Έφτιαχνα τηγανίτες στο σπίτι μου όταν μπήκε εκείνος ο ξένος άντρας, λέει τώρα σε όλους η Ευγενία Αντωνίου.
Τότε καθόλου αστείο δεν της φάνηκε. Σκεφτείτε το, να είσαι μόνος σου σε ολόκληρο διαμέρισμα, να ξέρεις πως κανείς δεν θα έρθει, και ξαφνικά να δεις μπροστά σου έναν άγνωστο να σου κόβει το δρόμο! Αυτό ακριβώς έζησε.
Είχε χωρίσει με τον άντρα της, τον Νίκο, πριν πέντε χρόνια. Σχεδόν εξήντα ετών. Για καινούρια γνωριμία ούτε λόγος. Τα παιδιά της μακριά.
Ζούσε ήσυχα μόνη. Με τους γείτονες αγαπημένη, σαν οικογένεια. Γι αυτό, παρ όλο που οι καιροί ήταν δύσκολοι, είχε πάρει τη συνήθεια να μην κλειδώνει πάντα την πόρτα της. Ποτέ δεν ξέρεις, είπε, μήπως πεταχτεί η γειτόνισσα, η Κατερίνα. Εκείνη την ημέρα, Κατερίνα δεν φαινόταν πουθενά. Η Ευγενία, όμως, πήγε να πετάξει τα σκουπίδια, μετά έπλυνε τα χέρια, ταΐσε τη γάτα της, τη Μαρίνα, και απλώς ξέχασε το κλειδί. Εξάλλου, δεν φοβόταν κανέναν. Ήταν μέρα μεσημέρι. Πολυκατοικία, όχι σκοτεινό δάσος.
Σκέφτηκε να φτιάξει μερικές ακόμα τηγανίτες. Και, καθώς σήκωνε άλλη μία να τη βάλει στο πιάτο, βλέπει ξαφνικά έναν άντρα μπροστά της στην κουζίνα της. Λες και ξεφύτρωσε από τον αέρα!
Εκείνη τη στιγμή πραγματικά είδα όλη μου τη ζωή να περνάει σαν ταινία μπροστά από τα μάτια μου. Από τότε που ήμουν μικρή στο νηπιαγωγείο. Μην νομίζετε ότι δεν συμβαίνει! Σκέφτηκα, να το τέλος μου. Τι να μου πάρει; Τίποτα δεν έχω, αλλά τελευταία πήρα καινούρια τηλεόραση, υπολογιστή, είχα πληρωθεί και τον μισθό. Τα ευρώ μου στην τσάντα, στον διάδρομο. Σκέφτηκα πως ήδη τα πήρε και τώρα ήρθε να δει τι άλλο μπορεί να βρει. Τρεμάμενη ψιθυρίζω: «Πάρτε τα όλα, αρκεί να μη με πειράξετε. Έχω εγγόνια, θέλω να τα ξαναδώ! Δεν θα πω τίποτα σε κανέναν». Κι εκείνος, ο άνθρωπος, άρχισε να ζητάει συγγνώμη. Κάτι προσπαθούσε να εξηγήσει. Το μυαλό μου θολό, ελάχιστα τον άκουγα. Μου ζήτησε να σβήσω τη φωτιά στη κουζίνα, και το έκανα μηχανικά. Κάθισα σε μια καρέκλα, εκείνος απέναντι και άρχισε να μου εξηγεί
Είπε πως περπατούσε στον δρόμο ήσυχος, όταν του επιτέθηκε μια παρέα μπεκρήδων. Ζητούσαν χρήματα. Για να τους αποφύγει, έτρεξε. Είχε μπει στην πολυκατοικία μου τυχαία κάποιος έβγαινε και μπήκε βιαστικά στις σκάλες. Εκείνοι τον κυνήγησαν και πρόλαβαν να μπουν κι αυτοί μέσα. Ούτε για να καλέσει βοήθεια δεν υπήρχε χρόνος. Χτύπησε πόρτες, κανείς δεν άνοιγε. Δοκίμασε τα χερούλια και η δική μου ήταν ξεκλείδωτη. Μου ζήτησε να κοιτάξω από το παράθυρο. Κοίταξα και αλήθεια! Μάζευαν και περίμεναν οι μπελάδες. Έμειναν λίγο και μετά έφυγαν, θυμάμαι να λέω· ακόμα θυμάμαι τη σκηνή.
Ο άντρας συστήθηκε: Ανδρέας Παπαγεωργίου, μου είπε. Όταν έφυγε ο φόβος, παρατήρησα πως ήταν μεγαλόσωμος, αδέξιος, αλλά με καλόκαρδα μάτια. Να του βάλει κανείς χιτώνα, θα θύμιζε Άγιο Βασίλη.
Με συγχωρείτε, δεν θα έτρωγα μια τηγανίτα; Έχω χρόνια να φάω. Από τότε που έχασα τη γυναίκα μου μου ζήτησε ο Ανδρέας, βγάζοντας ήδη τα παπούτσια του, καθισμένος με το μπουφάν.
Και εσύ τι; Τον τάισες όντως; Είσαι για τα δύσκολα, βρε Ευγενία! Εγώ θα τον πέταγα έξω! θαύμαζε μετά η Κατερίνα η γειτόνισσα.
Όμως εγώ τόλμησα. Του ζήτησα να πλύνει τα χέρια του. Πήγε βιαστικά στο μπάνιο. Ήπιαμε τσάι πολλή ώρα. Μου είπε πως είναι χήρος, δεν απέκτησαν παιδιά, ζει μόνος.
Ύστερα σηκώθηκε να φύγει, ξαναζήτησε συγγνώμη κι έφυγε.
Εγώ ένιωθα πως έγινα πρωταγωνίστρια σε όλες τις ελληνικές σειρές. Ήταν σαν να ήμουν έτοιμη να εκραγώ τόσες εντυπώσεις! Ύστερα, όταν τα κουβέντιασα με όλους και ήρεμη πια, ξαφνικά ένιωσα ένα μεγάλο κενό. Μήπως έπρεπε να… συνεχίσω τη γνωριμία; Να τον καλέσω ξανά, για τις πίτες μου τις ξακουστές με τα μανιτάρια και τα γλυκά;
Μα τι να γίνει; Το πλοίο είχε σαλπάρει. Την επόμενη αποφάσισα να φτιάξω πίτες έτσι κι αλλιώς. Και τότε ένα ντροπαλό χτύπημα στην πόρτα. Πηγαίνω στο ματάκι. Σκέφτηκα πως είναι η Κατερίνα. Κοίταξα και τότε τα χασα. Συμμάζεψα τα μαλλιά, άλλαξα γρήγορα τις πιτζάμες με μια φόρμα, λίγο άρωμα που σχεδόν είχα ξεχάσει, και ανοίγω.
Στην πόρτα στέκεται ο Ανδρέας, με λουλούδια στα χέρια.
Ήρθα να σας ζητήσω συγγνώμη που σας τρόμαξα Ορίστε, για εσάς. Δεν θα μείνω ψέλλισε.
Πού να φύγεις; Έφτιαξα πίτες, περάστε! του χαμογέλασα πλατιά.
Ανεβαίνοντας τη σκάλα, μοσχοβόλαγε το σπίτι σας σαν φούρνος ζαχαροπλαστείου! Σκέφτηκα, Τυχερός όποιος σας έχει για γυναίκα!, είπε ο Ανδρέας ονειροπολώντας.
Δεν είμαι παντρεμένη απαντώ. Περάστε!
Έκτοτε, ζούμε μαζί. Εκείνος στην αυλή μου είναι πια το δεξί μου χέρι. Τα παιδιά τον δέχτηκαν, τα εγγόνια τον φωνάζουν «παππού Ανδρέα». Κάνει παρέα μαζί τους σαν δικά του.
Έζησε μια ζωή μοναχική κι άνοιξε ξανά η καρδιά του στη νέα μας οικογένεια. Έτσι, ο Ανδρέας, ο ξένος, έγινε πια δικός μας άνθρωπος.
Οι φίλες μου ζηλεύουν.
Βρε, να καταφέρεις στα γεράματα να βρεις έναν καλό άνθρωπο κι έτσι απρόσμενα! Μόνος του ήρθε, που λένε! λένε με απορία.
Συμφωνώ μαζί τους. Μόνο που από τότε την πόρτα πάντα τη κλειδώνω καλά!





