Βασίλισσα
Μαμά, σε παρακαλώ, μην αγχωθείς, αλλά από τον καινούριο χρόνο ίσως να έχουμε κάποιες δυσκολίες, πώς να το πω, οικονομικές. Βέβαια, δεν πιστεύω ότι θα πεινάσουμε.
Κόρη, σταμάτα να μιλάς με μισόλογα. Ξέρεις ότι δεν αντέχω τα μακρόσυρτα εισαγωγικά.
Το ξέρω, μανούλα. Εντάξει, λοιπόν: παραιτήθηκα απ’ τη δουλειά μου. Αυτό.
Τι; Μόνη σου ή σε πίεσαν;
Μόνη μου. Θέλω να παίρνω μόνη μου τις αποφάσεις.
Όλα του πατέρα σου, κι εσύ. Μπορώ μόνο να φανταστώ τι θα έλεγε αν ήταν ακόμα εδώ.
Μαμά, κοίτα, κοίτα, τι όμορφες καρδερίνες κάθονται στο δέντρο απέναντι απ το παράθυρό μας… Κι ο μπαμπάς θα έλεγε πως η αξία του ανθρώπου δεν φαίνεται από τη θέση του.
Χάρηκα τόσο πολύ για σένα, κόρη μου. Καμάρωνα που είχες τέτοια δουλειά, τέτοιο μισθό, θέση υπεύθυνης πολιτιστικών στη Θεσσαλονίκη. Σε έδειχναν συχνά στην τηλεόραση, οι άνθρωποι σε κοιτούσαν σαν βασίλισσα, σε άκουγαν, σε σέβονταν. Είσαι όμορφη, λεπτή, στυλάτη.
Καλά, μαμά, σε πήραν τα ζουμιά. Η ομορφιά δεν φεύγει, μαζί μου θα μείνει.
Για πες μου όμως τα αληθινά; Γιατί τόσο ξαφνικά; Έλα δίπλα μου να μου τα πεις.
Ξέρεις, μαμά, απλώς έχω άλλες αξίες από το αφεντικό μου. Αυτοί μόνο νοιάζονται να βγάζουν αποτελέσματα έγκαιρα και τους ανθρώπους τούς θυμούνται μόνο στον λόγο τους. Δεν θέλω να συνεχίσω έτσι. Όπως λέει κι ο δικαστής στα διαζύγια, 'Ασυμφωνία χαρακτήρων’.
Έλα τώρα, σε όποια δουλειά το αφεντικό ζητάει αποτελέσματα. Και τι, τώρα στις γιορτές δεν θα πας ούτε στην εκδήλωσή σας;
Θα πάω, βέβαια, μαμά. Όλη η ομάδα ετοιμαζόμαστε τόσο καιρό. Θα είμαι σαν θεατής. Θα έχει πλάκα.
Μάλιστα! Η βασίλισσα του πολιτισμού απλά θα στέκεται στην πλατεία με το χριστουγεννιάτικο δέντρο. Να με πάρεις μαζί σου τουλάχιστον για παρέα.
Νόμιζα, μαμά, πως βαρέθηκες τα χριστουγεννιάτικα στα παιδικά σταθμά: για κάθε τμήμα, για τα παιδιά των υπαλλήλων, για τους ίδιους τους υπαλλήλους, για τα παραρτήματα…
Ξέχασες και για το ιδρυματάκι! Ναι Αριάδνη μου, έχουμε κι εμείς δείκτες να παρουσιάσουμε, και το βασικό είναι πόσα παιδιά συμμετείχαν σε πολιτιστικές δράσεις στις πολιτιστικές, το τονίζω! Αλλά θα ήθελα να δω τι ετοιμάσες για τη μεγάλη χριστουγεννιάτικη γιορτή στο Πάρκο της Νέας Παραλίας. Τις διοργανώνεις για οικογένειες, αλλά η δική σου οικογένεια… Και τώρα κι άνεργη! Αριάδνη, κλείνεις τα σαράντα! Ακόμα σκέφτεσαι τον Παύλο σου; Αυτόν τον πρώτο και τελευταίο; Ακόμα εδώ είναι, δεν πήγε ούτε στη Βιέννη για να παίξει στην όπερα! Και το παίζει σάξοφωνίστας!
Μαμά, σάξοφωνίστας. Ο Αντόνιο Σαξ, Βέλγος ήταν αυτός που το εφηύρε πριν δύο αιώνες!
Μήπως χρειάζεται εσύ να μου το θυμίζεις; Εγώ που ήμουν μουσικός στον παιδικό σταθμό; Αριάδνη, ποτέ δεν θα τον συγχωρήσω αυτόν τον σάξοφωνίστα σου σου πήρε το μυαλό τόσα χρόνια και δεν αφήνεις κανέναν να σε πλησιάσει. Μεγαλώνεις, βασίλισσά μου. Η μαμά σκούπισε ένα δάκρυ. Τώρα έγινες βασίλισσα χωρίς θρόνο. Άτεκνη βασίλισσα. Τι θα έλεγε ο πατέρας σου;
Ο πατέρας, μαμά, θα έλεγε πως η γυναίκα είναι σαν το κρασί όσο μεγαλώνει, τόσο πιο εκλεκτή γίνεται. Και σε παρακαλώ, μη κλαις. Όλα θα πάνε καλά.
Αχ, αγαπούσε τις γυναίκες ο πατέρας σου.
Σε εσένα πάνω απ όλα, μαμά. Στο νοσοκομείο, ούτε μια στιγμή δεν άφησε το χέρι σου.
Το ξέρω, Αριάδνη μου, μετανιώνω που δεν του το έλεγα συχνά όσο τον είχα. Το θεωρούσα αυτονόητο.
Το ένιωθε, μαμά. Κι όταν του τραγουδούσες, δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια του από πάνω σου.
Η μαμά άρχισε να τραγουδά:
Χιονίζει, χιονίζει
Και όλα γύρω κάτι περιμένουν
Κάτω από αυτό το χιόνι, το ήσυχο χιόνι
Θέλω να σου πω, μπροστά σε όλους
Εσύ που είσαι τα πάντα στη ζωή μου
Κοίτα μαζί μου αυτό το χιόνι
Καθαρό, όπως αυτό που νιώθω αλλά δεν λέω
Αυτό που θέλω να πω…
Μαμά, αυτό το τραγούδι με στοιχειώνει κάθε φορά. Κάθε γενέθλιά μου, τέλος Απριλίου, παρακαλάω να πέσει χιόνι, να μου το τραγουδήσει κάποιος…
Λοιπόν παιδί μου, τι θα κάνεις με τη δουλειά σου; Είσαι ταλέντο! Πού θα πας τώρα;
Λεω να γίνω ελεγκτής σε λεωφορείο, μαμά.
Έλα, σε παρακαλώ, μην αστειεύεσαι! Μίλα με τη Νίκη από το 3ο; Έχει γνωριμίες παντού σε δημόσιους φορείς, εφορία, δικηγόρους, πολεοδομία.
Μιλάω σοβαρά, μαμά. Θα πάω να δουλέψω ελεγκτής. Ταξιδεύεις συχνά με λεωφορεία;
Όχι πολύ, αλλά καμιά φορά.
Και πώς τους βρίσκεις τους ελεγκτές;
Τις περισσότερες φορές τίποτα το ιδιαίτερο! Φοράνε είκοσι μπλουζάκια το ένα πάνω στο άλλο και σαγιονάρες με μάλλινες κάλτσες, και ουρλιάζουν «Πληρώστε για το εισιτήριο, περνάμε στο πίσω μέρος!» και πάλι απ’ την αρχή. Πολύ „δημιουργική” δουλειά.
Ακριβώς έτσι το λες: „Πληρώστε για το εισιτήριο!” Έχεις ακριβώς την προφορά των ελεγκτών. Θυμάσαι, μαμά, μια φορά που γύρισε ο πατέρας απ το έργο μεθυσμένος και μας είπε ένα ανέκδοτο για το λεωφορείο; Ήταν τόσο αστείος μεθυσμένος, έλεγες. Το θυμάσαι;
Όχι, Αριάδνη, το ξεχνάω. Τι έλεγε;
Ένας μεθυσμένος ανεβαίνει στο λεωφορείο, παραπατάει και κρατιέται με κόπο. Τον πλησιάζει η ελεγκτής: „Κύριε, εισιτήριο!” Και αυτός, με τα δάχτυλά του να κάνουν πως τσουγκρίζουν ποτήρια λέει: „Για το εισιτήριο!”
Αχ, Αριάδνη μου, αν μπορούσα να τον γυρίσω πίσω, να πει όσα ανέκδοτα θέλει, αρκεί να ήταν εδώ.
Είναι πάντα μαζί μας, μαμά. Τη φωνή του, τα λόγια του, τα θυμάμαι συνέχεια: «Όλα μέσα στο μυαλό σου είναι, κορίτσι μου. Άλλαξε τον δίσκο μέσα σου και η ζωή θα σου τραγουδήσει όχι πένθιμο εμβατήριο, αλλά σερενάτα, μπαλάντα, δημοτικό, ό,τι θες!»
Γιατί, βρε καημένη, δεν άλλαξες ποτέ τον δίσκο με τον Παύλο; Ήθελε να είναι αυτός ο πρωταγωνιστής και σε ενοχλούσε ότι ήσουν βασίλισσα και αυτός… ο αυλικός μουσικός! Όπως στην ταινία του ελληνικού κινηματογράφου στο τέλος όλα καλά. Ας μην τα λέμε πάλι. Πες μου σοβαρά, πού θα δουλέψεις;
Ελεγκτής, μαμά, κι από τις 4 του Γενάρη πιάνω δουλειά.
Αριάδνη, αυτό δεν πρέπει να γίνει. Πάντα ήσουν λίγο τρελός του σπιτιού, εφευρέτρια, αλλά όχι τόσο! Ελεγκτής! Όλη η πόλη σε ξέρει, ήσουν στην τηλεόραση και τώρα; Ο Θεός να μας φυλάει Τι θα έλεγε ο μπαμπάς σου!
Κάνω ακριβώς αυτό που με συμβούλεψε, μαμά. Θυμάσαι τι μου έγραψε στα 18 μου; Ξέρω τα λόγια του απ έξω: „Θυμήσου: κανένας δεν μπορεί να αποφασίσει για σένα. Πάρε τη ζωή σου στα χέρια σου. Γιατί αλλιώς, η ζωή θα σου χτυπάει την πόρτα και εσύ δεν θα είσαι μέσα.”
Σε τι πόρτα, κόρη μου; Σ ένα λεωφορείο της πόλης; Τι είδους πρόκληση είναι αυτή;
Ναι, σένα λεωφορείο της πόλης. Πρόκληση για μένα! Ο «πολιτιστικός διευθυντής» μου είπε να βγάλω το στέμμα και να προσγειωθώ, δεν έχω μπει σε ΜΜΜ χρόνια, δεν ξέρω τίποτα από τον κόσμο. Ξέχασε πως ο οδηγός της υπηρεσιακής άδειας μου έσπασε το πόδι και για δύο εβδομάδες πήγαινα με λεωφορεία!
Θεέ μου, είχες τέτοιες θέσεις στον πολιτισμό! Και τώρα ελεγκτής;
Ναι. Θα πάω να μεταδώσω πολιτισμό στους επιβάτες.
Η μαμά κατέρρευσε στον καναπέ τρίβοντας τους κροτάφους της.
Μπα, με αποτελείωσες με την ανακοίνωσή σου. Τελείωσα.
Κάποιος σοφός είπε: αν ο Θεός δεν μας έριχνε «κάτω» που και που, δεν θα προλαβαίναμε να κοιτάξουμε τον ουρανό. Κοίτα, μαμά, ήλιο βγάζει μέσα στο χειμώνα, τα παιδιά ταΐζουν τις καρδερίνες Και χιονίζει.
Η Αριάδνη άρχισε να τραγουδά «Χιονίζει, χιονίζει, κι όλα κάτι περιμένουν»
Παιδί μου γεμάτο τρέλα! Ο ελεγκτής παίρνει το ένα πέμπτο των λεφτών που έπαιρνες εσύ. Θα αρχίσεις να με κάνεις να δεχτώ χορηγία από τον κύριο Βαγγέλη του δεύτερου!
Καθόλου κακή περίπτωση, μαμά. Απόστρατος, καλός, σοβαρός. Ξέρω, ο πατέρας δεν συγκρίνεται. Αλλά εκείνος λείπει δέκα χρόνια πια, μαμά…
Αριάδνη! Για σένα λέμε! Θα βαρεθείς αφόρητα στο λεωφορείο! Καμία δημιουργική ώθηση! Ο πατέρας όμως πάντα έλεγε ότι και σκουπιδιάρης να γίνεις, κάτι θα εφεύρεις… Μήπως να πας κάπου να αλλάξεις παραστάσεις με τα λεφτά της αποζημίωσης; Κανένα ταξιδάκι, να σκεφτείς;
Θέλεις να πάμε μαζί Καλαμάτα, να περάσουμε ωραία;
Η Αριάδνη δέχεται τηλεφώνημα. Η μητέρα της προσπαθεί να ακούσει.
Ναι, θα είμαι εκεί στις τέσσερις. Τα χαρτιά μου τα έδωσα ήδη στη γραμματεία του ΟΑΣΘ. Ευχαριστώ.
Μαμά, συγγνώμη. Ταξίδι αναβάλλεται!
*******
Το Λεωφορείο 7 τελειώνει το πρώτο του δρομολόγιο, διασχίζοντας τη Θεσσαλονίκη από τα δυτικά ως τα ανατολικά προάστια. Στο δημοφιλές δρομολόγιο, πάντα με πολλά άτομα, φτάνει στην τέρμα.
Δημήτρη, μπορώ να χρησιμοποιήσω το μικρόφωνό σας; Σαν ξεναγός, ένα πράγμα.
Πάλι κάτι σκέφτηκες, ε; Ήδη έχεις στολίσει όλο το λεωφορείο με γιρλάντες και μπάλες. Ανανέωσες τις ανακοινώσεις, κόλλησες τις Καθημερινές Φράσεις σε πρώτο πλάνο. Τι λέει σήμερα το ρητό στον πίνακα;
«Είναι ωραίο να βαδίζεις σε δρόμο που εσύ διάλεξες!»
Πρέπει να πω ότι μαζί σου έχει ενδιαφέρον, κυρία Αριάδνη. Παλικάρι στάθηκα μ’ελεγκτή τέτοιο! Ο συνάδελφός μου ο Μανώλης ακόμα αποφεύγει να σε κοιτάζει στα μάτια. Τον σκότωσες όταν του χάρισες καινούργιο ντοσιέ με τον εθνόσημο να βάζει τα χαρτιά. Ένιωσε καινούρια εποχή και παρήγγειλε δύο μπλουζάκια με τη σημαία. Εσύ δεν είσαι για αυτή τη δουλειά. Ούτε η φορεσιά σου, ούτε τα γυαλιά. Μανώλης λέει πως κάπου σε έχει ξαναδεί… Εγώ του λέω μοιάζεις με ηθοποιό! Του 'κοψες τη μιλιά όταν έγραψες δίπλα στ όνομά μας, ρητά δικά μας! Αριστοτέλης κατεβάσαμε κι εμείς!
***
Ε σεις, εγώ σας το λέω: είστε οι Αριστοτέληδες της περιοχής! Ποιος άλλος κάνει τέτοιο χιούμορ με τόση σοφία;
Η Αριάδνη κάθισε χαλαρή δίπλα στον οδηγό, διαβάζοντας δυνατά τις δυο πινακίδες κάτω από «Φράσεις για σκέψη από τους οδηγούς μας»:
«Μιλήστε στο κινητό ή ήσυχα ή ενδιαφέροντα!» Δημήτρης, οδηγός ΟΑΣΘ.
«Δεν θα δώσετε θέση στη γιαγιά; Θα το κάνω εγώ!» Μανώλης, οδηγός ΟΑΣΘ.
Αυτοί είστε, λέω εγώ! Φιλοσοφία ζωής!
Κι εμείς σε παραθέτουμε, Αριάδνη! Να σου το πούμε στον ενικό; Αυτό με τον δίσκο που λες… Να αλλάξουμε τον δίσκο στο κεφάλι μας, να περάσει η ζωή τραγουδιστά.
Αυτό το έλεγε ο πατέρας μου.
Τι τον θάψαμε; Πέθανε;
Σκοτώθηκε, ήταν μηχανικός, έφτιαχνε γέφυρες, σχολεία, κτίρια Έφυγε μπρος στη μαμά μου, στο νοσοκομείο.
Συγγνώμη, καημένη μου… Η μάνα ζει;
Ζει, ακόμα δουλεύει ως μουσικός σε νηπιαγωγείο. Και ήθελα, Δημήτρη, να βάλω μουσική στο λεωφορείο. Λίγα λόγια στο μικρόφωνο και μουσική να φτιάξει η διάθεση.
Δύσκολο, Αριάδνη, άλλος θέλει, άλλος δεν θέλει, άλλος βαριέται, άλλος γουστάρει…
Θυμάσαι, Δημήτρη, ο Αριστοτέλης μας έδειξε πόση δύναμη έχει η μουσική! Εγώ θα διαλέξω όμορφα, μην ανησυχείς. Θα λέω και ενδιαφέρουσες ανακοινώσεις κι όχι στις ώρες αιχμής. Πάμε; Δώσ μου το μικρόφωνο!
Το λεωφορείο ξεκινά. Επιβάτες μπαίνουν στην τελική στάση, πληρώνουν, κάθονται, ξεκινά η διαδρομή κέντρο-παραλία. Η Αριάδνη κάθεται δίπλα στον οδηγό και αναγγέλλει με θεατρική άρθρωση:
Αγαπητοί επιβάτες, ταξιδεύετε στο πιο μεγάλο και πολυσύχναστο δρομολόγιο της πόλης μας, απ τη Λεωφόρο Καλαμαριάς. Εκεί ο αέρας είναι καθαρός, και πολλοί έρχονται για βόλτα στο δάσος. Στο κέντρο θα βρεθούμε σε 15 στάσεις στην πλατεία Φωτεινή μαγική το χειμώνα με το χιόνι και τα λαμπιόνια. Μην χάσετε την παζάρι της πλατείας και τις παραστάσεις στο δημοτικό θέατρο! Για τους επισκέπτες, προτείνω το μουσείο Βυζαντινής Τέχνης στη Διοικητηρίου, δύο τρίτα της διαδρομής. Και βέβαια, ελάτε όλοι στην οικογενειακή γιορτή στο Πάρκο της Νέας Παραλίας θα περάσετε υπέροχα! Καλό ταξίδι και καλές γιορτές.
Και στο σινεμά «Άστρον» τι δίνουν; πετάγεται ένας.
Στο «Άστρον»; Μια στάση πιο πέρα, τρεις ταινίες παίζουν: «Χριστουγεννιάτικα Θαύματα», μια ενήλικη φαντασία και ρομαντική κομεντί.
Ο Δημήτρης χαμογελά και σιγοψιθυρίζει, πως δεν θα χάσει τη χριστουγεννιάτικη γιορτή του πάρκου. «Γίνεται λέει, λαχειοφόρος και ελληνικό γκλιντβάιν;» «Γίνεται!» απαντά η Αριάδνη.
Φαντάζομαι θες και ζωντανή μουσική, έτσι; Τριμελές με παραδοσιακά; Και την ημέρα του Βαρδάρη, τον φίλο με την κιθάρα; Έχω γνωριμία και μ έναν τρομερό ακορντεονίστα!
Η Αριάδνη παίρνει τηλέφωνο τη μαμά: «Μαμά, δυστυχώς η οικογενειακή γιορτή για μένα ματαιώνεται. Δουλεύω διπλή βάρδια!» Η γιορτή θα γίνει, να πας με τον κύριο Βαγγέλη! Και εκείνος θα χαρεί! Φεύγω, μαμά, ξεκινάμε τη βάρδια.
Κατά τη διάρκεια της διαδρομής, η Αριάδνη παίρνει το μικρόφωνο ξανά και ξανά, αφηγείται τα αξιοθέατα, καλεί τον κόσμο σε παραστάσεις και εκδηλώσεις, πάντα με ευγένεια και διακριτικότητα. Σε ένα μήνα, όλοι οι συχνοί επιβάτες του 7 έχουν να λένε για τη „βασίλισσα” του λεωφορείου!
***
Τρεις μήνες μετά, η φήμη για το παράξενο λεωφορείο και το ακόμα πιο παράξενο προσωπικό φτάνει και στον διευθυντή του ΟΑΣΘ.
Κυρία Αριάδνη, σας κάλεσα για να συζητήσουμε. Σαν να μην ταιριάζετε εδώ. Εσάς δουλειά σας είναι να μοιράζετε εισιτήρια, όχι να διασκεδάζετε τους επιβάτες! Σε λίγο θα μας πνίξουν τα παράπονα!
Κύριε Ανδρέα: ευχαριστώ που μιλάτε μαζί μου, απλή ελεγκτής. Να ξέρετε πως οι οδηγοί σας, Δημήτρης και Μανώλης, είναι διαμάντια αξίζουν τα πάντα! Ευχαριστώ που μου δίνετε την ευκαιρία όχι απλώς να κόβω εισιτήρια, αλλά και να μεταφέρω πολιτισμό. Τα μίνι-σόου μου είναι καινοτομία για τον ΟΑΣΘ μας!
Ο δύστροπος Ανδρέας άρχισε να ιδρώνει, σηκώθηκε, πήρε νερό, κάθισε, σηκώθηκε ξανά και με στόμφο είπε:
Καλά, παρατηρώ πως τα έσοδα του 7ου αυξάνονται! Αλλά ανάμικτος ο κόσμος! Άλλος θέλει σιωπή, άλλος μουσική, και εσείς τραγουδάτε! Δεν τα προβλέπει ο κανονισμός!
Ούτε τα απαγορεύει, όμως! Οι οδηγίες λένε, κύριε διευθυντά, πως καθήκον μας είναι τόσο η είσπραξη εισιτηρίων, όσο και η άνεση των επιβατών.
Πολύ ωραία, αλλά οι άλλοι ελεγκτές ανέβηκαν στα κεραμίδια με σας λένε ότι μόνο φωνάζετε από το μικρόφωνο, δεν κινείστε καν στο χώρο. Κάθεστε δίπλα στον οδηγό, μιλάτε και αφήνετε τα εισιτήρια… στην τύχη. Όλα τα κάνετε σαν 'βασίλισσα’.
Η Αριάδνη χαμογέλασε με κατανόηση, δεν ζήτησε συγγνώμη.
Κύριε Ανδρέα, η οδηγία λέει ότι ο ελεγκτής δεν υποχρεούται να επιβάλλει ή να ελέγχει προσωπικά. Είμαι απλώς στη μπροστινή πόρτα, μιλάω στον κόσμο, και περνούν χαρτιά ή κάρτες. Με τους επιβάτες φτιάχνουμε αλυσίδα. Λέω πως έχουμε κάμερες (εννοώ για αίσθηση ασφάλειας), και κανείς δεν προσπερνά.
Μα δεν έχουμε κάμερες! Μήπως να τις βάλετε, να είμαστε και σύγχρονοι;
Μία χαρά ιδέα!
Ξεσηκωμός είσαι, Αριάδνη. Αλλάζεις το λεωφορείο!
Μόνο όταν πρέπει βοηθάω – μια παλιά, μια μαμά, ένα παιδί. Ο κόσμος με πλησιάζει από περιέργεια κι έτσι πληρώνει κι ευχαριστιέται. Κι εσείς, αγαπάτε την πόλη μας; Νιώθετε δικό σας τον τόπο;
Έχω έρθει πρόσφατα, μετά το διαζύγιο… Άλλαξε αυτή η πόλη, δεν τη γνωρίζω πια…
Γι αυτό, κύριε διευθυντά, λέω τις αλλαγές στον κόσμο. Δεν έχω χρόνο να τους γνωρίσω έναν έναν, αλλά να τους μιλήσω, τους κάνω να χαμογελούν. Ελάτε στο θέατρο να δείτε „Το διαζύγιο του άντρα”. Μια κωμωδία για το κέφι σας!
Αν με καλέσετε, μπορεί και να έρθω…
********
Το καινοτόμο project με τη „βασίλισσα-ελεγκτή” συνεχίστηκε και τον Φλεβάρη, και τον Μάρτη. Η Αριάδνη πήρε και επίδομα για την Ημέρα της Γυναίκας, χάρισε στον κύριο Ανδρέα πρόσκληση για δύο στο θέατρο, μα δεν μπόρεσε να πάει δούλευε διπλοβάρδια. Όλοι συζητούσαν για τη «βασίλισσα», μα κανένας δεν ακολούθησε τα χνάρια. Όλοι πίστευαν πως έχει χορηγούς και περνάει ζάχαρη. Κανείς δεν ήξερε ότι στηρίζει ακόμη τη μάνα της με μερικά ευρώ από τον Βαγγέλη, τον απόστρατο του δευτέρου.
********
28 Απριλίου. Σάββατο, γενέθλια Αριάδνης. Η μαμά επέμενε να πάρει ρεπό. Η Αριάδνη προτίμησε να δουλέψει στο λεωφορείο, με τους αγαπημένους της επιβάτες. Βγήκε νωρίς στο δρόμο, περπάτησε μέχρι τα ΚΤΕΛ, βαρύς ο καιρός, και σκέφτηκε πως τώρα ακούγονται μελωδίες και ρυθμοί στο κεφάλι της, από τότε που έφυγε από τη μεγάλη καριέρα. Ξαφνικά άρχισε να πέφτει ελαφρύ χαλάζι χιονόνερο, μέσα στην άνοιξη! Δεν πίστευε στα μάτια της. Από παιδί ονειρευόταν χιόνι την ημέρα των γενεθλίων της! Στη στάση, το λεωφορείο ήταν στολισμένο με λευκές νιφάδες. Ο Μανώλης, που είχε βάρδια, της χάρισε ένα κουτί σοκολατάκια κι ένα όμορφο μικρόφωνο: „Η βασίλισσά μας, όλα τα αξίζει!”. Αυτή τους χάρισε βότανα και βιβλίο για την Ελλάδα.
Λίγοι σήμερα στο λεωφορείο, μα στο κέντρο γέμισε. Και ξαφνικά, απ την μπροστινή πόρτα μπαίνει εκείνος ο Παύλος της, ο ένας και μοναδικός. Κρατά θήκη οργάνου στα χέρια, δεν μπορεί να κόψει εισιτήριο. Η Αριάδνη, σαστισμένη, αλλάζοντας τις συνήθειές της, φωνάζει: „Πληρώστε για το εισιτήριο! Υπάρχει κάμερα ασφάλειας! Προχωράμε στο κέντρο του λεωφορείου!” Και σηκώνεται να κρυφτεί πίσω.
Και τότε… η Αριάδνη ακούει ζωντανή μουσική. Το σαξόφωνο του Παύλου γεμίζει το λεωφορείο και τη βασιλοπούλα της μελωδία: «Χιονίζει, χιονίζει…»…κι όλα μαζί ελπίζουν σε κάτι καινούργιο».
Η μελωδία πλημμυρίζει το όχημα. Οι επιβάτες σιωπούν, όρθιοι και καθιστοί, χρόνια κουρασμένοι από την πόλη, τα καθημερινά τους, κι όμως τώρα κοιτάζονται γελαστοί. Η Αριάδνη, χωρίς το στέμμα της πια, μα πάντα βασίλισσα, αφήνει το μικρόφωνο στην άκρη και πλησιάζει τον Παύλο. Εκείνος χαμογελά αμήχανα, παίζει πιο απαλά, το βλέμμα του γεμάτο ερωτήσεις και παλιές υποσχέσεις.
«Χρόνια πολλά, Αριάδνη», της ψιθυρίζει. Εκείνη γελά, βουρκωμένη, χωρίς πια να νοιάζεται αν θα τη δουν οι επιβάτες αυτοί ήδη την ξέρουν, αυτοί είναι τώρα το κοινό της, οι άνθρωποί της, το νέο της βασίλειο.
Η μαμά της στέλνει μήνυμα: «Χιόνι στην άνοιξη στο είχα υποσχεθεί. Να αγαπάς και να τραγουδάς».
Ο Μανώλης το λέει πρώτος: «Βασίλισσα είσαι, το λεωφορείο σου σε στέφει!». Γέλια, χειροκροτήματα, οι νιφάδες έξω πέφτουν ακόμη.
Η Αριάδνη αφήνει τον Παύλο να παίξει ως τέρμα, και καθώς ο ήλιος ραγίζει το σύννεφο και μπαίνει απ τα παράθυρα, σηκώνει το μικρόφωνο για τελευταία φορά σ εκείνη τη βάρδια και λέει:
«Σε αυτό το λεωφορείο, κάθε μέρα μπορεί να ξεκινήσει κάτι καινούργιο μια φιλία, ένα όνειρο, μια συγνώμη. Σας ευχαριστώ που ταξιδεύετε μαζί μου. Κι αν σας πέσει χιόνι τον Απρίλη, μην απορείτε όλα είναι δυνατά, αρκεί να τολμήσουμε μια μεγάλη αλλαγή.»
Το πλήρωμα και οι επιβάτες χαμογελούν. Έξω, θεσσαλονικιώτικος ήλιος και απαλό χιόνι, μέσα στους δρόμους που η Αριάδνη, χωρίς θρόνο, αλλά με ολόκληρη την πόλη για παλάτι, ταξιδεύει βασίλισσα για όσους ξέρουν να κοιτάζουν λίγο πιο βαθιά.
Το λεωφορείο ξεκινά, κι ο δρόμος γεμίζει μουσική και γέλια. Από εδώ και πέρα, κάθε διαδρομή θα είναι δική της γιορτή.




