γνώρισα ακόμα πιο καλά χάρη στον πατέρα του, τον Δημήτρη.
Ο Δημήτρης άρχισε να μου φέρνει ρούχα ήξερα ότι ήταν του Σωτήρη. Τα πήρα διστακτικά.
Αν τελικά ζήσει;

Δεν τα χρειάζεται για σένα είναι.
Οι μεγάλοι σπάνια μιλούσαν για τον θάνατο. Το απέφευγαν. Για αυτούς, το να το πουν για το μοναχοπαίδι αδιανόητο.

Μια μόνο φορά φώναξε η μάνα: „Γιατί τα κάναμε όλα σωστά κι όμως πεθαίνει; Πώς να μ ανακουφίσει;”

Δημήτρη, πονάει ο θάνατος; τον ρώτησα.
Πέτρο, όχι, είναι σαν να κοιμάσαι. Προσπαθούμε να του κάνουμε να μη νιώσει τίποτα.
Κι αν μας ακούει; ρώτησα.
Αυτές οι κουβέντες μπορεί και να φτάνουν.

Μια φορά ο Δημήτρης έλειψε και μ άφησε μόνο με τον Σωτήρη. Κάθισα δίπλα του και του μίλησα:
Ξέρεις, δεν ξέρω που είναι η μάνα μου. Δεν της κρατάω κακία, αν έρθει θα της δώσω συγχώρεση. Αλλά εσύ μην πεθάνεις. Δώσε ό,τι έχεις, προσπάθησε…
Γύρισε ο Δημήτρης, άκουσε.
Μου έσφιξε το χέρι, σας το λέω! του φώναξα.
Σε πιστεύω, Πέτρο.

Στη δυσκολότερη στιγμή, η οικογένεια με άφηνε να μιλάω στον Σωτήρη. Ο Δημήτρης στεκόταν έξω, άκουγε ιστορίες από τις δικές μου φασαρίες, έδινα κουράγιο εκεί στο τέλος.
Να ξέρεις, με είχε βαρέσει τη μια ο Σαραντής και μου έσπασε το χέρι, σκοτείνιασαν τα μάτια μου, αλλά δεν έκλαψα, όχι. Και θα ξαναγίνεις καλά σκληρότερο είναι να σου σπάνε το χέρι παρά μια αρρώστια.

Ο Σωτήρης πέθανε ένα βράδυ. Δεν το κατάλαβα. Όταν ρώτησα την επόμενη την νοσοκόμα, με κοίταξε λυπημένα:
Δυστυχώς, έτσι είναι.
Θύμωσα. Γιατροί, νοσηλευτές άλλα λόγια, άλλες πράξεις. Όλα ανούσια, τουλάχιστον για μένα. Αλλά πώς να βγάλω το θυμό μου; Με μια κλοτσιά στο κουβά με τα νερά, φωνές στους διαδρόμους. Μετά κλείστηκα στο κρεβάτι μου, τα αυτιά σκεπασμένα.

Ο Σωτήρης, που όλον τον καιρό έδειχνε να κοιμάται, ήταν φίλος μου. Του είχα πει όλη μου τη ζωή για τη μάνα, για τη γυναίκα με το νανούρισμα, για τους τσακωμούς, για τους πόνους.

Το βράδυ, τον είδα στον ύπνο μου· χαμογελούσε θλιμμένα, κι όταν ήθελε να σηκωθεί, μου ζήτησε μόνο να μείνει λίγο ακόμα. Μια φωνή λεπτή, σαν κοπέλας, μου έλεγε ιστορίες για όσα δεν είχε προλάβει να ζήσει.
Δεν θυμάμαι ό,τι είπε, θυμάμαι το συναίσθημα, θυμάμαι τη φωνή του· ύστερα ήρθε η ησυχία.

Έκτοτε μιλούσα νοητά μαζί του. Μου διηγούνταν ταξίδια στη θάλασσα, γιαγιάδες, παππούδες, τιμητές, για σχολεία, συμμαθητές, τη μαμά που του φτιάχνει πρωινό. Έτσι φανταζόμουν την οικογενειακή ζωή εγώ ποτέ δεν τη βίωσα και ό,τι γνώριζα ήταν από τηλεόραση.

Ήμουν σίγουρος ότι σε κάθε ελληνικό σπίτι οι καναπέδες είναι ίδιοι, κάθε Πέμπτη έχουμε ψάρι και το τσάι το σερβίρει η μάνα με κουτάλα.

***

Παράξενο αλλά όταν έφυγε ο Σωτήρης, ο Δημήτρης αναστέναξε μέσα του ανακούφιση. Όχι επειδή δεν τον αγαπούσε. Γιατί ο πόνος τέλειωσε. Το παιδί του μαρτύρησε αυτό, είπε, αρκεί.

Πλέον έπρεπε κι εκείνος να προχωρήσει να γιατρέψει τη γυναίκα του, τη Σοφία, να μάθει να ζει χωρίς ελπίδα για δεύτερο παιδί. Στη Σοφία έλεγα τίποτα για μένα. Δεν ήρθε η κατάλληλη ώρα.

Όμως ο Δημήτρης, χωρίς να πει τίποτα στη Σοφία, ήρθε στο ίδρυμα. Εκεί δεν με άφησαν να τον δω· τον κοιτούσαν με καχυποψία. Δεν τα παράτησε. Βρήκε τη συμμαθήτριά του, τη Κατερίνα που ήξερε από υιοθεσίες, ζήτησε βοήθεια. Η Κατερίνα τον έστειλε να βρει τους κατάλληλους στο Δήμο πήρε ό,τι έγγραφα χρειαζόταν.

Βοήθησε η αδελφή του, η Λίνα αυτή που είχαμε γνωριστεί. Όλοι του είπαν: το σημαντικότερο είναι η συναίνεση της γυναίκας του κι η δική μου· αλλιώς τίποτα.

Η Σοφία έκλαιγε κάθε φορά που ακούγονταν το όνομά μου.
Δεν θα αντικαταστήσει τον Σωτήρη, καταλάβετε το! Δεν μπορώ.
Δεν σε πιέζω, της απαντούσε.
Ήταν η πρώτη παραχώρηση.

Στην πρώτη μας συνάντηση στο ίδρυμα ήμουν άκαμπτος, με τα μάτια στο πάτωμα, γροθιές σφιγμένες. Ούτε χαιρετούρα στον Δημήτρη. Εκεί η Κατερίνα δεν ανακατεύτηκε. Κοίταξε τον Δημήτρη, είδε πόσο δύσκολα ένιωθα.

Αυτός ο μικρός τον θέλει απίστευτα, αλλά φοβάται πως δεν θα τα καταφέρει, είπε μετά χαμηλόφωνα στην Σοφία.
Είμαστε τρομακτικοί; ρώτησε.
Είστε αυτοί που πάντα περίμενε.

Συμφωνήσαμε να έρθω για βόλτα. Όταν με έφερε στο σπίτι ο Δημήτρης, καθίσαμε για καφέ στην κουζίνα. Ίδρωναν τα χέρια μου, τρόμαζα μήπως κατεβάσω την κούπα, μήπως κάνω φασαρία. Όλα ήταν αλλιώτικα πολύ φιλικά, πολύ κοντά.
Τη Σοφία τη φοβόμουν.

Έπεσε ένα κουτάλι του Δημήτρη. Πετάγομαι, λέω:
Έγινε της κακομοίρας…
Μπα, πάει το κουτάλι. Τι κάθεσαι, φάε λίγο πατάτα, μου είπε γελαστά.

Η Σοφία έσπασε τον πάγο:
Θέλεις να δεις το δωμάτιο του Σωτήρη;
Πήγαμε μέσα. Μεγάλος πίνακας με τη φωτογραφία του. Εκεί, ο Σωτήρης γελούσε χαρούμενος, ζωντανός.
Εδώ είναι πιο γελαστός.
Τότε δεν ήταν άρρωστος ακόμα.
Πριν πεθάνει, είπα ευθύς. Θέλω να δω πού ζούσε.

Η Σοφία μου έφερε το άλμπουμ, πρώτα όμως δεν ήθελε να το δει η ίδια. Σε λίγο καθίσαμε και κοιτούσαμε μαζί τις φωτογραφίες. Γιατί να της το αρνηθώ; Γελάσαμε, σχολιάσαμε.

Όταν είδα μια φωτογραφία στη θάλασσα, φώναξα:
Το έλεγε, πήγατε θάλασσα!
Η Σοφία ταράχτηκε.
Μα τότε πια δεν μιλούσε…
Εμένα μου μιλούσε!

Αν θέλαμε να σε υιοθετήσουμε, τι θα έλεγες; ρώτησε αργότερα.
Σώπασα λίγο, ξεφύλλιζα το άλμπουμ.
Δεν ξέρω. Εκείνος ήταν καλός. Εγώ όχι και πολύ. Δεν ξέρω πώς είναι…
Η Σοφία με άρπαξε στην αγκαλιά της. Είχα αιώνες να με αγκαλιάσει κανείς. Ανασαίνοντας τη ζεστασιά, το άρωμά της, πάθαινα ταραχή, αλλά συνέχισα να χαζεύω τις φωτογραφίες. Όμως τα μάτια έκαιγαν, ένα δάκρυ γλύστρησε. Προσπάθησα να το κρύψω, αλλά μ άγγιξε τρυφερά.
Δεν πειράζει που κλαις. Και εγώ θα κλάψω. Να είσαι δυνατός, Πέτρο μου!
Αυτές οι λέξεις τις είχα ξανακούσει.

Το παράθυρο ανοιχτό. Ο αέρας δροσερός, η κουρτίνα φούσκωνε. Από τον πίνακα με κοίταζε ο Σωτήρης.
Δειλά, ρώτησα τη Σοφία:
Μήπως ξέρετε το νανούρισμα, „Γατούλα μου μικρή, ουρίτσα γκριζούλα…”
Χαμογέλασε:
Θα το μάθω να στο τραγουδώ, αν το θες.
Έγνεψα και τίποτα πια δεν επιθυμούσα…

Συμπέρασμα:
Μέσα στην πιο βαθιά μοναξιά, μπορεί μια μικρή πράξη ζεστασιάς να μετατρέψει τον φόβο σε ελπίδα. Τελικά, δεν υπάρχει μεγαλύτερη δύναμη από το να ξέρεις πως κάποιος σε αποδέχεται όπως ακριβώς είσαι.

Oceń artykuł
Πετράκης: Μια Διήγηση