Γιορτή με την οικογένεια — είσοδος χωρίς όρια

Οικογενειακή γιορτή Είσοδος για όλους

Η Ειρήνη μάζεψε με προσοχή το θραύσμα από το μπλε κεραμικό βάζο της Αίγινας και, χωρίς να τολμά να το πετάξει, το άφησε στην άκρη του παραθύρου πάνω από τη Συγγρού. «Συγγνώμη, θεία Λίνα», μουρμούρισε στο άδειο πλέον δωμάτιο.

Το σπίτι μύριζε φρεσκολουσμένα μαλλιά, αφρώδες κρασί και, με κάποιο μαγικό τρόπο, μανταρίνια, παρότι κανείς δεν είχε καθαρίσει μανταρίνια εκείνο το βράδυ. Πίσω από τον καναπέ πάνω στο χαλί βρισκόταν πλαστικό στεφάνι με γκλίτερ. Μέσα στο συρτάρι του τραπεζιού, ένας μεταξωτός φουλάρι γραμμένος «Όνειρο Νυφικού». Κάτω από το καλοριφέρ, μια μοναχική ροζ λαστιχένια γάντα με ξεφτισμένη φιογκοκλωστή, λες και προσπαθούσε να δραπετεύσει από την προηγούμενη νύχτα αλλά κόλλησε στη διαδρομή.

Η Ειρήνη, με ξεθωριασμένη ρόμπα και ξηλωμένο ζωνάκι, πέρασε από το σαλόνι με σακούλα σκουπιδιών στο χέρι. Σε κάθε της βήμα ακούγονταν τα ψιθυρίσματα από χάρτινα περιτυλίγματα γλυκών που θρυμματίζονταν στο πέλμα της.

Πάνω στο περβάζι δέσποζε ποτήρι με ξεραμένο κόκκινο κρασί. Στο βάζο, αντί για λουλούδια, τρεις πλαστικές καλαμάκια με στρας σαν αστεράκια προεξείχαν. Μια γιρλάντα από χαρτονένες καρδιές τρεμόπαιζε στον τοίχο, μια ξεκάθαρα δαγκωμένη.

Στην κουζίνα την περίμενε μάχη.

Στο τραπέζι στεκόταν μισοτελειωμένη τούρτα με στρώσεις. Η κρέμα είχε αρχίσει να λιώνει και τα αναμμένα κεριά 4 και 7 γέρναγαν στραβά στα πλάγια κι όμως, δεν ήταν γενέθλια, αλλά «απλώς η καθιερωμένη μάζωξη των κοριτσιών».

Στο νεροχύτη πλυμένα ποτήρια με σημάδια κραγιόν, δίπλα πιατάκια με αποξηραμένα ίχνη από ταραμοσαλάτα. Σε μια καρέκλα, άνοιχτη τράπουλα για μαντείες: μισές κάρτες κουρνιασμένες επάνω, μισές κάτω, λες και το μέλλον δεν ήξερε αν θέλει να ξεπροβάλλει.

***

Η Ειρήνη σήκωσε μια κάρτα στην τύχη ρηγας καρό, που την κοιτούσε με κούραση κι υπεροψία. Χτες, οι κοπέλες έστρωναν τις κάρτες αυτές για γάμους, ταξίδια και κρυφούς ξένους. Ψιθύριζαν προβλέψεις, μα στο τέλος γελούσαν εκρηκτικά επιβεβαιώνοντάς τες με Μοσχοφίλερο.

Σκύβοντας για μια γκλίτερ, τράβηξε κατά λάθος ένα μαλακό αντικείμενο κάτω από τον καναπέ. Ένα δαντελένιο καλσόν με κομμένο λάστιχο τρόπαιο από τους χθεσινούς χορούς πάνω στο σκαμπό. Η Ειρήνη κουνούσε το κεφάλι και πήγε προς το υπνοδωμάτιο για λίγο ησυχία.

Εκεί μέσα, η τάξη ήταν σχετική: τρεις μαξιλάρες στο πάτωμα, πάπλωμα τυλιγμένο σαν σαλιγκάρι. Ισιώνοντας το μαξιλάρι της βρήκε διπλωμένο ροζ χαρτί. Ένα αίσθημα δυσφορίας στην καρδιά.

Κι αν ήταν ξεχασμένο σημείωμα από κανέναν «Μάριο από το μπαρ» προς την Άννα; Ο γραφικός χαρακτήρας όμως αναγνώριμος μεγάλα, στραβά γράμματα, και κάθε «ο» ζωγραφισμένο σαν μικρή μπίλια.

«Είσαι η καλύτερη οικοδέσποινα! Άννα».

Το βλέμμα της στάθηκε στο θαυμαστικό. Έτρεμε λιγάκι, σαν να μην άντεχε το βάρος. Χαμογέλασε μισά.

«Η καλύτερη οικοδέσποινα» με σπασμένο βάζο της θείας Λίνας, γκλίτερ στο μπάνιο κάθε πρωινό ντους σαν πυροτέχνημα.

«Πόσες φορές υποσχέθηκα στον εαυτό μου, τέλος οι γιορτές στο σπίτι…» μονολόγησε καθώς καθόταν στην άκρη του κρεβατιού.

***

Κάτι υγρό «τσουφ» κάτω απ τα πόδια της.

Τραβώντας τη παντόφλα, βρήκε ένα μανταρίνι άθικτο, λαμπερό, δεμένο με οδοντογλυφίδα και χαρτάκι: «να ναι η ζωή σου γλυκιά».

Χτες γελούσαν με αυτό τον πρόποση. Τώρα το μανταρίνι της φαινόταν ειρωνικό.

Το κινητό δονήθηκε στο κομοδίνο. «Άννα (θύελλα μας)» εμφανίστηκε.

«Μα φυσικά», είπε μόνη της και απάντησε, καθαρίζοντας τη φωνή της. «Ναι;»

«Ειρηνάκιιι!», η φωνή δυνατή, σα να μην τελείωσε η γιορτή αλλά απλώς μεταφέρθηκε αλλού. «Θεά είσαι! Τα κορίτσια ξετρελάθηκαν! Και η Χριστίνα ακόμα εδώ, γελάμε πώς τρόμαξες το πνεύμα της ντουλάπας!»

Κάποια στο φόντο φώναξε: «Πες στην Ειρήνη πως μόνο σ αυτήν θέλω να γεννήσω!» και μετά γέλια.

«Σ ευχαριστώ, Ειρήνη», είπε η Άννα πιο ψιθυριστά. «Σαν στο σπίτι σου.»

Η Ειρήνη κοίταξε το μανταρίνι στην παντόφλα.

«Μμμ», μουρμούρισε, «σαν σπίτι μου»

«Δεν σε κρατώ άλλο! Ξεκουράσου, βασίλισσα του τραπεζώματος!» Κλικ ησυχία.

***

Η Ειρήνη έβγαλε τα γυαλιά της, τα άφησε πλάι στο σημείωμα της Άννας. Στον καθρέφτη της ντουλάπας αντανακλάται μια γυναίκα πενήντα, με κουρασμένο πρόσωπο, λαμπερά ακόμη μάτια και μαλλιά βιαστικά πιασμένα κότσο. Κι ένα ατίθασο γκλίτερ, χαραγμένο επίμονα εκεί.

Το κινητό ξαναχτυπά αυτή τη φορά βίντεοκλήση. «Δήμητρα» η κόρη της.

Η Ειρήνη αναστενάζει, ισιώνει τα μαλλιά, το γκλίτερ νομοτελειακά μένει.

«Ναι, Δημητρούλα;», απαντά. Το πρόσωπο της κόρης με ανάκατα μαλλιά και καφέ στο χέρι.

«Μαμά!» σμίγει τα μάτια. «Το ήξερα. Πάλι γκλίτερ στη γάτα;»

«Πάνω μου, όχι στη γάτα. Η γάτα κρύφτηκε μετά τους χορούς και τις κάρτες. Μπορεί ν ανακάλυψε το συρτάρι με τα ρούχα»

Της εξιστορεί τα γεγονότα.

«Καλά, άκου τον εαυτό σου μαμά; Η γάτα να κυνηγιέται, τα κεραμικά να σπάνε, τα μανταρίνια στις παντόφλες Δεν μπορείς να πεις όχι στην Άννα;»

Τα λόγια γεμάτα αγάπη και γλυκιά ενόχληση.

«Είναι δύσκολα για εκείνη το ξέρεις»

«Και για σένα; Εσύ πότε ξεκουράστηκες, πότε ήταν το σπίτι σου σπίτι κι όχι ξενώνας;»

Η Ειρήνη κοίταξε το ροζ γάντι, το σημείωμα την άδεια πιασμένη από ξένο χθεσινό γέλιο κουζίνα.

«Δεν ξέρω», απάντησε ειλικρινά. «Μάλλον έχω κι εγώ καταφύγει κάτω από κάποιο ντουλάπι μαζί με τη γάτα.»

Χαμόγελο στη γραμμή.

«Μαμά, σ αγαπώ. Σκέψου το. Την άλλη φορά, να πιούμε τσάι μόνες μας. Χωρίς μαντεψιές και γκλίτερ.»

Μια μικρή σιωπή σαν υπόσχεση.

«Θα δούμε», λέει η Ειρήνη.

Μα για πρώτη φορά, αυτό το «θα δούμε» δεν ακούγεται διπλωματικό προς την Άννα, αλλά ίσως το μέλλον.

***

Η Άννα είχε εμφανιστεί στην Ειρήνη «για κανένα λόγο» μια άνοιξη που ο χιονιάς δεν είχε προλάβει να λιώσει και οι πρασινάδες στο περβάζι έσπρωχναν προς τον ήλιο.

«Ειρηνάκι, άνοιξε, έφερα ειρήνη και πιτα!», φώναξε στο μάτι της πόρτας πριν καν χτυπήσει. Κρατούσε μεγάλο ταψί με λαχανόπιτα, μυρίζοντας βανίλια και αέρα.

«Σπιτική σπανακόπιτα, για να θυμάσαι τη γιαγιά!» είπε εισβάλλοντας ήδη στην κουζίνα. «Γεια σου η είσοδός σου, Ειρήνη, βγαλμένη από περιοδικό!»

Γέλασε η Ειρήνη, τα μάγουλα ρόδινα, στήνοντας το τακτοποιημένο φουλάρι στον γάντζο. Το δίχωρό της σε πολυκατοικία στον Νέο Κόσμο μικρή περηφάνια της. Κουρτίνες, πλεκτή κουβέρτα της μάνας στο σαλόνι, λευκή κουζίνα και περβάζια γεμάτα γλάστρες.

Όλοι έλεγαν «ζεστά εδώ» για την Ειρήνη ήταν κόπος, όχι αυτονόητο.

«Άραξε, βγάλε τα παπούτσια σου», είπε συνηθισμένα παίρνοντας το ταψί. «Βαρύ!»

«Σαν τη ζωή μου!» χιουμοριστικά η Άννα, τα μάτια να γελούν. «Σκέφτηκα το σπιτικό μου μ έχει πνίξει, έξι τετραγωνικά κουζίνα, ο πάνω φωνάζει, ο κάτω σφυροκοπάει. Εσύ έχεις αέρα! Πρέπει να το μοιραστούμε. Να κάνουμε μικρές μαζώξεις, εσένα και δυο δικές μου φίλες, θα ταιριάξουν!»

Το «αμαρτία να κάθεσαι μόνη» της ακούστηκε κάπως πικρό.

Θυμήθηκε τα βράδια μόνη μπροστά στην τηλεόραση να πλέκει, ενώ η Δήμητρα έλειπε, οι συγγενείς της τη θυμόντουσαν μόνον στις γιορτές.

«Μαζωξούλες; Ε, γιατί όχι. Έχω (και) πιτα!» προσπάθησε να αστειευτεί.

Η Άννα έκπληκτη: «Δηλαδή συμφωνείς; Έφερα πίτα για το λάδωμα, πίστευα θα χρειαστώ παρακάλια!» γέλασε. «Σάββατο; Χωρίς τίποτα ρεπετισιόν του μπάτσελορετ!»

Η Ειρήνη έβαλε το ταψί στο φούρνο, το Σάββατο μακρινό και αόριστο.

«Εντάξει», είπε. «Το Σάββατο, θα ετοιμάσω κάτι.»

«Χρυσάφι είσαι!» Η Άννα την αγκάλιασε σφιχτά και τα πλευρά της τριζοβολήσαν. «Δεν είναι τυχαίο που είμαστε σαν αδελφές!»

Το «σαν» τη τσίμπησε κάπως, αλλά το κατάπιε μαζί με την καλή πίτα.

***

Το Πάσχα της χρονιάς αποφάσισαν πάλι με πρωτοβουλία Άννας να το γιορτάσουν στην Ειρήνη.

«Της Ειρήνης το σπίτι είναι σπιτικό!» διακήρυττε. «Η κουλούρα της σαν φωτογραφία, τα αυγά ποίημα! Κι η γάτα, αρχοντική και όλα ελέγχει.»

Η Μίνα, η γάτα με τις γραμμές, περισσότερο θυμίζει κουρασμένη φύλακας, αλλά «αρχοντική» έδινε αέρα.

Η Άννα ήρθε με τρεις φίλες: η Έλλη με παλτό-ήλιο, η Ιωάννα με τζάκετ-μοτοσικλετιστή και η Μαρία, γεροντοκόρη με τρανταχτό γέλιο.

«Η Έλλη, η Ιωάννα, η Μαρία. Και αυτή η Ειρήνη με το πιο ζεστό σπίτι!» τις σύστησε η Άννα.

Η Ειρήνη τις αποσυντόνισε στην είσοδο μοιραζε παντόφλες, έλεγε που οι μπουφάν, στο νου της έλεγχε: φτάνουν οι καρέκλες, δύο τσουρέκια, δώδεκα αυγά βαμμένα. Σαλάτες και ζελέ-σαλάτα «για επίσημα».

Γρήγορα αποδείχθηκε λίγα και αυτά. Η Άννα μεσ τη συζήτηση για «γλάσο αυθεντικού τσουρεκιού», έβγαλε κινητό.

«Ωχ! Ξέχασα! Και οι Κατερίνα/Γιώτα είναι δίπλα. Να τις φωνάξω! Ειρήνη, δεν σε πειράζει; Θα φέρουν αυγά»

Πριν καν μιλήσει, «ντινγκ» στο φούρνο, κι έτρεξε για τον τσουρέκι. Όταν επέστρεψε, η Άννα με διάπλατο χαμόγελο: «σε λίγο είναι εδώ!»

***

Η γιορτή εξελίχθηκε σε πανηγύρι.

Οι κοπέλες διαφώνησαν για τσουρέκι-παρασκευή και «ποια έζησε πιο χωριό». Η Έλλη, αναλύοντας τα μυστικά της, πέταξε με το κουτάλι γλάσο που έπεσε στη δαντελένια τραπεζομάντιλα της Ειρήνης, λεκιάζοντας μέχρι την άκρη.

«Ε, πλούτος είναι!» απάντησε η Έλλη γελώντας.

Γέλια, αστεία, κι η Ειρήνη με χαρτοπετσέτα προσπαθώντας να σώσει την κατάσταση.

«Δεν πειράζειβγαίνει στο πλυντήριο.»

Το βλέμμα της Άννας ευγνώμον. Σαν να έσωσε κάτι πιο σημαντικό απ το ύφασμα.

Ως το βράδυ το περβάζι πολύχρωμο με αυγά, στον τοίχο στεφάνι-ψηφιδωτό από χαρτοπετσέτες, κάτω απ το τραπέζι πέδιλα ατάκτως ερριμμένα. Η Άννα, μαζεύοντας ποτήρι με μαυροδάφνη, προανήγγειλε: «Στην Ειρήνη, γιορτή πάντα!»

Όλοι χειροκροτούσαν. Και η Ειρήνη κοκκίνισε, ένιωσε πως το «γιορτή» στ αλήθεια σήμαινε κάτι για το μικρό της διαμέρισμα.

***

Παιδί ήταν αλλιώς. Η «γιορτή» ήταν πάντα της Άννας.

Η Άννα πάντα αρχηγός λαμπερή, θορυβώδης, γοητευτική-αναιδής. Η αυλή του σπιτιού της πόλου έλξης. Μόδες με τη ρόμπα της μαμάς, μυστικές λέσχες κάτω απ τις σκάλες, ακόμα κι οι γιαγιάδες την έλεγαν «η καλλιτέχνιδα μας».

Η Ειρήνη μαζεμένη, διακριτική. Γυρνούσε στην ώρα της, βιβλία επέστρεφε ακέραια, παπούτσια καθαρά.

«Ειρηνάκι, είσαι τ άριστο παιδί, κράτα λίγο την Άννα να μαζευτεί», έλεγε η θεία Λίνα.

Μετά τα εφηβικά χώρισαν. Η Άννα γύρισε νωρίς μ ιστορίες ξέφρενων βραδινών, η Ειρήνη τελείωσε λογιστήριο και δούλευε ήσυχα. Έβλεπαν η μία την άλλη σπάνια, μόνο σε οικογενειακά τραπέζια.

Ώσπου πέθανε η θεία Λίνα. Κηδεία, μνημόσυνο, παλιές πίκρες. Για πρώτη φορά, ως τα ξημερώματα, έπιναν γλυκόπικρο τσάι στην κουζίνα.

«Νομίζω ο κόσμος πέθανε με τη μαμά», είπε η Άννα. «Δεν ξέρω να ζω αλλιώς.»

Η Ειρήνη, χωρίς τη δική της ήδη τέσσερα χρόνια, ψιθύρισε: «Απλά συνεχίζει διαφορετικά. Ούτε καλύτερα ούτε χειρότερα. Απλώς αλλιώς.»

Από τότε περισσότερες επαφές στην αρχή για χαρτιά, μετά καθημερινές κουβέντες.

Σιγά σιγά, η Άννα την τραβούσε σαν ρουφήχτρα στη ζωή της.

«Θα ζούμε παράλληλα ως ξαδέρφια; Αποκλείεται! Θα έρχομαι σε σένα, κι εσύ σε μένα.»

Σε εκείνη, πάντως, η Ειρήνη σπανίως πήγαινε. Πάντα κάτι την κρατούσε σπίτι.

***

Με τα χρόνια το «στην Ειρήνη» έγινε κανόνας.

«Λοιπόν, κορίτσια, γιορτή πού; Στην Ειρήνη, φυσικά!» δήλωνε η Άννα ξεφυλλίζοντας ατζέντα. «Σπίτι-κουζίνα-όνειρο!»

Χριστούγεννα; «Στην Ειρήνη!» εκεί τα λαμπιόνια κύκλο, η ρώσικη σαλάτα σαν τούρτα.
Πάσχα; Γενέθλια; Συνάντηση «για ξεφύγουμε με λίγο κρασί»; Πάντα εκεί.

Στην αρχή η Ειρήνη κολακευμένη.

Το σπιτικό της κέντρο ζωής, άλλες ζηλεύαν τα τραπεζομάντιλα, δοκίμαζαν συνταγές της. «Είναι σαν φωτογραφία εδώ!»

Γρήγορα, το φορτίο μεγάλωνε. Προσκεκλημένες εμφανίζονταν απρόσκλητα: «Ειρήνη, είμαι φίλη Άννας, να ρθουμε λιγάκι, δυο μας;»

Άλλοτε, μια παλιά γνώριμη τής συναπαντήθηκε. Η Νάντια είχε παλιότερα κατηγορήσει άδικα την Ειρήνη πως «εκθέτει φίλες» και το χε πάρει βαριά. Στεκόταν πια μπροστά της, αμήχανη: «Η Άννα είπε πως σήμερα η γιορτή είναι σ εσένα να βοηθήσω;»

Η Ειρήνη ένιωσε τον παλιό της κόμπο. Η λέξη για «όχι» της πασχίζει να βγει. Κι όμως είπε: «Πέρνα μέσα θέλεις τσάι;»

Η πετσέτα στο χέρι της σφιγμένη σαν σκοινί.

***

Η πρώτη τής διαμαρτυρία παιδική σχεδόν.

«Θες να ξενερώσουν; Πάρε κακό κουλουράκι!» Κάποτε ψώνιζε το ωραιότερο, τώρα αγόρασε φθηνό, χωρίς γεύση για να δουν ότι «σε σένα» δεν είναι όλα τέλεια.

Η βραδιά, παρόλα αυτά, καταπληκτική. Οι φίλες της Άννας έφερναν τυριά και ελιές. Μια ξέχασε τη γιγάντια πλαστική της χάντρα στη πόρτα. Η Ειρήνη την πάει να την πετάξει μα τσουπ, η Άννα μπαίνει με θόρυβο: «Στην Ειρήνη ακόμα και οι πόρτες γιορτάζουν!»

Η διαμαρτυρία άχρηστη, η γιορτή ακάθεκτη.

***

Το ξεχωριστό ήταν η «βραδιά μαντείας».

«Κορίτσια, απόψε προβλέπουμε το μέλλον!» διακήρυττε η Άννα, βάζοντας κρυφά την Ειρήνη στο γκρουπ. «Ειρήνη, είσαι το μέντιουμ μας εδώ κι ο παλιός σου βραστήρας!»

Μια φίλη, η Έλλη, έφερε ταρό, κερί και ένα μικρό καθρέφτη με σκαλιστό πλαίσιο.

«Όχι γλέντι, πνευματική συνεύρεση!» σοβαρά η Έλλη.

Η Ειρήνη γέλασε κάπως αμήχανα. «Μόνο τα πνεύματα του γεμιστού πλανιούνται εδώ.»

Έσβησαν τα φώτα. Η Μίνα κατσούφιασε στο παράθυρο, φουντωμένη. Η Έλλη άρχισε τις ερωτήσειςταρό, προβλέψεις για έρωτα, λεφτά, ξένους.

Ξαφνικά το φως τρεμοπαίζει και σβήνει. Κάποια τσιρίζει. «Σημάδι!» τσιρίζει η Έλλη, χειροκροτήματα.

Η Ειρήνη βγάζει το φακό του κινητού. Κάτι σκοτεινό περνάει στα πόδια της η Μίνα, πανικόβλητη, πετάγεται στη ντουλάπα της κρεβατοκάμαρας.

«Σίγουρα σημείο!», ψιθυρίζει η Ειρήνη, σοβαρά.

Σε λίγο το φως ξαναγυρνά. Η γάτα όμως δε βγαίνει επί μέρες ακούν μόνο έξυπνούς ήχους στα συρτάρια.

Οταν τελικά εμφανίζεται, πασαλειμμένη, η Ειρήνη ψιθυρίζει: «Ε, Μίνα, μαζί θα κρυβόμαστε;»

Η γάτα, ανέκφραστη, στο πάτωμα εκεί χαμένη ακόμη μία γκλίτερ.

***

Η Ειρήνη δεν τολμά να μιλήσει αμέσως.

Τα δάχτυλά της στέλνουν μήνυμα: «Άννα, γιορτάστε στο δικό σου σπίτι.» Το σβήνει.

Δοκιμάζει ξανά:
«Άννα, δεν αντέχω άλλο»
«Άννα, ας γιορτάσουμε στο σπίτι σου»

Όλες οι φράσεις είτε πολύ γλυκές, είτε άκαμπτες. Στο μυαλό της οι φράσεις από την Άννα: «είσαι καλή», «δεν σου στοιχίζει»

Η Ειρήνη, μπροστά στον καθρέφτη, παίρνει ανάσα:
«Άννα, την άλλη φορά γιορτάστε στο δικό σου.»

Μετά από πρόβες και μετά δημιουργείται αποφασιστικότητα. Στέλνει: «Άννα, κουράστηκα. Την επόμενη φορά, να το κάνετε στο δικό σου. Θέλω διάλειμμα.»

Το δάχτυλο κρέμεται πάνω από το «Αποστολή». Ο φόβος παραμονεύει: μήπως χάσει, μήπως πληγώσει; Μη δεχτεί την αλήθεια.

Το πατάει.

«Και τώρα χρειάζεται κουβέντα» σκέφτεται.

Παραπάνω φορές προβάρησε:
«Άννα, το σπίτι μου κουράστηκε. Μπορούμε να βάλουμε όρια;»

Στον καθρέφτη αντικρίζει γυναίκα που ακόμα μαθαίνει να λέει όχι.

Όμως μέσα στο βλέμμα της ένα φως επίμονη αυτοπεποίθηση.

***

Παίρνει το δρόμο προς το σπίτι της Άννας χωρίς ειδοποίηση.

«Όπως έρχεται εκείνη με πίτα και φίλες δίχως άγχος, έτσι κι εγώ σήμερα», συλλογίζεται.

Το σπίτι της Άννας σε παλιό κτήριο στον Κολωνό ταβάνι ψηλό, σοβάς που πέφτει, γραμματοκιβώτια γεμάτα έντυπα.

Χωρίς ασανσέρ. Στις σκάλες μυρωδιές απορρυπαντικού μπλεγμένες με φαγητό. Η πόρτα ξεχωριστή: στεφάνι από ψεύτικα φύλλα ελιάς και πινακίδα «Εδώ ζει το θαύμα». Τώρα πια της φάνηκε λυπηρή.

Χτυπά. Λίγη φασαρία, βήματα.

«Ποιος;»

«Εγώ, Ειρήνη.»

Το κλειδί με κόπο. Η Άννα, με φόρμα, μία κάλτσα, τα μαλλιά άτσαλα, τα μάτια πρησμένα.

«Χωρίς ειδοποίηση;»

«Εσύ ποτέ δεν ειδοποιείς όταν έρχεσαι.»

Άφησε να μπει.

Στο σπίτι υπήρχε κενό όχι διακοσμητικό αλλά ψυχικό.

Στην είσοδο τίποτα φιλόξενοούτε πατάκι, ούτε ράφι. Κάδος, παπούτσια χύμα, ξεραμένο λεκέ.

Πιο μέσα, παλιός πράσινος καναπές ρούχα βουνό, στο πάτωμα μπουκάλια, περιοδικό ξεσκισμένο, υπολογιστής στο σκαμπό, τασάκι γεμάτο.

Δυο κούπες κάτω. Μία πεσμένη, ξεραμένο καφές, η άλλη με στάχτη δίπλα σε ξεραμένο καφέ.

Στο περβάζι όχι γλάστρες. Ποτήρια πλαστικά, σακούλα τσιπς, λεμόνι πεθαμένο.

Η Ειρήνη ένιωσε μια ανατροπή. Δεν ήταν απλώς ακατάστατο ήταν μια ζωή σκορπισμένη.

***

«Μη με κοιτάς έτσι!» η Άννα απότομα, αντιλαμβανόμενη το βλέμμα της. «Δεν έχω μαζέψει από από όλα αυτά.»

«Ποια αυτά;»

«Από τη μαμά, από τη δουλειά από τη ζωή.»

Στην κουζίνα, όντως στενόχωρη ένα τραπέζι, παλιό ψυγείο, πιάτα με ξεραμένο φαγητό, τηγάνι με μισοτηγανισμένες πατάτες. Σακούλα σκουπιδιών άδειαγεμάτη.

«Ήθελα να σε πάρω, μα ποτέ δεν» Η Άννα πιάνει τον βραστήρα, προφανώς ακάθαρτο.

Η Ειρήνη στέκει σφίγγοντας την τσάντα της, συγκρίνοντας τη δική της γυαλισμένη κουζίνα με το χάος μπροστά της.

Καταλαβαίνει για την Άννα, το σπίτι της δεν ήταν βολικό μα καταφύγιο.

«Ήρθες για κάτι συγκεκριμένο;» η Άννα αμήχανο.

«Ναι, για να καταλάβω», απάντησε.

***

Η Άννα σχολιάζει: «Νόμιζα πως ήσουν θυμωμένη.»

«Είμαι,» ξεκάθαρη η Ειρήνη. «Έχω κουραστεί από τις μαζώξεις στο σπίτι μου. Χθες έφτασε στο όριο.»

Κατεβάζει την τσάντα στο τραπέζι.

«Αλλά επίσης ήθελα να καταλάβω.»

Η Άννα σκουπίζει το πρόσωπο, μουτζουρώνει τη μάσκαρα.

«Τι να καταλάβεις;»

«Γιατί το σπίτι έτσι. Και γιατί όλα τα σαν το σπίτι δικά μου έγιναν.»

Η Άννα αναστενάζει πικρά: «Γιατί το δικό σου σπίτι είναι σπίτι. Το δικό μου διακόσμηση φτηνή.»

«Δεν ένιωσα σπίτι μου από τότε που χάθηκε η μαμά Εδώ είμαι μετανάστρια στη ζωή μου.»

Η Ειρήνη θυμάται τις πρώτες νύχτες μετά τον θάνατο της μαμάς της το σπίτι της ξένο, μέχρι να αλλάξει κουρτίνες.

«Και στο σπίτι σου, όταν έρχομαι ξαναβρίσκω κανονικότητα. Κουβέρτα στρωμένη, κούπες καθαρές, γάτα στο περβάζι. Εσύ ξέρεις να ζεις.»

Η Ειρήνη παρηγορητικά, χωρίς θυμό.

«Κι εγώ νόμιζα ότι σου άρεσε, σ αρέσει να έχεις κόσμο πως σε κάνει να νιώθεις ζωντανή.»

«Όχι όταν το σπίτι μου γίνεται επέκταση της βαβούρας σου» ψιθυρίζει η Ειρήνη.

Η Άννα κρύβει το πρόσωπο.

«Φοβάμαι τη μοναξιά. Τη νύχτα ακούω ακόμα τη μαμά να επικρίνει. Στο σπίτι σου όμως νιώθω πρώτη φορά πως δεν είμαι μόνη.»

Η Ειρήνη κάθεται απέναντι. Τα λόγια της, λιγότερο σκληρά.

«Δεν αντέχω να είμαι το μοναδικό μαξιλάρι διαφυγής σου. Θέλω κάτι διαφορετικό.»

***

«Διαφορετικό πώς;» μονολεκτική η Άννα.

«Λοιπόν όχι όλες οι γιορτές στη δική μου.»

Κοιτάει την κούπα στο πάτωμα, τον σωρό στον καναπέ.

«Το σπίτι δεν είναι μόνο γλέντι, αλλά κι αυτοσεβασμός.»

Η Άννα συναινεί αποκαρδιωμένη: «Εδώ και καιρό ντρέπομαι για μένα.»

«Ας αρχίσουμε από εδώ. Οι μαζώξεις κάθε τόσο, πότε σ εμένα, πότε σ εσένα. Όχι πολυκοσμία, όχι κάθε βδομάδα μία φορά το μήνα.»

«Να φέρνω κόσμο εδώ;»

«Να σταματήσεις να χρησιμοποιείς μόνο το δικό μου.»

«Και πώς;»

«Ξεκινάμε μαζί. Πρώτα συγυρίζοντας. Μόνο εσύ κι εγώ. Όχι παρεάκι, όχι γκλίτερ. Να τηγανίσουμε λουκουμάδες, οι δυο μας.»

«Λουκουμάδες; Εγώ προτιμώ τηγανίτες.»

«Να ναι τηγανίτες!»

***

Ξεκίνησαν αδέξια. Η Ειρήνη σακούλα, η Άννα μάζευε φλιτζάνια. Σαπούνι, νερό.

«Η καθαριότητα διδάσκεται εγώ απ τη μαμά, εσύ διάλεξες άλλον δρόμο.»

Στην κουζίνα μύρισε βούτυρο και μέλι η Άννα να μαγειρεύει κάτι γνώριμο. Είδε σ αυτή τη στιγμή το κορίτσι που κάποτε διοργάνωνε επιδείξεις μόδας.

Μόλις κάθισαν, μασουλώντας τηγανίτες, το κουδούνι.

«Ποιος τώρα;»

Στο ματάκι η Δήμητρα, σακίδιο στον ώμο και σακούλα.

«Με τράβηξε η μυρωδιά!» δικαιολογήθηκε. «Έστειλα μήνυμα, μαμά, μα δεν απάντησες»

Η Άννα μαζεμένη, η Δήμητρα παρατηρεί, χαμογελά.

«Για να δούμε Στην θεία Άννα τώρα γκλίτερ!»

«Γκλίτερ;» ρώτησε η Άννα.

«Δες το ταβάνι!»

Γυρνάνε ένα ασημί αστεράκι καρφώθηκε στο φωτιστικό.

Η Ειρήνη γελά. «Τώρα και οι δύο έχουμε γκλίτερ. Όχι μόνο εγώ.»

«Αρκεί να είναι συμφωνημένα!» λέει η Δήμητρα πονηρά.

Η Ειρήνη ένιωσε κάτι καινούργιο. Έχει ακόμη θυμό, φόβο για γιορτές, αλλά και επιλογή. Και η Άννα επίσης.

Τρεις γυναίκες σε μια μικρή κουζίνα, να μοιράζονται τηγανίτες, να γελούν όταν το αλεύρι λεκιάζει το μάγουλο της Άννας.

Κι αυτός ο γέλως δεν ήταν κατάχρηση φιλοξενίας ήταν η πρώτη, ειλικρινής γιορτή. Χωρίς βασίλισσες και πρωτιές. Μόνο η Ειρήνη, η Άννα και η Δήμητρα.

Oceń artykuł
Γιορτή με την οικογένεια — είσοδος χωρίς όρια