Το Πρόσθετο

Η προέκταση

Αρετή, αυτή όμως έχει πακέτο! Σε βολεύει αυτό; γέλασε πικρά η Δάφνη, στηριγμένη στο μπλε κάγκελο της αυλής της, κοιτάζοντας τη γειτόνισσα από πάνω ως κάτω. Δεν βρήκες τίποτα καλύτερο για τον γιο σου; Καλό παιδί είναι, σοβαρός, όμορφος, κι όμως, τόσες κοπέλες έχουμε στη γειτονιά, κι ο δικός σου κατέληξε σε αυτή;

Η Αρετή πήρε βαθιά ανάσα και έσφιξε τα χείλη της. Μέσα της δεν ήθελε να παραδεχτεί ότι η επιλογή του γιου της δεν της άρεσε. Το να το ακούσει όμως από τη Δάφνη, τη λατέρνα του χωριού, την πλήγωνε διπλά.

Μας χαρίζονται τα παιδιά, Δάφνη! Κατάλαβες; Τι έχει πια αυτή η κοπέλα και τη σχολιάζεις; Είναι νέα, όμορφη, ήσυχη, με αρχές το ξέρω καλά αυτό. Ε και; Έχει παιδί. Μη βλέπεις το κακό παντού. Και δεν ήταν ξέμπαρκη, παντρεμένη το απέκτησε. Χήρεψε νέος άνθρωπος ποιος το διάλεξε; Θα το μεγαλώσουμε, θα το αγαπήσω σαν δεύτερο εγγόνι. Και κόψε επιτέλους τις γλώσσες σου!

Η Αρετή έκανε μια χειρονομία, διώχνοντας τον παχύ, τριχωτό γάτο της Δάφνης που τιναζόταν πάνω από το φράχτη, κατευθυνόμενος προς τα κοτόπουλά της.

Πάλι εδώ; Μου 'χει αρπάξει τρία κοτοπουλάκια, Δάφνη. Μαζεψέ τον, αλλιώς θα αφήσω πάνω τον Αχιλλέα. Και να μην παραπονιέσαι ύστερα.

Λες και φοβάται! γέλασε η Δάφνη, τραβώντας απότομα τον γάτο μακριά. Ποιος θα κυνηγήσει ποιον να δεις. Θα τον κλείσω μέσα, είναι και μάστερ στις αρουραίους, τι να τον κάνω τέτοιον. Το ένστικτο, τι να πεις!

Άσ τον και κλείστο το θέμα!

Αμμάν, Αρετή, οι κονσέρβες! Το γλυκό μάλλον έχει πήξει

Γιατί λες πολλά εδώ, αντί να βοηθάς;

Η Όλγα το φτιάχνει. Ήρθε χθες να βοηθήσει με τον μπαξέ.

Τόλμη! Κι εκείνη έγκυος δεν είναι;

Γιατί την έχω στη μπουγάδα και αυτή στα γλυκά. Δεν κάθεται ήσυχη, χρυσάφι είναι όχι νύφη!

Πώς λοιπόν την παινεύεις όταν λείπει, και μπροστά της την καπελώνεις;

Για να μαθαίνει πειθαρχία! ξαναγέλασε η Δάφνη. Θα γίνεις κι εσύ πεθερά, θα καταλάβεις. Αν είσαι πολύ γλυκιά, σε πατάνε κάτω!

Θα δούμε, είπε βαριεστημένη η Αρετή. Θες τις βάζες ή θα τα καταφέρεις χωρίς; Δουλειές έχω, πάω μέσα.

Όταν έκλεισε την πόρτα στη γειτόνισσα, η Αρετή έπιασε τη ζύμη. Αύριο ο γιος της, ο Νικόλας, θα της φέρει τη νύφη να γνωριστούν. Νύφη… Σταμάτησε το ζύμωμα και ακούμπησε τα χέρια στο μάρμαρο κοιτάζοντας κατά το παλιό πηγάδι. Κάτι παράξενο ερχόταν…

Τη Μαρίνα δεν την ήξερε μόνο μάθαινε τα νέα, και κάποιες φορές την είχε δει, αμυδρά, στο παζάρι της隣ικής κοινότητας που ζούσε η αδερφή της. Τίποτα το ιδιαίτερο. Ψηλή, γαλανομάτα, ξανθιά. Όμως νέα γυναίκα, με παιδί, αγόρι τριών ετών. Η μοίρα της Μαρίνας είχε κάνει άσχημο παιχνίδι: από μικρή ορφανή, μεγάλωσε με τον παππού και τη γιαγιά, που πρόλαβαν να χαρούν δισέγγονο πριν χαθεί ο σύζυγός της σε δυστύχημα. Έμεινε η Μαρίνα χήρα με το μωρό στην αγκαλιά. Κρίμα να μη τη λυπηθείς. Θα προτιμούσε η Αρετή να την λυπάται από μακριά. Πονούσε για τον γιο της που από τότε που έχασε τον πατέρα του, της είχε μείνει μοναδικός στήριγμα. Χαιρόταν που ήταν κοντά της, αλλά άγρυπνη έννοια είχε για το αύριο. Ήταν πια άντρας, έπρεπε να κάνει οικογένεια κι όλο ανέβαλε, λέγοντας πως περίμενε τον μεγάλο έρωτα. Κι όταν, πριν λίγο, ήρθε με τη μεγάλη απόφαση: „Βρήκα και παντρεύομαι τη Μαρίνα.”

Πήγε τρέχοντας στην αδερφή της, στη Θεοφανώ. Να μάθει. „Τι γυναίκα είναι αυτή, πού θα καταλήξουμε;” Σήκωσε φωνή η Θεοφανώ, άρχισε να γελά.

Έλα τώρα, γιατί ανησυχείς σα νταμέλα;

Θέλω να ξέρω και αν δεν ταίριαξουν;

Θα διαλέξουνε σπίτι. Του άφησα το πατρικό των παππούδων, να χτίσουν στη θέση του καινούργιο. Εσύ θα μείνεις μόνη σου;

Της έφυγε η ψυχή της Αρετής στα δεινά: ο γιος της θα φύγει, θα μένει να τον βλέπει πού και πού, όχι πια στο ίδιο σπίτι και ησυχία δε θα χωρά.

Μη σκας, χάιδεψε η Θεοφανώ τον ώμο της. Πάντα έτσι, Αρετή. Σιγά-σιγά φεύγουν τα παιδιά. Δικό τους σπιτικό πια γεμίζει η σειρά τους.

Μα αν δεν τα βρουν; Κι είναι και το παιδί της

Κοίτα, της γειτονιάς μας όλα τα κορίτσια τις ξέρω. Για τη Μαρίνα τα καλύτερα. Ήσυχη, δυνατή κοπέλα.

Αυτό με τρομάζει, παραδέχτηκε η Αρετή. Πολύ καλή για να είναι αληθινή.

Ξύπνα! Μη περιμένεις την καταστροφή. Κι αν κάνεις λάθος διαχείριση θα χάσεις τον γιο σου. Άστο να ζήσει τον έρωτά του!

Αυτά είχε πει η Θεοφανώ, και κουβαλούσε έκτοτε η Αρετή μια πέτρα βαριά εντός της, ένα θολό παράξενο βάσανο.

Πάτησε ξανά τα χέρια της στη ζύμη. Έπρεπε να την υποδεχτεί όπως της αξίζει, σαν οικογενεια. Η αδερφή της είχε δίκιο να μην δει ο γιος της πόσο την πονάει το θέμα.

Τα μικρά, σχεδόν αόρατα πιταράκια έμπαιναν στη σειρά στο μεγάλο χάλκινο δίσκο. Θυμήθηκε πώς τα λάτρευε αυτά ο άντρας της: «Σαν σποράκια! Όσα και να φας, ποτέ δεν φτάνουν!» κι έπαιρνε το χέρι της και το φιλούσε. Αυτές τις νύχτες η απουσία του Ιωάννη φάνταζε τεράστια. Συμβουλή της έδινε πάντα, ηρεμία πού να τον βρει τώρα;

Η νύχτα τράβηξε ξάγρυπνη, γεμάτη στροβιλίσματα σκέψεων και παράξενα χρώματα, όπως στα όνειρα του καλοκαιριού όταν σε πλακώνει το πολύ τζιτζίκι.

Η Μαρίνα ήρθε σιωπηλή, πίσω από τον Νικόλα, με τον μικρό Δημήτρη αγκαλιά, που ενθουσιαζόταν κοιτάζοντας τον μεγάλο σκύλο, θαμμένο στην αυλή σαν άγαλμα. Ο Δημήτρης ξέφυγε και ακολούθησε έναν πελώριο, γαλάζιο γάτο με σταχτιά μούρη δεν φαινόταν να υπάρχει, αλλά σε κάθε όνειρο τα ζώα βγάζουν φτερά ή μιλούν κάπως αόρατα.

Άσε τον να τρέξει, είπε η Αρετή στον ήσυχο τόνο της αυλής της.

Το παιδί ξαναπήγε στη Μαρίνα. Εκείνη τρεμόπαιξε ούτε ίδια δεν καταλάβαινε αν είναι χαρούμενη ή παγωμένη. Ο γιος της στάθηκε μπροστά στην Αρετή και την κοίταξε στα γκρίζα μάτια.

Γιαγιά, πού πήγε ο γάτος;

Ποιος γάτος; απόρησε. Εδώ δεν έχουμε γάτο

Ο μικρός, σοβαρά, έδειξε πέρα από τη βρύση. Η Αρετή έτρεξε φωνάζοντας για τις κότες και όλοι μαζί άρπαξαν τον γάτο στην ώρα του.

Γέλια, κυνηγητό, τα πιταράκια ζέσταναν σιγά το παγωμένο δωμάτιο. Η Αρετή κοίταζε τη Μαρίνα, αυτή την ψηλή χλωμή γυναίκα που φαίνονταν τόσο άδεια και γεμάτη θλίψη, κι όμως ο γιος της την διάλεξε. Κι ενώ μασούσε ο μικρός Δημήτρης τα μελοπιτάκια, η Αρετή συνάντησε το βλέμμα της. «Γλυκύς ο γιος σου, Μαρίνα. Σαν όλα τα καλά εγγόνια.»

Έβλεπε τη Μαρίνα να ρουφάει αθόρυβα τον αέρα, να παρακολουθεί αν ο Δημήτρης θα περάσει το κατώφλι της καρδιάς της Αρετής. Μα ο σφιχτός κόμπος που την τραβούσε μέσα στα σωθικά, έγινε μικρότερος, χώθηκε πίσω σε κάποια φανταστική ντουλάπα που έχουν τα όνειρα στη μέση του σαλονιού. Λίγος φόβος έμεινε μόνο.

Ο Νικόλας χαριεντιζόταν, έκανε σχέδια γάμου. Η Μαρίνα παρέμεινε σιωπηλή.

Όταν έφυγε ο Νικόλας από το τραπέζι, η Αρετή της είπε από τα δόντια:

Μην το αφήνεις, πες ό,τι έχεις. Μη φοβάσαι.

Τα σκούρα μάτια της Μαρίνας βούρκωσαν.

Δε θέλω μεγάλο γάμο. Χαμηλά τα φώτα, να μη φωνάξουμε την ατυχία μου.

Ο Νικόλας; Δεν ακούει εσένα;

Θέλει γιορτή, λέει, είναι σωστό. Οι συγγενείς το περιμένουν.

Έτσι είναι. Μα και συ σκέψου τι φοβάσαι;

Μεγάλη χαρά φέρνει μεγάλη θλίψη. Ήμουν παντρεμένη, γέλασα πολύ, έκλαψα πιο πολύ φοβάμαι τη φασαρία.

Μαρίνα, η αγάπη δεν έχει όρια ούτε κατάρες. Αν ο άντρας σου σε αγάπησε, θα ήθελε να σε δει ξανά χαρούμενη. Ό,τι φέρνει η ζωή, το αποδεχόμαστε. Μη βαραίνεις περισσότερο την ψυχή σου, βρες το φως.

Κι αν με σχολιάσουν; Εσείς

Γιατί να σε σχολιάσω; Που άξιζες καλύτερα και η ζωή δεν στο έφερε; Άσε την παλιά λύπη.

Καταλαβαίνω πόσο καλύτερη θα μπορούσε να είναι η ζωή του Νικόλα χωρίς εμένα.

Και ποιος το λέει αυτό; Η αγάπη δεν μετράει εξαρχής τα κουστούμια της. Βλέπουμε.

Ο μικρός Δημήτρης τυλίχτηκε γύρω από τη μέση της Αρετής.

Εσύ, γιαγιά τώρα;

Γιαγιά σου πλέον, παιδί μου.

Εντάξει! είπε σοβαρά ο μικρός.

Τον γάμο τον κάναν όπως ήθελε τελικά ο Νικόλας, χωρίς τυμπανοκρουσίες αλλά και χωρίς να λείπει η αυστηρή ειρωνεία των θείων που σβήστηκε γρήγορα στο σκυθρωπό βλέμμα της Αρετής.

Σχεδόν έναν χρόνο έμειναν μαζί Μαρίνα και Νικόλας στο πατρικό. Σιγά σιγά η Αρετή ξέχασε τον κόμπο, τις αμφιβολίες, ακόμα και τα καπρίτσια. Έβλεπε, ένιωθε τη φροντίδα, την αγάπη, την ηρεμία. Η Μαρίνα ήξερε να σβήνει τη φωτιά της κριτικής με τρόπο μαλακό. Κι ό,τι πίκρα κι αν είχε, φίλτρο το έκανε, ποτέ δεν κράταγε κακία.

Μια μέρα η Δάφνη στο λιβάδι έλεγε πάλι τα δικά της.

Πες και τίποτα στον άντρα σου, ξεσπάσε κιόλας! Όλο κρατιέσαι και όλα μένουν να βράζουν στη σιωπή. Πιες το παράπονο!

Μια χαρά ζω με το μυαλό μου και το σπιτικό μου γεμάτο, Δάφνη. Δεν χρειάζομαι την κρίση των γειτόνων αρκετή έχουμε, απαντούσε γελώντας η Μαρίνα, φεύγοντας στο σπίτι.

Η Δάφνη σχολίαζε μονάχη, με τη γλώσσα στο χέρι.

Ένα φθινόπωρο, όταν το σπίτι που χτίστηκε στον κήπο των παππούδων ολοκληρώθηκε, μεταφέρθηκαν εκεί. Ο καιρός πέρασε με δουλειές και σιωπές. Όταν η Μαρίνα κατάλαβε πως η κοιλιά φούσκωνε, πήγε στον γιατρό.

Έγκυος είστε, της ανακοίνωσε, κι εκείνη κοίταξε το ταβάνι σαν να αναπολούσε τα κύματα στην παραλία.

Δεν το περίμενα. Με το πρώτο μου παιδί ήταν αλλιώς… Πρέπει να μείνω στο νοσοκομείο;

Προληπτικά, ναι. Η πεθερά σας θα βοηθήσει;

Η Αρετή έφτασε στην πόρτα φορτωμένη δέματα και λιχουδιές για τον Δημήτρη. Η Μαρίνα για λίγο τρόμαξε, η σκιά της πρωινής επίσκεψης της Δάφνης είχε μείνει κρυμμένη μέσα της. Όμως ο Δημήτρης τρελάθηκε στη χαρά με το αυτοκινητάκι.

Ευχαριστώ, γιαγιά Αρετή!

Η Αρετή έπιασε το βλέμμα της Μαρίνας.

Σου φάνηκε αγέλαστη όταν ήρθα;

Πίστευα πως θυμώσατε μαζί μου

Έριξε ένα βλέμμα προς την ανοιχτή κουβεντούλα της Δάφνης, που είχε κάνει λόγο το πρωί: «Σαν να μην έφτανε το παιδί, και άρρωστη έφερε σπίτι; Ποτέ δεν είναι αργά να ξανασκεφτεί κανείς…»

Η Μαρίνα σήκωσε τους ώμους.

Μη δίνεις σημασία. Στο λεωφορείο μάλωναν δύο γυναίκες ακόμα να βάλουν μυαλό

Δεν πιστεύω, Αρετή, να στενοχωριέσαι με το παραμικρό. Εγώ φταίω αν φύγει το παιδί; ψιθύρισε η Μαρίνα.

Μα πού, βρε κορίτσι μου! Εδώ θα γυρίσεις και θα τους πιούμε τους καφέδες μας παρέα, είπε αποφασιστικά η Αρετή.

Ο Νικόλας πήγε τη Μαρίνα στο νοσοκομείο· κι άρχισαν οι μέρες μακριές και ανήσυχες. Όμως όλα πήγαν κατ’ ευχήν.

Μια μέρα, καθώς η Αρετή μαγείρευε, κοιτώντας τον Δημήτρη που έφτιαχνε κάστρα στην άμμο του κήπου, για μια στιγμή κάτι άλλαξε το παιδί εξαφανίστηκε από το παράθυρο. Πετάχτηκε έξω, η αυλόπορτα ορθάνοιχτη.

Ο Δημήτρης, είχε βγει έξω από την αυλή και, σαν όν που ανήκει σε παράξενο όνειρο, είχε ακολουθήσει τις φωνές ενός ασπρόμαυρου κουταβιού που του είχαν δέσει οι μεγαλύτεροι, πειράζοντάς το. Ο Δημήτρης πάλεψε να σώσει το σκυλάκι, φώναξε, μέχρι που ήρθε μια γριά γυναίκα και έδιωξε τα παιδιά.

Σ εσένα θα τον δώσω; Θα τον βασανίσεις;

Όχι, κυρία! Αυτός πονάει!

Μπράβο!

Έκατσε ο Δημήτρης σε ένα ξύλινο παγκάκι, αγκαλιά με το κουταβάκι. Θυμήθηκε: «Αν χαθείς, μην προχωράς μείνε ακίνητος.» Όπως του είχε πει η μαμά. Κάθισε και περίμενε κάτω από τον υπερκόσμιο ήλιο του μεσημεριού, που στην Ελλάδα πέφτει ξαφνικά σε ροζ σύννεφα και παντού φυτρώνουν λεμονιές.

Η Αρετή έψαχνε σαν τρελή στους δρόμους, σαν να την είχε κυνηγήσει ο μπαρμπα-Καζαντζάκης με το δισάκι του γεμάτο κερί και βασιλικό. Ο Νικόλας, που γύρισε με το αυτοκίνητο, κατάλαβε τι είχε γίνει. Πήρε αγκαλιά τη γυναίκα και την ηρέμησε. Βρήκε τον γιο του σχεδόν μία ώρα αργότερα να κοιμάται, σφιχταγκαλιά με το κουτάβι.

Σε βρήκα αμέσως γιατί έκανες όπως είπαμε, του είπε στοργικά κι ο Δημήτρης χαμογέλασε μέσα στον ύπνο του. Μπορώ να κρατήσω το κουτάβι;

Ε, και βέβαια! Σπίτι χωρίς σκυλί δεν είναι σπίτι

Γύρισαν όλοι σπίτι. Η Αρετή, τρέμοντας από ανακούφιση, πήρε στην αγκαλιά της το παιδί.

Δεν σου θυμώνει η μαμά σου Μια γιαγιά ποτέ

Η Μαρίνα έμαθε αργότερα τα καθέκαστα γέλασε, φλυαρώντας στο μπάνιο με τον Δημήτρη, ενώ πλένανε μαζί το βρωμερό σκυλάκι.

Μου έλειψες!

Πιο πολύ!

Η αδερφούλα του Δημήτρη γεννήθηκε στην ώρα της, κοριτσάκι που φώναζε με όλη τη δύναμή της. Την είπαν Ειρήνη, προς τιμήν της γιαγιάς. Η Αρετή άνθισε από χαρά και πήγαινε με κάθε ευκαιρία στην κόρη της στο隣ικό χωριό. Φοβόταν η ψυχούλα της μήπως η Μαρίνα κρατήσει κακία όμως η αγάπη είχε βρει το δρόμο ανάμεσα στα αδιέξοδα.

Δεν φταις εσύ, θα μπορούσε να του συμβεί στον καθένα.

Είναι καλό παιδί, είπε η Αρετή. Έτσι πρέπει.

Περίεργες σκιές από πορτοκαλί ήλιο έκλεισαν τα παράθυρα του ονείρου εκείνου, με την αγκαλιά των αγκαλιών. Η Αρετή έβλεπε πια πόσο λίγη ήταν η σιωπή, πώς γεμίζει ο κόσμος με φως όταν δίνεις αγάπη.

Η Δάφνη, στην πόρτα της, την είδε να πηγαίνει:

Πάλι σε ανηψιάδες τρέχεις; Πολύ τα κακομαθαίνεις!

Στα εγγόνια, Δάφνη μου! Δύο έχω κι αγόρι, και κορίτσι!

Μόνο το ένα δικό σου

Δύο, σου λέω! Και οι δύο δικά μου. Μα τι να σου πω; Να σου πω και το μυστικό, μια που όλο σοφίες λες;

Πες και μας εντυπωσίασες.

Η αγάπη, Δάφνη, είναι δίκαιη μονάχα όταν την προσπαθείς εσύ. Εγώ τα καταφέρνω με αγαπάνε και τα παιδιά και τα εγγόνια μου. Εσένα;

Εμένα με σέβονται.

Ε, να σαι καλά κι εσύ, αλλά να ξέρεις, η αγάπη είναι πιο γλυκιά άντε, αργούν στο λεωφορείο να με περιμένουν γεια σου!

Και σ αυτό το όνειρο, οι δρόμοι στην Κρήτη γέμισαν ανθισμένες μπουκαμβίλιες, και πίσω απ τη στροφή, όλα τα παιδιά βρήκαν το δρόμο για το σπίτι τους.

Oceń artykuł
Το Πρόσθετο