Μου ήταν τότε πέντε ή έξι χρονών, λίγο πριν πάω σχολείο, στις αρχές της δεκαετίας του 90, όταν στο χωριό μας ήρθαν να μείνουν δύο συνταξιούχοι από την Αθήνα η κυρα-Ελένη και ο κυρ-Μανώλης. Αγόρασαν το σπίτι ακριβώς απέναντί μας χαμηλό και ταπεινό, με μόνο δύο παράθυρα στη φάτσα, αλλά με έναν τεράστιο κήπο που, λόγω ηλικίας, δεν κατάφερναν να καλλιεργήσουν. Κάθε μέρα έβγαιναν περίπατο πότε στο δάσος, πότε στη μικρή λίμνη και σπανίως κατέβαιναν στο Καρπενήσι για ψώνια. Η ζωή τους ήταν ήσυχη, σχεδόν αθέατη. Στο σπίτι μας δεν ήρθαν ποτέ, μόνο δυο φορές τη βδομάδα περνούσαν για λίγο γάλα. Εκείνες τις εποχές είχαμε μεγάλο μαντρί, αλλά λεφτά δεν υπήρχαν πολλά, κι έτσι η κυρα-Ελένη συχνά μου έκρυβε στη χούφτα ένα δωράκι άλλοτε μια σοκολάτα, άλλοτε ένα τετράδιο ή ακόμη και λίγα ευρώ. Δικά τους παιδιά δεν αξιώθηκαν να κάνουν.
Ίσως να πέρασαν τρία χρόνια αφότου ήρθαν στο χωριό μας και ένα βράδυ, αργά χειμώνα, μόλις είχαμε σβήσει την τηλεόραση κι είχαμε ξαπλώσει, άκουσα ένα αχνό χτύπημα στο παράθυρο. Η κυρα-Ελένη ήτανε και με ψιθυριστή φωνή είπε: «Ο Μανώλης μου, ο κυρ-Μανώλης, πέθανε»
Ό,τι μπορούσαμε να κάνουμε, το κάναμε για να τη βοηθήσουμε με την κηδεία.
Η κυρα-Ελένη βαρύ πένθησε το χαμό του άντρα της, αρρώστησε, κλείστηκε σπίτι, κι εμείς αρχίσαμε να τη βλέπουμε σχεδόν κάθε μέρα. Μας έλεγε κάθε φορά για τα 52 χρόνια γάμου, πως δούλεψαν μαζί τόσα χρόνια στη φάμπρικα στο Περιστέρι, και πώς μετά τη σύνταξη αποφάσισαν να αφήσουν το διαμερισματάκι τους στην ανιψιά, για να ρθουν στο χωριό, στη φύση.
Ήρθε άνοιξη. Η κυρα-Ελένη άρχισε να συνηθίζει τη μοναξιά, να στέκεται στα πόδια της, και μια μέρα με φώναξε σπίτι της και μου έδειξε ένα μικρό γκριζούλι κουτάβι σε κουτί. Ποτέ δεν συμπαθούσα ιδιαίτερα τα σκυλιά, αλλά εκείνο το κουτάβι με τράβηξε αμέσως και το αγάπησα τρελά.
Θυμάμαι σαν χθες να κάθομαι στο πάτωμα, να το χαϊδεύω με ένα δάχτυλο και να βλέπω την κυρα-Ελένη να με κοιτάει με γλυκό βλέμμα, χαμογελώντας δειλά μετά από καιρό.
«Ούτε γάτα, ούτε σκύλο είχαμε ποτέ με τον μακαρίτη τον Μανώλη. Ούτε και παιδιά αποκτήσαμε τελικά. Ξέρεις, είναι πολύ βαριά η μοναξιά. Το βρήκα αυτό το γκριζάκι στο πίσω μέρος της λαϊκής, έξω απ τα σκουπίδια. Πώς να το άφηνα για κοίτα τι καλό που είναι!»
Δεν τολμούσα να κουνηθώ μη του φανώ εχθρικός.
«Τι τρώει; Πεινάει μάλλον» είπα και κοντοέκλαιγα σχεδόν.
«Του ζέστανα γάλα, αλλά δεν ξέρει να πιει από το μπολ, θέλει πιπίλα και δεν έχω, αύριο θα πάρω», μου απάντησε σχεδόν απολογητικά.
Έτρεξα σπίτι κι άρπαξα την πιπίλα της κοιμισμένης πεντάμηνης αδερφής μου.
Το κουτάβι ήταν λίγων ημερών. Το τάιζα με την πιπίλα, του έσπρωχνα το ζεστό γάλα και κάθε βράδυ ανησυχούσα μη μου το πάρει ο Χάρος.
Πάνω από βδομάδα δεν βρίσκαμε όνομα με την κυρα-Ελένη. Γελούσε και ήθελε να το πει Καρότο, λόγω των πορτοκαλί αυτιών του, κι εγώ γκρίνιαζα ήθελα να το πούμε Ησύχιο, γιατί πάντα καθόταν ήσυχα, σχεδόν δεν ακουγόταν, κι έτσι όταν το φροντίζαμε ούτε κι εμείς μιλούσαμε παρά ψιθυρίζαμε. Έτσι το κουτάβι μας έγινε ο Ησύχιος.
Τον φροντίζαμε μαζί με την κυρα-Ελένη ως τα μέσα του καλοκαιριού του ζεσταίναμε γάλα, του μαγειρεύαμε, του στρώναμε το κουτί στον ήλιο της αυλής. Ήταν αδύναμος, δεν είχε θηλάσει, δεν τον είχε γλύψει μάνα του, γι αυτό κι έμεινε φιλάσθενο. Παρ όλα αυτά, τον αγαπήσαμε και του σταθήκαμε. Με το που σχολούσα απ το σχολείο, έτρεχα σπίτι της κυρα-Ελένης, έβλεπα τον Ησύχιο, διάβαζα και μετά βοηθούσα στη στάνη. Τα βράδια μαζί της και με το σκυλάκι στο σπίτι της, παίζαμε κι εκείνη μας κοιτούσε από τον καναπέ κι έλαμπε το πρόσωπό της.
Όλο το καλοκαίρι ο Ησύχιος μεγάλωσε, αλλά ήταν μικρόσωμος. Το πρωί με ακολουθούσε στο ποτάμι για ψάρεμα, ή με βοηθούσε όταν έβγαζα τις γελάδες στο λιβάδι. Όταν ήμουν απασχολημένος, στριφογύριζε στα πόδια της κυρα-Ελένης εκείνη τον φρόντιζε όπως άνθρωπο: του έφτιαχνε δικό του φαγητό, τον χτένιζε, διάβαζε βιβλία για σκύλους. Αλλά κι η ίδια άλλαξε έγινε πιο γελαστή, συνήλθε, η υγεία της καλυτέρεψε.
Πέρασαν χρόνοι δύο, τρία, πέντε. Ο Ησύχιος έμενε πάντα στο σπίτι της κυρα-Ελένης αλλά κάθε πρωί ερχόταν έξω απ την πόρτα μου κι περίμενε να βγω για να με συνοδεύσει περπατώντας τρία χιλιόμετρα ως το σχολείο. Το μεσημέρι, πάλι εκεί, ερχόταν να με πάρει να γυρίσουμε. Σε λασποβροχές της άνοιξης ή στον βοριά του χειμώνα, ήταν πάντα δίπλα μου. Έτσι κύλησαν εννιά ολόκληρα χρόνια.
Το σχολείο στο απέναντι χωριό έφτανε μόνο μέχρι τρίτη γυμνασίου, κι έτσι για να συνεχίσω, έπρεπε να πάω είτε στο Μεσολόγγι για τεχνικό λύκειο είτε να μείνω στο Καρπενήσι σε οικοτροφείο και να τελειώσω το λύκειο. Με το οικογενειακό συμβούλιο αποφασίστηκε να φύγω για την πόλη.
Το πρωινό πριν επιβιβαστώ στο φεριμπότ για τον Πειραιά, κάθισα ώρα στην αυλή της κυρα-Ελένης, κρατούσα τον Ησύχιο αγκαλιά και έκλαιγα.
«Πάρε τον μαζί σου, αφού δεν θέλεις να τον αφήσεις,» μου είπε κι εκείνη με βουρκωμένα μάτια.
«Πού όμως να τον πάρω, κυρα-Ελένη; Είναι δικός σας ο Ησύχιος. Να προσέχετε τον εαυτό σας. Η μαμά θα σας επισκέπτεται καθημερινά. Κι εγώ θα τηλεφωνώ συνέχεια», της υποσχέθηκα.
Όταν το φεριμπότ ξεμάκραινε, στεκόμουν στο κατάστρωμα κι έκλαιγα σαν παιδί. Ο Ησύχιος, με τη γλώσσα έξω, έτρεχε στις ξύλινες σανίδες του μόλου και με κοιτούσε με απελπισία, μην μπορώντας να καταλάβει γιατί τον άφησα πίσω.
Στο τεχνικό λύκειο, βυθίστηκα στα βιβλία κτηνιατρική κι αγροτική οικονομία. Δεν έκανα ιδιαίτερες φιλίες, μόνο κάποιες φορές έβγαινα για κουβέντα με έναν παιδικό φίλο που έμενε στο διπλανό δωμάτιο της εστίας.
Λίγο πριν τις γιορτές των Χριστουγέννων, λίγο προτού επιστρέψω στο χωριό, με πήρε η μάνα μου και μου είπε πως η κυρα-Ελένη ήταν πολύ άρρωστη, δεν σηκωνόταν απ το κρεβάτι εδώ και μια βδομάδα, κι ο Ησύχιος δεν την άφηνε στιγμή μόνη ακόμη και τα μπολ του του τα είχαν βάλει δίπλα στο προσκεφάλι της.
Χωρίς δεύτερη σκέψη, έφυγα νωρίτερα για το σπίτι. Βρήκα τον Ησύχιο να κάθεται στην καρέκλα, δίπλα στο κρεβάτι της κυρα-Ελένης, να την κοιτά με δακρυσμένο βλέμμα, να κλαψουρίζει αθόρυβα. Εκείνη, αδύναμη, προσπαθούσε να του χαϊδεύει το κεφάλι, να αγγίζει τη βρεγμένη του μουσούδα. Ήταν κουρασμένοι κι οι δυο. Ένα θέαμα που ράγιζε την καρδιά: μια γερασμένη, ετοιμοθάνατη γιαγιά και ο πιστός της σκύλος η τελευταία της συντροφιά στον μοναχικό βίο της.
Όταν μετά τα Φώτα έφυγα για το Μεσολόγγι ήταν πλέον φανερό πως δεν θα ξανάβλεπα ποτέ την κυρα-Ελένη ζωντανή. Ο Ησύχιος με αποχαιρέτησε μόνο ως την αυλόπορτα· δεν άντεχε να την εγκαταλείψει ούτε για μια στιγμή. Έκλαιγα για την ψυχή αυτού του μικρού ζώου· λες και ήθελε να είναι παιδί και γιος, να φροντίζει τη μάνα του ως το τέλος.
Το Φλεβάρη, πέθανε η κυρα-Ελένη.
Θα πει ο άλλος τι να θρηνήσει ένας δεκαεξάχρονος για μια γριά και το σκυλί της; Δεν καταλαβαίνουν όλοι τον πόνο όταν χάνεις τον μοναδικό δικό σου άνθρωπο, όταν σου απομένει μια καρδιά με τέσσερα πόδια που κι αυτή θα σε ξεπεράσει αλλά θα θρηνήσει σκληρά τον χαμό σου.
Κατάφερα να έρθω σπίτι μόνο μετά τις εξετάσεις, τέλος Μαΐου. Ο Ησύχιος είχε εξαφανιστεί. Η μάνα μου έλεγε πως στις κηδείες έτρεχε γύρω απ τον τάφο και προσπαθούσε να πηδήξει μέσα, αλλά τον έδιωχναν. Τον πήραμε στο σπίτι, ο πατέρας μου του έφτιαξε μια πολυτελή σκυλοκάλυβα με φλις επένδυση, αλλά εκείνος επέμενε να γυρνά στο σπίτι της κυρα-Ελένης, κι έπειτα όταν ζεστάθηκε ο καιρός, εξαφανίστηκε. Δεν πρόλαβε να με περιμένει.
Το μισό καλοκαίρι γύρισα όλα τα χωριά, έψαχνα τον Ησύχιο, ρωτούσα τους πάντες, έδειχνα φωτογραφίες, μπήκα σε κάθε αυλή του Καρπενησίου. Πουθενά ο Ησύχιος. Νομίζω, όταν έθαψαν την κυρα-Ελένη, πίστεψε ότι θα επιστρέψει σπίτι, γι αυτό περίμενε. Όταν είδε πως δεν ξαναγύρισε, έφυγε να τη βρει. Έτσι το φανταζόμουν. Γύριζε, δυστυχισμένος, αναζητώντας την.
Ήρθε Αύγουστος.
Μια μέρα πήγαμε όλοι μαζί στο κοιμητήριο στο δάσος του Αϊ-Νικόλα. Από το χωριό μας είναι μια ώρα δρόμος. Ποτέ δεν θα σκεφτόμουν να βρω τον Ησύχιο σε τόση απόσταση.
Μόλις όμως κατεβήκαμε από το αμάξι, τον είδα να τρέχει κατά πάνω μας άγρια χαρούμενος, τ’ αυτιά πίσω, τη γλώσσα έξω. Ο Ησύχιος μου!
Έπεσα στα γόνατα και ξέσπασα σε κλάματα.
«Ησύχιε καλέ μου τόσους μήνες σε έψαχνα, ανόητε, κι ήσουν εδώ»
Με έγλειφε στο πρόσωπο, στέκονταν στα πίσω πόδια να φτάσει το κεφάλι μου. Έκλαιγε κι αυτός. Ήταν βρώμικος, αδυνατισμένος. Του άδειασα ό,τι είχαμε στο πορτμπαγκάζ ψωμιά, κεφτέδες, τυρόπιτες. Καταβρόχθιζε το φαγητό και τα μάτια του καρφωμένα πάνω μου.
Συνέχιζα να σκουπίζω τα δάκρυά μου.
«Είναι δικό σας το σκυλί;» ρώτησε μια γυναίκα που έβγαινε από την εκκλησία.
«Ναι, ο Ησύχιος του συχωρεμένου», είπε η μάνα μου με μαντήλι στα μάτια.
«Εγώ εδώ δουλεύω στην εκκλησία. Από την άνοιξη κιόλας τον πρόσεξα. Εκεί, σε έναν τάφο δίπλα-δίπλα κάθεται. Τον έχει ανοίξει ολάκερο με τα πόδια του. Όλο σκάβει, και σκάβει Έχω βάλει και φτυάρι να το ξανακλείσω, αλλά ξανά αυτός.»
Το καταλάβαμε όλοι ήταν ο τάφος της κυρα-Ελένης.
Πήγαμε στους τάφους της οικογένειας. Ο Ησύχιος δεν έφευγε βήμα απ το πλάι μου, με κοίταγε μόνο ψηλά στα μάτια.
Όλος ο τάφος της κυρα-Ελένης, γεμάτος λακκούβες από τα ποδαράκια του Ησύχιου, ειδικά εκεί που ήταν θαμμένη. Ο πατέρας ίσιωσε το σταυρό, η μάνα άπλωσε λουλούδια, και εγώ αγκάλιαζα τον Ησύχιο καθισμένος στα γόνατα. Μας κοίταζε με τεντωμένα αυτιά, γλείφοντάς μου συνέχεια το πρόσωπο.
Ο πατέρας δίπλα μου είπε:
«Μην τον πιέσεις να έρθει, ίσως θέλει να μείνει εδώ. Ας το αποφασίσει ο ίδιος…»
«Δεν θέλω να τον αφήσω εδώ, έρχεται φθινόπωρο, μετά χειμώνας. Πέρασε τα δέκα χρόνια, δεν είναι πια μικρός», του απάντησα με βαριά καρδιά. Μα ήξερα πως, αν αποφάσιζε να φύγει, θα έφευγε και πάλι τα πενήντα χιλιόμετρα απόσταση δεν θα τον σταματούσαν.
Όταν φύγαμε από το κοιμητήριο, ο Ησύχιος τρελάθηκε πήγαινε μια στον τάφο, μια σε μας. Κι όταν μπήκαμε στο αυτοκίνητο, στεκόταν διστακτικός μα στο τέλος, με μιας, πήδηξε στα γόνατά μου.
«Ησύχιε ψυχή μου, δεν θα σε ξαναφήσω ποτέ ξανά μόνο» του υποσχέθηκα μέσα στα δάκρυα.




