Η Ενοικιάστρια

ΕΝΟΙΚΙΑΣΤΡΙΑ

Ήταν ένα παγωμένο απόγευμα χειμώνα, όταν στη γειτονιά του Παγκρατίου περπατούσε μια ψηλή γυναίκα. Παρόλο που είχε βραδιάσει, ο ουρανός ήταν καθαρός και ο καιρός, για Δεκέμβρη, λες και χαμογελούσε. Το κρύο ευχάριστο, από αυτά που σε ξυπνούν χωρίς να σε περονιάζουν. Όλη μέρα έλαμπε ο ήλιος στην Αθήνα, κι εκείνη την ώρα, τα τελευταία του φώτα καθρεφτίζονταν στις νιφάδες που λαμποκοπούσαν στο φως και στο ψύχος.

Η γυναίκα περπατούσε με αργά, σίγουρα βήματα. Ήταν εμφανίσιμος άνθρωπος, πάνω από εξήντα, αλλά ακόμα εντυπωσιακή, τυλιγμένη σε μια πλούσια γούνινη κάπα και καλοφτιαγμένες μπότες. Το πρόσωπό της κουβαλούσε τα σημάδια μιας παλιάς ομορφιάς και μια υπόνοια υπεροψίας· φαινόταν πως γνώριζε την αξία της.

Τα χρόνια της νιότης, γεμάτα έρωτα και λαχτάρα, είχαν πια περάσει, μα η Ελένη Δεσποίνου ήξερε ακόμα να χαίρεται τη ζωή. Είχε χάσει τον άντρα της πριν δέκα χρόνια· τον έκλαψε πολύ, ειδικά αφού είχαν περάσει μαζί τόσα καλά χρόνια και είχαν αναστήσει έναν υπέροχο γιο.

Ο Μανώλης, ο γιος της, είχε φύγει στη Θεσσαλονίκη για σπουδές και εκεί έμεινε μόνιμα. Παντρεύτηκε, έκανε τη μητέρα του δύο φορές γιαγιά, αλλά σπάνια την έβλεπε πια οι υποχρεώσεις και η δουλειά τον κράταγαν μακριά. Παρόλα αυτά η Ελένη δεν έχανε το κουράγιο της. Σε κάθε ηλικία υπάρχουν οι δικές της μικρές χαρές. Εδώ που τα λέμε, ο μισθός της ως συνταξιούχος δεν έφτανε, αλλά δεν παραπονιόταν· από τα ενοίκια και τις που και που οικονομικές βοήθειες του γιου της αρκούσαν για να ζει καλά.

Το πιο πρόσφατο δώρο του Μανώλη τη γέμισε χαρά και υπερηφάνεια: μια ακριβή γούνινη κάπα για τις γιορτές, αυτή που φορούσε τώρα. Προχωρούσε αργά, συνειδητά, σαν να ήθελε ο κόσμος να τη χαζέψει λιγάκι ήξερε πως ήταν μια κομψή κυρία, παρά την ηλικία.

Αυτή της τη βόλτα όμως την έκανε για δουλειά. Πήγαινε να πάρει το νοίκι από τη νεαρή οικογένεια που έμενε στο μικρό της διαμέρισμα στο Παγκράτι. Όταν τους πρωτοέβαλε, δεν είχαν παιδί τώρα το αγοράκι τους ήταν δυο χρονών. Στην κομψή τσάντα της, είχε αγοράσει σοκολατάκι για τον μικρό, τον Νικήτα.

Η Ελένη είχε περάσει πολλά με ενοικιαστές. Άλλοτε της άφηναν χρέη στη ΔΕΗ, άλλοτε της κατέστρεψαν το σπίτι. Έτσι έμαθε να ζητά το ενοίκιο αυτοπροσώπως κάθε μήνα, για να βλέπει με τα μάτια της την κατάσταση του διαμερίσματος και να παίρνει και τους λογαριασμούς. Με τους τελευταίους όμως νιώθε γερή· ήταν παιδιά με ευγένεια, καθαριότητα, και συνέπεια. Από την κοπέλα, τη Μαρία, είχε μόνο καλές εντυπώσεις.

Μικροκαμωμένη, ξανθιά, με γαλάζια μάτια, η Μαρία φαινόταν σχεδόν παιδί. Κι όμως, από τα χαρτιά ήξερε η Ελένη και τα εικοσιτέσσερα χρόνια της και πως, ναι, το εύσωμο αγοράκι ήταν γιος της. Το σπίτι πάντα σε τάξη, η Μαρία πάντα χαμογελαστή και πειθαρχημένη στις υποχρεώσεις της, αν και ο άντρας της, ο Αντώνης, σπάνια εμφανιζόταν μπροστά της συνήθως τον συναντούσε ξάπλα στον καναπέ ή έλειπε. Με τη Μαρία όμως πατούσε στα σίγουρα.

Φτάνοντας στην πολυκατοικία της οδού Υμηττού, ανεβαίνοντας στον πέμπτο με το ασανσέρ, σκεφτόταν ήδη να περάσει μετά τα ψώνια απ το μαγαζί με τα θαλασσινά: είχε όρεξη για γαρίδες και σολομό, τις μικρές της πολυτέλειες τι πειράζει πια, σκεφτόταν, τα χρόνια περνούν κι είναι αμαρτία να στερείς στον εαυτό σου χαρά.

Χτύπησε το κουδούνι είχε κλειδί, μα από διακριτικότητα ποτέ δεν το χρησιμοποιούσε. Αξιοπρέπεια πάνω απ όλα!

Αυτή τη φορά, η Μαρία άνοιξε μετά από κάποια ώρα. Η Ελένη ταράχτηκε: το πρόσωπο κοκκινισμένο, τα μάτια πρησμένα, τα χέρια να τρέμουν.

«Όλα καλά; Τι έγινε, κοπέλα μου;» ρώτησε ανήσυχη, μπαίνοντας μέσα.

Το διαμέρισμα δεν είχε την απίθανη τάξη του παλιά. Παντού σκορπισμένα ρούχα· στη μέση του σαλονιού έπαιζε ο μικρός Νικήτας, ενώ η Μαρία φαινόταν να στέκει με το ζόρι στα πόδια της.

Έβγαλε με τρεμάμενο χέρι τους λογαριασμούς και τα έδωσε στην Ελένη. «Όλα πληρωμένα είναι. Συγγνώμη, το ενοίκιο αυτόν τον μήνα δεν θα στο δώσω δεν έχω. Θα το χρωστάω. Αύριο θα μαζέψω με τον μικρό τα πράγματα και θα φύγουμε.»

Το σπασμένο της πρόσωπο έδειχνε πως είχε κλάψει ασταμάτητα. Η Ελένη απόρησε.

«Τι συνέβη, Μαρία; Πού είναι ο Αντώνης;»

Η κοπέλα κάθισε στον καναπέ, το πρόσωπο στα χέρια. Με φωνή σπασμένη απ τα νεύρα και το άγχος είπε: «Έχω μήνες τώρα που δε νιώθω καλά… Κούραση, αδυναμία. Πριν λίγες μέρες πήγα για εξετάσεις βρήκαν καρκίνο, κυρία Ελένη!» είπε και λύγισε, αλλά δάκρυ δεν της έμεινε.

«Ο Αντώνης, μόλις το έμαθε… έφυγε. Με κατηγόρησε, με απείλησε πως θα πάρει διαζύγιο. Λέει, δεν αντέχει άλλον άρρωστο στο σπίτι του του έτυχε μια θεία έτσι, δεν ήθελε να το ξαναζήσει. Τα μάζεψε κι έφυγε. Δεν έχω λεφτά καθόλου όλα πήγαν στους λογαριασμούς. Αύριο θα φύγω με τον μικρό για το χωριό στη Φωκίδα, θα μείνω με τη γιαγιά. Δεν μπορώ να μπω στο αντικαρκινικό. Πού να αφήσω το παιδί, πού να μείνω εδώ;»

Αμίλητη κάθισε η Ελένη δίπλα της.

«Σήκω, σταμάτα τα κλάματα τώρα. Έχεις παιδί, έχεις δύναμη. Θα μείνεις αύριο στο νοσοκομείο και εγώ θα προσέχω τον μικρό. Μη σκέφτεσαι το ενοίκιο φαγητό κι αγάπη να έχει το παιδί, αυτά έχουν αξία. Τα υπόλοιπα τα βρίσκουμε. Αύριο στις έξι θα είμαι εδώ, να με ενημερώσεις για τον σταθμό του μικρού. Θα τον τακτοποιήσω εγώ.»

Η Μαρία την κοίταζε σαν να μην πίστευε στ αυτιά της. Είχε φανταστεί την Ελένη σαν αυστηρή κυρία, μα φαίνεται πως η ζωή τα φέρνει αλλιώς…

Εκείνο το βράδυ, η Ελένη πέρασε απ το σουπερμάρκετ όχι για σολομό, αλλά για κοτόπουλο, όσπρια και κρέας για κιμά. Αυτά χρειάζονταν τώρα. Όταν ήρθε χαράματα, ο μικρός αγκάλιασε αμέσως τη γιαγιά κι εκείνη ένιωσε πιο ήρεμη· το παιδάκι ήταν πράος και ζεστό.

Η βιοψία βγήκε: πρώτη φάση, ευοίωνη πρόβλεψη. Μια χειρουργική επέμβαση αρκούσε. Η Μαρία γεμάτη ελπίδα έτρεμε στη φωνή, όταν τηλεφώνησε στη δεύτερή της μητέρα.

«Ευτυχώς, παιδί μου! Βλέπεις;» χαμογέλασε η Ελένη. «Μη σκας για το σπίτι, ζήσε εδώ μέχρι την επέμβαση και τα υπόλοιπα να πάνε στο καλό. Για φαγητό έχεις; Να πάω στη λαϊκή;»

«Τι να πω, κυρία Ελένη; Τόσα μου χεις προσφέρει… Δεν θα ξεχάσω ποτέ τη στήριξή σου.»

*****

Πέρασε ενάμισης χρόνος.

Στο καλύτερο εστιατόριο της Αθήνας γινόταν το γάμο της Μαρίας. Η Ελένη, κομψή με το ανοιχτό κουστούμι της, καθόταν δίπλα στη νύφη· όλοι τη νόμιζαν μητέρα της κοπέλας. Αυτό ένιωθε και ίδια: πως πάντρευε την κόρη που πάντα της έλειψε.

Η Μαρία, όμορφη και δυνατή μέσα στα λευκά, έκανε τον χορό της με τον καινούργιο άντρα, τον γιατρό που στάθηκε δίπλα της και της χάρισε μια νέα ζωή. Μόλις είχε μετακομίσει στο καινούριο τους σπίτι με τον μικρό Νικήτα, ο οποίος πλέον είχε δύο γιαγιάδες.

Τώρα, η Ελένη έμενε πάλι μόνη, έπρεπε να βρει καινούριους ενοικιαστές. Όμως, αυτό που είχε κερδίσει, να αποκτήσει μια κόρη και ένα εγγόνι στην αγκαλιά της, δεν συγκρινόταν με τα χρήματα ή ένα καλό τραπέζι με κόκκινο ψάρι.

Όταν η Μαρία σηκώθηκε για το λόγο της, σταμάτησε και είπε συγκινημένη: «Θέλω να μιλήσω για τον πιο ξεχωριστό άνθρωπο στη ζωή μου, χωρίς τον οποίο δε θα ήμουν εδώ σήμερα. Κυρία Ελένη, είστε η μητέρα που δεν είχα ποτέ. Ευχαριστώ τον Θεό που σας έφερε στον δρόμο μου»Η αίθουσα πάγωσε, έπειτα πλημμύρισε ζεστασιά και χειροκρότημα. Η Ελένη αισθάνθηκε να σφίγγεται το στήθος της απ τη συγκίνηση, όμως αυτή τη φορά δάκρυσε χαρούμενα για μια ζωή ολόκληρη, γεμάτη ήσυχες προσφορές, σιωπηλή φροντίδα, μικρές και μεγάλες αγκαλιές.

Όταν αργότερα η γιορτή έσβησε και βγήκε στο δροσερό αθηναϊκό βράδυ, περπάτησε στην Υμηττού αργά, με το βάδισμα εκείνου που ξέρει πια την αξία της καρδιάς του. Οι βιτρίνες, τα κάθε λογής φώτα και εκείνη η παλιά λάμψη του ήλιου από το πρώτο απόγευμα, της φάνηκαν τώρα διαφορετικά σαν να έλαμπαν μόνο και μόνο για να φωτίζουν τα βήματά της, σαν να έλεγε η Αθήνα „σε ευχαριστώ για όλα όσα έδωσες”.

Κι όσο απομακρυνόταν, κρατούσε μέσα της τα άδεια χέρια γεμάτα όμως με πράγματα αόρατα: μια καινούρια οικογένεια, μια δεύτερη νιότη, και τη σιγουριά πως εκείνη τη χρονιά δεν ξέχασε κανείς να χαμογελάσει.

Η ζωή, σκέφτηκε, ίσως είναι τελικά μια αλυσίδα από ενοίκια καμιά φορά πληρώνεις με λεφτά, κι άλλες φορές, με αγάπη. Κι αυτό, σκέφτηκε ξανά, είναι το πιο σίγουρο κεφάλαιο για το μέλλον.

Oceń artykuł
Η Ενοικιάστρια