Νίκη δεν μπορούσε να βρει το πολυπόθητο της ευτυχίας. Έφτανε τα σαράντα, μα παρέμενε μόνη. Και δεν της έλειπε τίποτα: μυαλό, ομορφιά, καλή δουλειά, υψηλός μισθός, αλλά το γυναικείο της όνειρο, άπιαστο.
Οι γονείς της, η Ελένη και ο Μανώλης, ανησυχούσαν πολύ για το κορίτσι τους. Της συμπαραστέκονταν, κυρίως ηθικά βέβαια, γιατί οικονομικά, αν ήταν ανάγκη, θα μπορούσε η Νίκη να βοηθήσει εκείνους. Εκείνοι όμως πάντα αρνούνταν.
«Να μένεις μαζί μας, κόρη μου! Το σπίτι μεγάλο είναι και τα χρήματα αργότερα θα σου χρειαστούν, όταν βρεις την ευτυχία σου!», της έλεγαν η Ελένη και ο Μανώλης.
Και κάθε μέρα λυπόντουσαν τη Νικούλα τους, όταν γύριζε κουρασμένη απ τη δουλειά.
«Κανείς να σε λυπάται, καλή μου, πέρα από εμάς τους δυο!» αναστέναζε η μάνα.
«Κι όταν εμείς χαθούμε, δύσκολα θα ναι για σένα! Ούτε να παραπονεθείς δεν θαχεις σε κανένα! Πρέπει να βρεις την ευτυχία σου, κόρη!», πρόσθετε ο πατέρας.
Κι έτσι, κάθονταν οι τρεις τους μπροστά στην τηλεόραση, μέρα μπαίνει, μέρα βγαίνει, να ψάχνουν την ευτυχία με τις ώρες! Μια βαρεμάρα μέχρι να σκάσει κανείς!
Το πιο παράξενο όλων, να ακούει η Νίκη τον πατέρα της να λέει «όταν πεθάνουμε!» ένα ζευγάρι που την απέκτησε στα δεκαεννιά του χρόνια από αληθινή αγάπη. Πολύ νωρίς, λοιπόν, για τέτοιες μιζέριες.
Η Νίκη, όταν ήταν στο Πανεπιστήμιο, είχε γνωρίσει τον Πάνο. Ήταν μεγαλόσωμος, λίγο άγαρμπος, αστειευόμενος πάντα, όλο και κάτι θα έριχνε, θα χτυπούσε ή θα έσπαγε.
Η μητέρα της τον αποκαλούσε «Πάνος-καταστροφέας» ή «ο περαστικός τυφώνας».
Ο Μανώλης γελούσε μιμούμενος τον Πάνο, να σκουντουφλά και να κυνηγά όλα όσα κινδύνευαν να πέσουν.
«Όχι, κόρη μου, κακορίζικος είναι τούτος! Ότι πιάνει στα χέρια του, το χαλάει! Δεν είναι τούτος η ευτυχία σου!» της έλεγαν πάντα ήρεμα.
Όπως το νερό σμιλεύει την πέτρα, σιγά σιγά και η Νίκη άρχισε να βλέπει με άλλο μάτι τον Πάνο: αποτυχημένονε.
Κι όμως, οι γονείς της έκαναν λάθος: ο Πάνος τελείωσε το πανεπιστήμιο, έστησε δικηγορικό γραφείο, παντρεύτηκε γυναίκα που έβρισκε γοητευτική την αδεξιότητά του. Ο Πάνος χρειαζόταν απλά χώρο. Έτσι, εγκαταστάθηκαν σε μονοκατοικία έξω από την Αθήνα.
«Της Νίκης η ευτυχία κάπου εκεί γυρίζει, πρέπει να τη βρούμε!» έλεγαν μεταξύ τους η Ελένη και ο Μανώλης, παρηγορώντας τη Νίκη αλλά και τους ίδιους.
Καλή, δεμένη οικογένεια είχαν γενικά. Πριν μερικούς μήνες όλοι μαζί ταξίδεψαν στην Ταϊλάνδη. Τα βράδια έβλεπαν τις φωτογραφίες και θυμούνταν το κέφι, το φαγητό, τα κοκτέιλ. Απίθανο ταξίδι!
Εκεί γνώρισε η Νίκη τον Μιχάλη, Έλληνα που ζούσε στη Θεσσαλονίκη.
Οι γονείς της Νίκης δεν έχασαν την ευκαιρία για το χιούμορ τους: «Να σου, και μας έπεσε από τον ουρανό ο ρομαντικός Μιχάλης από τη Βόρεια Ελλάδα!» χιουμοράρισε η Ελένη.
Κι ο Μανώλης, έβαλε μαξιλάρι στην κοιλιά και περιφερόταν στο δωμάτιο μιμούμενος τονχοντρό Μιχάλη.
Η Νίκη στενοχωρήθηκε, επειδή ο Μιχάλης δεν ήταν χοντρός, αλλά γεροδεμένος. Είναι πολύ ενδιαφέρον άνθρωπος, ήξερε τα πάντα για τα αστέρια κι όταν καθόντουσαν το βράδυ στην παραλία της τα έδειχνε στον ουρανό. Η Νίκη, παρά τις ενστάσεις των γονιών της, του έδωσε τον αριθμό της.
Όταν όμως γύρισαν στην Αθήνα και συνέχιζε η Νίκη να ανταλλάσσει μηνύματα με τον Μιχάλη, η Ελένη ξεστόμισε: «Τα καλοκαιρινά ειδύλλια δεν καταλήγουν πουθενά!»
Δεν είχε σημασία αν κανείς τους δεν ήταν παντρεμένος το ρομάντζο ήταν παραθαλάσσιο κι αυτό δεν άξιζε τίποτα.
«Ψάξε το δικό σου μερίδιο ευτυχίας, κόρη! Εμείς εδώ είμαστε για σένα, πάντα μπορείς να βασίζεσαι σε εμάς!», διαβεβαίωνε η Ελένη.
Καλοκαίρι ξανά, και οι τρεις τους πήγαν στο εξοχικό οικογενειακό σπίτι, κάπου κοντά στο Λουτράκι. Ποτάμι, πράσινο, τσάι στη σκιά της μηλιάς, μπάρμπεκιου στη βεράντα. Όλα δικά τους τα φρούτα, τα λαχανικά. Ακόμη και οι γείτονες ερχόντουσαν για μεζέ.
Μια μέρα, ήρθε στους γείτονες ο γιος τους, ο Δημήτρης, με το πεντάχρονο αγόρι του, τον Αντώνη. Και οι δύο, κατάξανθοι, γαλανόματοι με φακίδες κι αυτιά που προεξείχαν.
Η γειτόνισσα αποκάλυψε πως η γυναίκα του Δημήτρη έφυγε μ έναν επιχειρηματία κι ο επιχειρηματίας δεν ήθελε το παιδί που έμοιαζε στον πατέρα του. Αν ήταν ίδιος με τη μάνα του, ίσως Οπότε, ο Δημήτρης μεγάλωνε μόνος τον Αντώνη.
Στην Νίκη άρεσαν πολύ και ο Δημήτρης και ο μικρός. Κάτι ανθρώπινο, τρυφερό τους ένωνε. Μια σπίθα άναψε ανάμεσά τους και ο Αντώνης την συμπάθησε αμέσως.
Η Ελένη δεν άργησε να σαρκάσει: «Όλη τη φετινή παραγωγή στα καρότα ο Δημήτρης, μόνο μια άφησε! Να δεις που οι γονείς του τον φέραν εδώ επίτηδες για να σε γνωρίσει! Τι τον θες άντρα με βαλίτσα;»
«Κορίτσι μου, δεν βλέπεις πως είναι αποτυχημένος; Ποια καλή γυναίκα παρατάει άντρα και παιδί;» συμφώνησε ο πατέρας.
Η Νίκη, πρώτη φορά, αντιτάχθηκε.
«Πατέρα, η πραγματική γυναίκα εμπιστεύεται τον καλό άντρα, κι ας του αφήσει το παιδί. Ελπίζει πως δεν θα γίνει αλκοολικός, θα τα καταφέρει!»
«Όχι, κόρη, ψάξε άλλου την ευτυχία σου. Θέλω τα δικά μας εγγόνια, όχι ξένα! Να κρατώ μικρά χεράκια, ν ακούω πατουσάκια που τρέχουν στο σπίτι»
Απομονώθηκαν οι γονείς της. Σταμάτησαν να μιλούν στους γείτονες, ακούστηκαν λόγια βαριά και πικρά. Τα φιλικά βράδια έληξαν απότομα.
Κάθονταν τώρα η Ελένη και ο Μανώλης πίνοντας το τσάι τους, θρηνώντας για την ευτυχία που ο Θεός δεν έδινε στη Νίκη. Το καλοκαίρι έφυγε μέσα στη μελαγχολία.
Η Νίκη όμως αγάπησε τον Δημήτρη και τον Αντώνη. Και τους γονείς της αγαπούσε· δεν ήθελε να τους πληγώσει. Ένιωθε τύψεις που ερωτεύτηκε άνθρωπο διαφορετικό από ό,τι είχαν φανταστεί για εκείνη. Κι όταν έκλεισε ο κύκλος της εξοχής, έφυγαν τρεις για την πόλη.
Οι γονείς την αγαπούσαν. Γι αυτό και τα φθινοπωρινά βράδια δεν αναφέρονταν ούτε αστεία ούτε σοβαρά σε Δημήτρη και Αντώνη.
Μια μέρα, βλέπει η Νίκη ένα μικρό, καροτί γατάκι στο δρόμο. Από το νερό της βροχής, βρεγμένο ως το κόκκαλο, χώθηκε κάτω από ένα αυτοκίνητο, νιαούριζε απελπισμένα. Δεν είχε μάνα, όπως και ο μικρός Αντώνης, τον οποίο τόσο της θύμισε. Ήταν μόνος στον κόσμο, εκτεθειμένος.
Η Νίκη, αυθόρμητα, το πήρε στην αγκαλιά, το έχωσε στη ζακέτα της κι ας ήταν βρεγμένο, κι ας ήταν βρώμικο. Το πήγε σπίτι, το στέγνωσε, του άφησε ένα πιατάκι με γάλα.
Κάθισε στο πάτωμα της κουζίνας, και το κοιτούσε να πίνει λαίμαργα το γάλα του.
«Πεινάει το καημένο!» σκέφτηκε.
Στο κατώφλι, με εφημερίδα στο χέρι, φάνηκε ο Μανώλης, ακολούθησε κι η Ελένη. Κοίταζαν το απρόσκλητο πλάσμα, όμως ούτε ίχνος συμπάθειας ή τρυφερότητας δεν είχαν στα πρόσωπά τους. Περισσότερο αγωνία: «Τι τον κάνουμε, τώρα;»
Το γατάκι, αφού χόρτασε, έκανε μια μικρή ζημιά στη γωνιά.
Η Νίκη δεν πρόλαβε να πάρει μαντηλάκι να καθαρίσει, και πετάχτηκε η Ελένη:
«Πάρ το από δω αμέσως! Θα μας καταστρέψει το σπίτι! Θα γδάρει τα έπιπλα, θα ξεσκίσει τις ταπετσαρίες! Μανώλη, μίλα της! Το σπίτι μας δεν είναι για ψύλλους!»
«Θα βρωμάμε γατίλα! Κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν θα μας πλησιάζει!» συμπλήρωσε ο πατέρας.
«Μαμά, μπαμπά, είναι τόσο μικρό! Θα του πάρουμε ξύστρα νυχιών, θα το μάθω στην άμμο! Δείτε πόσο γλυκούλης είναι!», αντέτεινε η Νίκη. Δεν καταλάβαινε γιατί να τους ενοχλεί το μικρό ζώο. Κανείς δεν είχε αλλεργία, το διαμέρισμα τεράστιο!
«Όχι! Δεν θέλουμε τέτοια στο σπίτι!» φώναζε με όλο το πάθος της μάνας η Ελένη.
«Άκου, κόρη μου! Εντάξει που το λυπήθηκες, αλλά πρέπει να το πας σε καταφύγιο! Αν δεν το πάρουν, απείλησέ τους πως θα το γράψεις στην Καθημερινή!» φώναζε ο Μανώλης, κουνώντας την εφημερίδα.
Η Νίκη, χωρίς λέξη, αγκάλιασε το γατάκι και βγήκε έξω, κλείνοντας πίσω της την πόρτα.
Ένιωσε μεγάλη πικρία. Πώς είναι δυνατό να μην έχει τίποτα δικό της στα σαράντα ούτε παιδιά, ούτε άντρα, ούτε ένα κεραμίδι δικό της! Ούτε γατί να κρατήσει δεν μπορεί! Θέλει, επιτέλους, το δικό της σπίτι, έστω μια μικρή γωνιά!
Αντί να πάει το γατάκι στο καταφύγιο, στρίβει στην πρώτη μεσιτική που βρήκε.
Της βρήκαν γρήγορα ένα δυαράκι, σε σπίτι που ελέχθηκε ρητά ότι επιτρέπονται κατοικίδια.
Η Νίκη πρώτη φορά στη ζωή της ένιωσε σπίτι της. Πρώτιστα φρόντισε το γατί: πήρε άμμο, παιχνίδια, κρεβατάκι. Ο κτηνίατρος είπε πως ήταν κοριτσάκι, 2 μηνών περίπου. Η Νίκη τη βάφτισε Φλώρα.
Ένιωσε λίγο λίγο πιο ευτυχισμένη. Και κάθε φορά που έβλεπε τη Φλώρα, θυμόταν τον μικρό Αντώνη και τον πατέρα του, τον Δημήτρη.
Και μια μέρα χτύπησε το τηλέφωνο! Δεν το περίμενε η Νίκη οι γονείς της είχαν μαλώσει άσχημα με τους γείτονες. Κι όμως, ο Δημήτρης της τηλεφώνησε! Χαλαρά, της λέει:
«Γεια, τι κάνεις; Να σου πω, ο Αντώνης θέλει κάτι να σου πει!»
Η Νίκη χαμογέλασε. Φαντάστηκε τις φακίδες και τα λαμπερά γαλάζια μάτια του.
«Νίκη! Μας λείπεις! Έλα να σε δούμε! Ο μπαμπάς κι εγώ σε περιμένουμε!» ακούστηκε η ψιλή φωνή του Αντώνη.
«Θα έρθω, αλλά δεν θα είμαι μόνη. Μπορώ να φέρω και τη γάτα μου;» ρώτησε.
Στο τηλέφωνο, γέλια ο Δημήτρης: «Φέρε ό,τι θέλεις, και το τσίρκο του Κυριάκου αν χρειαστεί! Εμείς σε λίγη ώρα περνάμε να σε πάρουμε, πες μας τη διεύθυνση!»
Έτσι βρήκε την ευτυχία της κόντρα σε όλους η Νίκη. Είναι ευτυχισμένη με τον Δημήτρη, τον Αντώνη και τη Φλώρα. Σε λίγο ο Αντώνης θα έχει και αδερφάκι κοριτσάκι ή αγοράκι, δεν έχει σημασία.
Τους γονείς της δεν τους ξέχασε. Η αγάπη για αυτούς δεν άλλαξε. Παίρνει συχνά τηλέφωνο την Ελένη και τον Μανώλη, μόνο και μόνο για να πει πως όλα πάνε καλά, πως βρήκε την ευτυχία της.
Αλήθεια, όχι αυτή που φαντάζονταν εκείνοι για κείνη· αλλά δική της!
Ίσως μια μέρα η Ελένη και ο Μανώλης καταλάβουν και αποδεχτούν τη χαρά της κόρης τους. Και σταματήσουν να της φωνάζουν στο τηλέφωνο: «Γύρνα σπίτι, ΤΩΡΑ!»
Ίσως έτσι να αγκαλιάσουν ξανά μικρά χεράκια, να ακούσουν πάλι πατουσάκια να τρέχουν στο σπίτι τουςΗ Νίκη γελούσε πια όταν άκουγε εκείνη την φωνή της μάνας της από τη γραμμή όχι με ειρωνεία, αλλά με τρυφερότητα, γιατί μέσα σε εκείνη την επιμονή έβλεπε πια μόνο την ανησυχία, τον φόβο μην λείπει τίποτα για την αγάπη που τους έδενε μια ζωή.
Το φθινόπωρο, ο Δημήτρης, ο Αντώνης και η μικρή Φλώρα υποδέχθηκαν την πρώτη τους καταιγίδα στο νέο σπίτι: βροχή, γέλια και μια γάτα να σκαρφαλώνει στις κουρτίνες την ώρα που η Νίκη ετοίμαζε κακάο στην κουζίνα. Κάπου μακριά, το κινητό χτυπούσε πάλι η Ελένη, κατά τα συνήθη, για να ρωτήσει „αν φοράει ζακέτα το παιδί”. Αυτή τη φορά όμως, η φωνή της ακουγόταν διστακτική, σα να ζητούσε συγγνώμη πίσω από ψεύτικη αυστηρότητα.
„Να έρθετε απόψε για φαγητό;” ρώτησε δειλά, λες και αν γύριζε η Νίκη με τον νέο της μικρόκοσμο θα ξαναγινόταν πάλι κάπως πιο ήσυχος ο κόσμος τους.
Η Νίκη κοίταξε τον Δημήτρη και τον Αντώνη, που της χαμογελούσαν ερωτηματικά. Χάιδεψε τη Φλώρα, που κουλουριάζονταν στο νέο της σπίτι, και κατάλαβε πως δεν χρειάζεται πια να διαλέξει ανάμεσα σε δύο κόσμους. Η ευτυχία της δεν είναι κάτι που χαρίζεται ή ορίζεται είναι κάτι που χτίζεται μέρα με τη μέρα, επιμένοντας να αγαπάς ακόμη και όσους δεν μπορούν πάντα να σε καταλάβουν.
„Θα έρθουμε όλοι,” χαμογέλασε στο ακουστικό. „Μαμά, μπαμπά, φτιάξτε τραπέζι μεγάλο. Γιατί, ξέρεις… η ευτυχία τελικά είναι σαν τη μεγάλη κατσαρόλα της φακής: μοιράζεται πάντα σε όσους έχουν ανοιχτή την πόρτα.”





