Η φανταστική φίλη
Τρίτη μέρα τώρα, όλο το σχολείο είχε μαζευτεί γύρω από τη Μαρίνα. Η φήμη της ως της πιο σοφής και διορατικής μαθήτριας είχε ξεπεράσει κάθε όριο. Έρχονταν όλοι να πάρουν λίγη από τη σοφία της· στην κυλικεία, στο διάλειμμα, ακόμα και έξω από τις τουαλέτες. Της έφερναν σοκολατάκια, τετράδια γεμάτα εργασίες, μικρά δωράκια και άλλα καλούδια, τα οποία όμως σχεδόν πάντα αρνιόταν με ένα στραβό χαμόγελο.
Μαρίνα, νομίζω μου αρέσει ο Δημήτρης από το Ε2. Λες να κάνουμε κάποτε οικογένεια μαζί; ρώτησε η Ευγενία όλο λαχτάρα.
Δεν θα το πρότεινα. Ο Δημήτρης φαίνεται καλό παιδί αλλά σκαλίζει τη μύτη του και τρώει τα νύχια του. Δεν θα πεινάσεις μαζί του, σίγουρα, μα κουρασμένη θα καταντήσεις στο τέλος, είπε η Μαρίνα, χαζεύοντας τις ροδέλες που έτρωγε και ρουφώντας ελληνικό τσάι.
Αηδία Και ο Τάσος; Τα λέει καλά, διαβάζει, παίζει και κιθάρα, επέμεινε η Ευγενία με μια ξανά φωτισμένη ελπίδα.
Ο Τάσος βασανίζει γάτες. Δένει κονσέρβες στην ουρά τους και τριγυρνάει σαν τρελός στις γειτονιές. Θα γίνει σκληρός και θα πίνει πολύ.
Από πού το συμπεραίνεις αυτό;
Είδες ποτέ νηφάλιο κιθαρίστα στην Ελλάδα; Και εσύ ακόμα μικρή είσαι· καλύτερα να διορθώσεις τα μαθηματικά σου και να σταματήσεις να τρως τα νύχια σου. Θα πιάσεις κανένα μικρόβιο. Τ’ αγόρια θα περιμένουν.
Εκεί μπήκε με φόρα ο Στέφανος από το Δ1, σπρώχνοντας άθελά του την Ευγενία στην άλλη άκρη του τραπεζιού.
Εγώ δεν έχω φίλους. Με λένε όλοι χοντρό και δεν θέλουν να παίζουν μαζί μου, παραπονέθηκε.
Την Τετάρτη ξεκινάνε οι εγγραφές στο τμήμα πάλης. Αν πας, μπορεί να μην αδυνατίσεις, αλλά δεν θα σε πειράζει κανείς πια. Και να μη σπρώχνεις έτσι την μέλλουσα γυναίκα σου!
Η Μαρίνα μάζεψε το δίσκο της και πήγε να τον ξεπλύνει. Εκεί της μίλησε χαμηλόφωνα η γεωγραφίας, η κυρία Αλεξανδράτου:
Μαρίνα μου, λες να ξεκινήσω φέτος μαθήματα για δίπλωμα οδήγησης ή να το αφήσω για του χρόνου;
Κυρία μου, δίπλωμα θέλει και αυτοκίνητο κι εσείς έχετε το Fiat του πατέρα σας. Καταλαβαίνετε τη διαφορά;
Ε… νομίζω ναι…
Η Μαρίνα σήκωσε τα μάτια στον ουρανό και, καθώς έπλενε τα χέρια της, συνέχισε:
Πουλήστε το σαραβαλάκι, πάρτε ποδήλατο και ωραίο σορτσάκι, και σε δυο μήνες θα σας πηγαίνουν στη δουλειά φίλες. Καλύτερα βέβαια να βγάλετε στεγαστικό δάνειο, τώρα που τα επιτόκια είναι πάρα πολύ καλά. Με τους δικούς σας στα τριανταπέντε δεν λέει πια να μείνετε, το λέω ως ειδικός.
Με έκπληκτα βλέμματα όλοι την ακολούθησαν καθώς πήγε στην τάξη για το μάθημα τεχνολογίας.
Εκεί, σε σαράντα λεπτά, όσο οι συμμαθήτριές της μάθαιναν να μετρούν με το μέτρο και να περνάνε κλωστές στη βελόνα, η Μαρίνα μπάλωσε ένα παντελόνι που έφερε από το σπίτι, στένεψε μια φούστα κι έπλεξε με το βελονάκι ένα ζευγάρι κάλτσες που χάρισε στη δασκάλα, λέγοντας πως στις έγκυες δεν κάνει να κρυώνουν τα πόδια. Εκείνη αμέσως έφυγε νωρίς για φαρμακείο. Την επόμενη μέρα, όλη η τάξη έφαγε κέικ σοκολάτα που έφτιαξε η δασκάλα για να ευχαριστήσει τη Μαρίνα.
Στο σπίτι η Μαρίνα φερόταν περίεργα και πάλι. Μάλωσε τη μαμά επειδή πήρε έτοιμο κιμά, κι έκατσε να φτιάξει χωριάτικα πιτάκια με τα χεράκια της. Αντί να δει βιντεάκια στο κινητό, διάβαζε «Οι Τρεις Σωματοφύλακες» και κάθε τόσο ψιθύριζε κάτι σαν να μιλούσε σε κάποιον. Ο πατέρας της σηκώθηκε από το laptop και η Μαρίνα του είπε να καθίσει ίσια, κι ότι θα ήταν καλύτερα να βγάλει το χαλί έξω να το τινάξει, παρά να κάθεται σε βρώμικες σελίδες του ίντερνετ.
Η φήμη της είχε γίνει θέμα συζήτησης στο σχολείο. Τελικά, οι δάσκαλοι ζήτησαν παρέμβαση ψυχολόγου. Όλο το συμβούλιο του σχολείου μαζεύτηκε μαζί με τη διευθύντρια στο γραφείο της.
Μαρίνα, καλή μου, σε πειράζει κανείς εδώ; ξεκίνησε ο νεαρός ψυχολόγος με τα γυαλιά και τη μούσια.
Με ενοχλεί που έπεσαν τόσα ευρώ στη σχολική επιτροπή και το μόνο που πήραμε ήταν μια παλιά πλάτη και δυο σκοινιά για τη γυμναστική, απάντησε αδιάφορα.
Όλοι γύρισαν και κοίταξαν τη διευθύντρια που ξαφνικά θυμήθηκε να «τρέξει» για σύσκεψη.
Έχεις φίλους;
Η φιλία είναι σχετική έννοια. Σήμερα παίζεις κυνηγητό στο διάλειμμα κι αύριο η κολλητή σου πλένει πιάτα στο σπίτι σου ενώ εσύ προσπαθείς να βγάλεις φοροαπαλλαγή, είπε βαριεστημένα η Μαρίνα, παίζοντας με τις κοτσίδες της.
Τι φοροαπαλλαγές και πιάτα; Ποιος σου τα λέει αυτά;
Η φίλη μου.
Ορίστε λοιπόν, εδώ είναι το πρόβλημά μας! Μπορείς να την καλέσεις;
Μα είναι εδώ, απάντησε ψύχραιμη η Μαρίνα.
Και πώς τη λένε;
Ραΐσα Παυλίδου.
Τι όνομα είναι αυτό; Πόσο χρονών είναι;
Εβδομήντα.
Και τι σου λέει;
Να βουρτσίζω τα δόντια μου από τα ούλα προς τα κάτω. Ότι το σκυλί στην είσοδό μας δεν είναι άγριο, απλώς είναι φοβισμένο και πεινασμένο. Ότι οικογένεια δεν πρέπει να την ξεχνάς. Και… ότι τον τελευταίο καιρό ο φόρος ακινήτων σας βγαίνει λάθος πρέπει να πάτε στη ΔΟΥ να το ξαναδείτε, σας τα έχουν υπολογίσει με αντικειμενικές κι όχι με εμπορικές αξίες, είπε σοβαρά.
Ο ψυχολόγος κράτησε σημειώσεις, βάζοντας δυο φορές υπογράμμιση στο τελευταίο.
Στο τέλος, ειδοποιήθηκαν και οι γονείς από τα κινητά τους.
Μα… Έτσι τη λέγανε τη μάνα μου! φώναξε ο πατέρας, ταραγμένος. Πέθανε πριν δέκα χρόνια.
Άρχισαν όλοι να σταυροκοπιούνται και να ψιθυρίζουν.
Και κανείς δεν πηγαίνει στο μνήμα της, πέρασαν τόσα χρόνια, όλα χόρτασαν, η μάντρα γέρνει, παραπονέθηκε η Μαρίνα.
Ήθελα να πάω, αλλά δεν προλάβαινα ποτέ…, ψιθύρισε ο πατέρας στο τηλέφωνο.
Έτσι τελείωσε η συνεδρία.
Την επομένη, η οικογένεια πήγε όλοι μαζί στο νεκροταφείο. Η Μαρίνα δεν είχε γνωρίσει την γιαγιά της, μόνο από τις λίγες αφηγήσεις του πατέρα της. Την ταφόπλακα την βρήκαν με δυσκολία στο τεράστιο πεδίο του κοιμητηρίου που κάποτε ήταν πευκοδάσος.
Είχε φέρει μαζί της ένα μπουκέτο κίτρινες τουλίπες, το έβαλε σε κομμένο μπουκάλι νερού. Ο πατέρας ίσιωσε τη μάντρα κι η μητέρα καθάρισε τα χόρτα.
Μπαμπά, η γιαγιά λέει πως είσαι καλός άνθρωπος, απλώς έχεις βουλιάξει στη δουλειά και στο ίντερνετ, κι έτσι δεν σου μένει χρόνος, ούτε για μένα.
Ο πατέρας κοκκίνισε κι έγνεψε καταφατικά.
Πες ότι θα προσπαθήσουμε να το αλλάξουμε αυτό, είπε εκείνος και χάιδεψε το κεφάλι της, και μετά τη ξεθωριασμένη φωτογραφία στο μνήμα.
Τώρα θα είναι ήσυχη και δεν θα έρχεται πια. Παρόλο που θα μου λείψει πολύ είναι τόσο καλή, χαρούμενη και έξυπνη.
Έτσι ήταν η γιαγιά σου, έβλεπε πίσω απ τους ανθρώπους. Λέει κάτι άλλο;
Ναι. Λέει ότι η δίαιτα με αγγουράκια είναι για γέλια αν θες να αδυνατίσεις, πήγαινε στο γυμναστήριο. Κι ότι το να ανοίγεις λογαριασμό σε ευρώ ήταν ανούσιο καλό είναι πρώτα να τα υπολογίζεις όλα σωστά πριν κάνεις τέτοια βήματα. Και με το φτηνό μπετόν που παράγγειλες για τα θεμέλια της αποθήκηςΟ πατέρας χαμογέλασε μέσα από τα δάκρυά του, έβγαλε ένα παλιό μαντήλι να σκουπίσει τα γυαλιά του και κοίταξε γύρω του, λες και περίμενε να δει μια γνωστή σκιά να περπατά ανάμεσα στις πρασινάδες. Κάτι άγγιξε τον ώμο του, απαλά· ήταν το χέρι της Μαρίνας, μικρό, ζεστό και δυνατό όπως δεν το είχε ξανανιώσει.
Γυρίζοντας σπίτι, εκείνο το απόγευμα, άφησαν για πρώτη φορά τα κινητά στην άκρη της τραπεζαρίας. Η Μαρίνα κάθισε στο χαλί και είπε παραμύθι για το άσπρο σκυλί στην είσοδο και για μια κυρία με κίτρινο φόρεμα που περπατούσε αθόρυβα δίπλα τους. Η μαμά έφτιαξε ζεστό κακάο και κάθισαν όλοι μαζί, ίσως πρώτη φορά μετά από χρόνια, χωρίς τηλεοράσεις και ειδοποιήσεις, με μοναδική συντροφιά τη φωνή της και ένα γέλιο που έμοιαζε παλιό, αλλά τρυφερό σαν καινούριο.
Αργά το βράδυ, όταν όλα ησύχασαν, η Μαρίνα κοίταξε απ το παράθυρο το φεγγάρι και ψιθύρισε:
«Καληνύχτα, γιαγιά. Μην ανησυχείς. Θα τα φροντίσουμε όλα εμείς τώρα».
Και, κάπου στο βάθος της αυλής, το άσπρο σκυλί κουνούσε χαρούμενα την ουρά του κάτω από το φως των άστρων.





