Μια φορά κι έναν καιρό, μια γιαγιά από την Καστοριά, η κυρία Δέσποινα Παπαδοπούλου, αποφάσισε να πάρει ένα κουτάβι ελληνικού ποιμενικού σκύλου. Το σκυλάκι μεγάλωνε γρήγορα και φρουρούσε το σπίτι μέρα και νύχτα. Ήταν τόσο λαίμαργο που καθάριζε μια μεγάλη γαβάθα φαγητό σε δευτερόλεπτα. Έτριβε την πλάτη της πάνω στην αυλόπορτα τόσο έντονα, που τα ξύλα λύγιζαν. Μερικές φορές, με ένα πήδημα προσπαθούσε να φτάσει τη γιαγιά Δέσποινα όταν περνούσε από δίπλα του. Τόση ενέργεια είχε το κουτάβι κάθε τόσο ήθελε να παίζει.
Ο καιρός κύλησε, κι η γιαγιά μας έφυγε από τη ζωή πριν προλάβει να ξεπεράσει τα ενενήντα. Όχι από το σκυλί, μα απλώς, έτσι είναι η ζωή. Τότε ήρθαν στο παλιό σπίτι τα παιδιά και τα εγγόνια της, σύσσωμη η οικογένεια Παπαδόπουλου. Εκεί βρήκαν τον πιστό φύλακα δεμένο ακόμη στην αυλή. Από το βλέμμα του φαινόταν πως καταλάβαινε ότι σήμερα το τραπέζι θα ήταν πλούσιο και γεμάτο αγάπη δεν έβλεπες κάθε μέρα τόσο πολύ κόσμο και τόσες λιχουδιές μαζεμένες!
Άρχισαν όλοι να σκέφτονται τι να κάνουν το σκύλο. Να τον ευθανατώσουν ήταν κρίμα. Να μείνει εκεί ήταν επικίνδυνο. Να τον αφήσουν ελεύθερο δεν ερχόταν στα ανθρώπινα ούτε ο κόσμος ήταν τόσο σκληρός ώστε να ρίξεις πάνω του τέτοια ευθύνη. Αποφάσισαν πως το καλύτερο θα ήταν να βρεθεί κάποιος καλός άνθρωπος να τον φροντίσει. Για να πείσουν κάποιον, ήταν διατεθειμένοι ακόμα και να προσφέρουν λίγα επιπλέον ευρώ, αν χρειαζόταν. Για εκείνον που θα έπαιρνε κοντά του αυτόν τον μαλλιαρό „ανθρωποφάγο”, τίποτα δεν ήταν αρκετό.
Βρέθηκε τελικά ένας Αντώνης Γαβριηλίδης, που από μικρός ονειρευόταν να ψηλαφεί αυτιά σκύλου με τσουγκράνα και να γεμίζει γαβάθες με φαγητό. Άλλοι έχουν ψυχολογικά, αυτός ήθελε σκύλο-φύλακα. Ειδοποιήθηκε ο κτηνίατρος για να βοηθήσει στη μεταφορά.
Στήθηκε σχέδιο: θα του έδιναν ένα ήπιο υπνωτικό, ώστε να μπορέσουν να τον μεταφέρουν με ασφάλεια στο νέο του σπίτι και για καλό και για κακό, να ανάψουν και μια λαμπάδα στην εκκλησία είτε υπέρ υγείας, είτε υπέρ αναπαύσεως κανείς δεν ξέρει τι φέρνει το αύριο.
Την καθορισμένη ώρα, ο κτηνίατρος έφτασε με ειδικό όπλο, γέμισε ένα σύριγγα με το φάρμακο και με μία κίνηση, ο σκύλος παραδόθηκε στον ήρεμο ύπνο του Μορφέα. Έλυσαν το λουρί, βάλανε το ζώο πάνω σε μια τέντα αυτοκινήτου, και το κύλησαν προσεκτικά.
Το φόρτωσαν στο πορτμπαγκάζ, που επικοινωνούσε με το εσωτερικό του αυτοκινήτου. Μπροστά κάθισε ο κτηνίατρος, για να έχει άμεση εποπτεία. Ο Αντώνης πήρε το τιμόνι. Πίσω, όλη η γιαγιά-Δέσποινα η οικογένεια, καταχαρούμενη και λίγο αγχωμένη. Ξεκίνησαν το ταξίδι. Μιλούσαν, γελούσαν, και ξάφνου, η σκυλίτσα άρχισε να ξυπνά.
Άνοιξε τα μάτια της και κοίταξε γύρω με περιέργεια. Παντού άνθρωποι, άγνωστοι αλλά και αναγνωρίσιμοι, όλοι μαζεμένοι στο αμάξι. Ο κτηνίατρος και ο νέος ιδιοκτήτης άφησαν το στόμα τους ανοιχτό από ταραχή. Ο Αντώνης, παρότι οδηγούσε, ούτε που κοίταξε τον δρόμο του ήταν αδιάφορο εκείνη την ώρα τι γινόταν.
«Μα τι ενδιαφέρον!», σκέφτηκε η σκυλίτσα.
«Υπάρχει άραγε παράδεισος;», αναρωτήθηκαν οι άνθρωποι.
Σηκώθηκε και, χωρίς περιστροφές, άρχισε να σκαρφαλώνει προς τα καθίσματα, να πλησιάζει όλους τους επιβάτες. Ο Αντώνης προσπαθούσε πανικόβλητος να βρει τη λαβή της πόρτας, έτοιμος να πηδήξει έξω, ασχέτως που οδηγούσε. Η σκυλίτσα όμως, με μια κίνηση, έγλυψε όλους: τα παιδιά και τα εγγόνια της γιαγιάς, καλούς και κακούς, σαν να ήταν όλοι εκλεκτοί της. Έγλυψε και τον Αντώνη ψυχή δική του πλέον. Ακόμα και τον κτηνίατρο, παρ’ όλο που της είχε ρίξει το βέλος. Δεν κρατάει κακία ο σκύλος: ο άνθρωπος είναι πάντα μυστήριο.
Και έτσι έμαθαν όλοι πως ο «ανθρωποφάγος» ήταν παρανόηση μεγάλη. Το υπόλοιπο ταξίδι το έκαναν όλοι βρεγμένοι ως το κόκκαλο, από τα φιλιά και τα σάλια που άφησε πίσω της η σκυλίτσα. Από μέσα προς τα έξω, πλημμύρισε η καρδιά τους πόνο, λαχτάρα, συγχώρεση και γέλιο.
Κι έτσι θυμάμαι ακόμα το πατρικό στη Μακεδονία την παλιά αυλή, το μποστάνι, και τις ιστορίες που οι άνθρωποι και τα ζώα μοιράζονται στο πέρασμα του χρόνου.




