Αλεξάνδρα δεν άντεχε εκείνες τις ημέρες που στο ορφανοτροφείο έρχονταν ζευγάρια για να υιοθετήσουν παιδιά! Γιατί εδώ και εφτά χρόνια που ζει εκεί, ποτέ κανείς δε τη διάλεξε.
Παλιά, όταν ήταν ακόμη μικρούλα, περίμενε αυτές τις μέρες με ανυπομονησία. Χάζευε γεμάτη δέος τις όμορφες κυρίες με τα ακριβά αρώματα και τους κυρίους με τα καθαρά πουκάμισα. Της φαίνονταν σαν μάγοι που θα την έπαιρναν μαζί τους σένα μεγάλος σπίτι! Η νέα της μαμά θα τη φίλαγε για καληνύχτα.
Και ο καινούριος της μπαμπάς θα την κουβαλούσε στους ώμους του στις βόλτες τους. Και θα είχε δικό της δωμάτιο. Και δε θα αναγκαζόταν να βλέπει κάθε μέρα τον εκνευριστικό Μάριο. Όλο τραβούσε τις κοτσίδες της και τη φώναζε Σπουργιτάκι.
Η Αλεξάνδρα δεν ήξερε τι σήμαινε η λέξη. Μα της φαινόταν πολύ προσβλητική. Κι ο Μάριος συνέχιζε:
-Σπουργιτάκι! Σπουργιτάκι!
Ήταν πέντε χρονών όταν έμεινε ορφανή. Οι γονείς της σκοτώθηκαν σε τροχαίο. Ποτέ δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί η μαμά κι ο μπαμπάς δεν ερχόντουσαν πλέον. Γιατί την άφησαν.
Με τα χρόνια κατάλαβε ότι δεν θα ξαναγυρίσουν. Λίγο-λίγο οι μνήμες ξεθώριασαν. Ξέχασε τα πρόσωπά τους. Ξέχασε τις φωνές, τις μυρωδιές, το σπίτι τους, τη ζωή που είχαν μαζί.
Η Αλεξάνδρα ήθελε τόσο πολύ κάποτε να τη διαλέξει κάποιος! Αλλά το θαύμα δε συνέβη κι εκείνη σιγά-σιγά κατάλαβε πως ποτέ δε θα γίνει το δικό της. Ήταν απλώς ένα άσημο κορίτσι.
Όσοι έρχονταν διάλεγαν πάντα τα όμορφα κορίτσια με τις μεγάλες κορδέλες στα μαλλιά και τα χαριτωμένα χαμόγελα.
Ο Μάριος συνέχιζε να την πειράζει. Μόνο που τώρα ήξερε καλά πως το σπουργίτι είναι ένα μικρό πουλί.
Εκείνη τη μέρα πάλι ήρθαν επίδοξοι γονείς. Ντύσανε και στολίσανε όλα τα κορίτσια. Η Αλεξάνδρα όμως κούρεψε κοντά τα μαλλιά της μόνη της. Πλέον δεν ήθελε να την διαλέξει κανείς. Αποφάσισε ότι από δω και πέρα, η ίδια θα διαλέγει για τον εαυτό της!
Όταν την είδαν οι παιδαγωγοί, πάγωσαν. Ο Μάριος, όπως πάντα, φώναξε πίσω της:
-Σπουργιτάκι!
Η Αλεξάνδρα μόλις είχε κλείσει τα δώδεκά της χρόνια. Ο Μάριος ήταν τρία χρόνια μεγαλύτερος.
Εκείνη τη μέρα κανείς δεν την επέλεξε. Τα κοντοκουρεμένα μαλλιά της και το δυναμικό της βλέμμα φόβιζαν τους πάντες.
Τρία χρόνια μετά, ο αιώνιος εχθρός της, ο Μάριος, έφυγε από το ορφανοτροφείο. Χαιρέτησε όλους κι ύστερα ήρθε και στην Αλεξάνδρα.
-Λοιπόν, αντίο για τώρα, Σπουργιτάκι;
-Αντίο, απάντησε χωρίς συναίσθημα η Αλεξάνδρα.
-Κράτα γερά! Τρία χρόνια μένουν! Μετά θα έρθω να σε πάρω εγώ! της είπε αποφασιστικά ο Μάριος.
-Σιγά, και ποιος είπε ότι εγώ θα διαλέξω εσένα; Είσαι χαζός; τον αποπήρε εκείνη.
Ο Μάριος την κοίταξε για ώρα με ένα παράξενο βλέμμα κι έφυγε χωρίς να γυρίσει πίσω.
Μόλις η Αλεξάνδρα έκλεισε πίσω της τη μεγάλη πόρτα του ορφανοτροφείου, βγήκε στον δρόμο και ένιωσε τον αέρα της ελευθερίας. Μέσα στα χρόνια, από ατσούμπαλο παιδί, έγινε όμορφη κοπέλα. Μακριά σγουρά καστανά μαλλιά, πράσινα μάτια σαν ελιά, λεπτή σιλουέτα.
Πήγε στο διαμέρισμα των γονιών της. Και ξαφνικά, άκουσε:
-Χαίρεται, Σπουργιτάκι!
Γυρνώντας, βλέπει μπροστά της τον Μάριο.
-Τι θέλεις εδώ; τον ρώτησε.
-Είπα ότι θα ερχόμουν να σε πάρω. Ήρθα! της απαντά πλησιάζοντάς την.
-Αλλά εγώ σου είπα πως θα διαλέγω μόνη μου! τον κοίταξε από κάτω προς τα πάνω. Ο Μάριος είχε ψηλώσει και είχε ανοίξει στους ώμους.
-Διάλεξε εμένα, σε παρακαλώ, Αλεξάνδρα! της είπε τρυφερά.
-Θα το σκεφτώ, του είπε εκείνη αποφασιστικά προχωρώντας προς το σπίτι της.
Ο Μάριος την ακολούθησε μέχρι την είσοδο. Περίμενε να μπει στο ασανσέρ και μετά έφυγε. Από εκείνη τη μέρα, κάθε βράδυ καθόταν κάτω από το παράθυρό της. Στην παγκάκι της γειτονιάς, μέχρι να σβήσει το φως της.
Το καλοκαίρι πέρασε, ήρθε το φθινόπωρο, έπειτα ο χειμώνας. Ο Μάριος εκεί, κάθε βράδυ.
Μια νύχτα η Αλεξάνδρα τον πλησίασε.
-Δεν βαρέθηκες; Δε κρυώνεις έτσι όπως κάθεσαι έξω;
-Δεν πειράζει εγώ αντέχω. Αρκεί να με διαλέξεις εσύ κάποτε, Αλεξάνδρα, της είπε πάλι, κοιτάζοντάς την με ζεστό βλέμμα.
Η Αλεξάνδρα πετάχτηκε, σχεδόν τρόμαξε, κι έτρεξε πάλι πάνω. Τον παρατηρούσε πίσω από την κουρτίνα, να κοιτά τα παράθυρά της.
Στις 31 Δεκεμβρίου, η Αλεξάνδρα γυρνάει βιαστικά στο σπίτι από τη δουλειά. Έπρεπε να στρώσει τραπέζι, να φορέσει το καινούργιο φόρεμά της, η παραμονή Πρωτοχρονιάς πλησίαζε! Ο Μάριος δεν ήταν στην παγκάκι. Η καρδιά της σκίρτησε Μήπως έπαθε κάτι;
Σε μία ώρα είχε ετοιμάσει τα πάντα και έβαλε λίγο κρασί στο ποτήρι της. Πλησίασε το παράθυρο, ο Μάριος πουθενά. Ένας κόμπος φόβου στην κοιλιά της
-Τι να κάνω; Πού να τον ψάξω; Δεν ξέρω τη διεύθυνση ή το τηλέφωνό του! Τι χαζή που είμαι! σκέφτηκε δυνατά.
Ξάφνου, έξω από το παράθυρο, άναψε κάτι δυνατό!
-Ήδη ρίχνουν βεγγαλικά, σκέφτηκε και πλησίασε να δει.
Στο χιόνι, με τεράστια φωτεινά γράμματα, άστραφτε μια φράση:
-ΔΙΑΛΕΞΕ ΜΕ, ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ!!!
Κι ο Μάριος έστεκε στο παγκάκι, κοιτούσε το παράθυρό της και της κουνούσε το χέριΗ Αλεξάνδρα χαμογέλασε, ένα χαμόγελο που δεν είχε βγει ποτέ μέχρι τότε αβίαστα από τα χείλη της. Άνοιξε βιαστικά το παράθυρο, το κρύο τη χτύπησε, μα δεν ένιωσε τίποτα πια παρά μόνο τη ζέστη στην καρδιά της.
Κατέβηκε τρέχοντας τις σκάλες, τα μάτια της γεμάτα δάκρυα που έλαμπαν σαν τα αστέρια πάνω από το φωτισμένο χιόνι. Ο Μάριος στεκόταν εκεί, με χέρια στην τσέπη, τα μάγουλα κόκκινα απ το κρύο, μα τα μάτια του φωτεινά όπως τότε που της πρωτοφώναξε «Σπουργιτάκι».
Χωρίς να πει λέξη, τον αγκάλιασε δυνατά. Για πρώτη φορά στη ζωή της δεν την ένοιαζε αν ήταν επιλεγμένη ή παρατημένη είχε διαλέξει. Είχε διαλέξει να αγαπήσει, να αφεθεί, να γίνει εκείνη που ορίζει τη μοίρα της.
Και μέσα απ το σκοτεινό χειμωνιάτικο βράδυ, απ τα πυροτεχνήματα και το γέλιο μακριά, ακούστηκε σιγανά, σαν υπόσχεση, η φωνή της:
Σε διάλεξα, Μάριε. Πάντα σε διάλεγα, απλώς δεν το ήξερα.
Κι έτσι, η Αλεξάνδρα, το σπουργιτάκι του ορφανοτροφείου, πήρε τα φτερά της και πέταξε για πρώτη φορά πραγματικά προς το νέο της ξεκίνημα, προς εκείνον που στάθηκε πάντα εκεί, να την περιμένει κάτω απ το παράθυρό της, μέχρι να ζεστάνει η καρδιά της τη δική του παγωνιά.





