– Ελένη, με ακούς; – Η φωνή του Νίκου ακούγεται ήρεμη, σχεδόν επαγγελματική, σαν να αναγγέλλει κάτι ασήμαντο, π.χ. ότι τελείωσε το ψωμί.
Η Ελένη στέκεται στο παράθυρο και κοιτάζει την αυλή. Εκεί υπάρχει μια παλιά νεραντζιά που φύτεψε πριν από είκοσι τρία χρόνια, τη χρονιά που μπήκαν σε αυτό το σπίτι. Η νεραντζιά έχει μεγαλώσει, γεμάτη σιγουριά. Για κάποιο λόγο, σκέφτεται αυτό ακριβώς τώρα.
– Σε ακούω, – λέει απλά.
– Θέλω να το καταλάβεις σωστά. Δεν σημαίνει ότι όλα είναι άσχημα. Έτσι ήρθαν τα πράγματα.
Γυρίζει. Ο Νίκος κάθεται στο τραπέζι, με τα χέρια διπλωμένα όπως όταν κάνει διαπραγματεύσεις. Είναι εξήντα ενός χρονών. Ψηλός, καλά ντυμένος, με την αυτοπεποίθηση που έχουν οι άντρες όταν τα λεφτά δεν αποτελούν πλέον πρόβλημα. Είκοσι έξι χρόνια γνωρίζει αυτό το πρόσωπο. Ξέρει το βλέμμα του όταν μιλάει για σοβαρά θέματα, πώς χτυπάει τα δάχτυλα στο τραπέζι όταν είναι αγχωμένος. Τώρα δεν χτυπάει. Περίεργο.
– Έτσι ήρθαν τα πράγματα, – επαναλαμβάνει. – Αυτό είναι όλο;
– Ελένη, μην το παίρνεις έτσι.
– Έτσι πώς;
Σηκώνεται, περπατά στην κουζίνα. Η κουζίνα μεγάλη, φωτεινή, με ιταλική επίπλωση που διάλεξαν μαζί πριν οκτώ χρόνια. Τότε τσακώθηκαν για το χρώμα. Η Ελένη ήθελε εκρού, ο Νίκος άσπρο. Τελικά συμφώνησε. Συχνά συμφωνούσε.
– Δεν σου χρωστάω εξηγήσεις, – λέει. – Αλλά εξηγώ. Σε σέβομαι.
– Με σέβεσαι.
– Ναι. Ζήσαμε καλά. Τα έχουμε όλα. Τα παιδιά μεγάλωσαν. Δεν θέλω φασαρίες.
Η Ελένη νιώθει κάτι βαρύ μέσα στο στήθος. Όχι πόνο. Μάλλον εκείνο το μούδιασμα όταν κάτι μεγάλο συμβαίνει και δεν το έχεις συνειδητοποιήσει ακόμα.
– Φεύγεις, – λέει. Δεν ρωτά. Το δηλώνει.
– Φεύγω, – το παραδέχεται. – Για λίγο. Θέλω χρόνο.
– Χρόνο, – ξαναλέει. Το τρίτο, ήδη, που επαναλαμβάνει λέξεις του. Σα να πρέπει να μεταφέρει τις λέξεις, για να τις καταλάβει.
Ο Νίκος πλησιάζει, προσπαθεί να της πιάσει το χέρι. Εκείνη απομακρύνεται ελάχιστα. Αλλά το προσέχει.
– Μην ταράζεσαι, λέει.
– Δεν ταράζομαι.
– Ελένη.
– Δεν ταράζομαι, Νίκο. Σκέφτομαι απλώς.
Στέκεται λίγο δίπλα της, κα ύστερα φεύγει από την κουζίνα. Η Ελένη τον ακούει να κινείται στην κρεβατοκάμαρα, να ανοίγει και να κλείνει ντουλάπα. Κάτι μαζεύει. Όχι όλα, μόνο λίγα. «Για λίγο», είπε. Κοιτάζει την νεραντζιά και σκέφτεται πως τα πουλιά έχουν αρχίσει να τρώνε τους καρπούς. Δηλαδή θα έρθει γρήγορα ο χειμώνας. Έτσι έλεγε πάντα η μητέρα της. Πέθανε επτά χρόνια πριν και η Ελένη ακόμη σκέφτεται: Να έπαιρνα τη μαμά τηλέφωνο. Και μετά θυμάται.
Είναι πενήντα οκτώ χρονών.
***
Η φίλη της, η Σοφία, έρχεται την επόμενη μέρα απροειδοποίητα. Τηλεφωνεί κάτω από την πολυκατοικία.
– Άνοιξε, είμαι απ έξω.
– Σοφία, δεν είμαι ντυμένη.
– Ντύσου. Σε περιμένω.
Τη Σοφία τη γνωρίζει η Ελένη από το πανεπιστήμιο. Τριάντα επτά χρόνια φιλίας, αν τα μετρήσεις. Η Σοφία είναι αυθόρμητη, δυναμική, κάπως απρόσεκτη. Πριν τρία χρόνια πήρε διαζύγιο από τον Γιάννη, έκλαψε πολύ, μετά σταμάτησε απότομα και άνοιξε κατάστημα με είδη χειροτεχνίας. Της αποφέρει λίγα, αλλά σταθερά. Λέει πως νιώθει καλύτερα από ό,τι τα τελευταία δέκα χρόνια.
Κάθονται στην κουζίνα. Η Σοφία αγκαλιάζει σφιχτά την Ελένη στη είσοδο, τόσο αληθινά που τα μάτια της τσούζουν. Αλλά δεν κλαίει.
– Πες μου, – λέει η Σοφία, γεμίζοντας τσάι.
– Ξέρεις ήδη.
– Θέλω να τ ακούσω από σένα.
Η Ελένη διηγείται. Σύντομα, χωρίς λεπτομέρειες. Ο Νίκος είπε πως φεύγει. Για λίγο. Θέλει χρόνο. Δεν τον ρώτησε για ποια. Δεν ήταν ότι δεν καταλάβαινε. Απλά αν το ρωτούσε, θα το έκανε αληθινό. Όσο δεν ρωτούσε, υπήρχε αυτή η εύθραυστη αμφιβολία.
– Και δεν ρώτησες για ποια; – ρωτάει η Σοφία με προσοχή.
– Όχι.
– Ελένη…
– Τι;
– Ξέρεις για ποια;
Πέρνα μια παύση. Έξω, στη γειτονιά, κάποιοι γελάνε. Η ζωή προχωρά αδιάφορη.
– Φαντάζομαι. Η βοηθός του. Η Κωνσταντίνα. Είναι τριάντα δύο.
Η Σοφία σωπαίνει. Ύστερα, προσεκτικά:
– Από πότε;
– Δεν ξέρω. Ένα χρόνο; Ίσως πιο πολύ. Καταλάβαινα… αλλά δεν άφηνα τον εαυτό μου να το σκεφτεί.
– Γιατί;
Η Ελένη κοιτά την κούπα της. Όμορφες κούπες, από το σερβίτσιο που έφεραν από τη Βιέννη πριν δέκα χρόνια. Ωραίο ταξίδι τότε. Ο Νίκος αστειευόταν, γελούσε, της κρατούσε το χέρι στο Ρινγκ.
– Γιατί αν το σκεφτείς, πρέπει να κάνεις κάτι, – λέει. – Και δεν ήξερα τι. Είκοσι έξι χρόνια δεν δούλεψα, Σοφία. Το καταλαβαίνεις; Παιδιά, σπίτι, μετά… απλά έτσι έτυχε.
– Σε συντηρούσε.
– Ναι. Εγώ το σπίτι, τα παιδιά, τους γονείς του όταν αρρώστησαν. Ήμουν… – κάνει παύση για να βρει λέξη, – μέρος της ζωής του. Πίστευα σημαντικό μέρος.
– Και τώρα;
– Τώρα σκέφτομαι ότι ήμουν βολικό μέρος. – Το λέει, ήρεμα, χωρίς πίκρα. – Ήμουν βολική σύζυγος. Δεν έκανα φασαρίες. Τα δεχόμουν. Η κουζίνα άσπρη κι όχι εκρού. Διακοπές στα βουνά και όχι στη θάλασσα. Δείπνο στις οκτώ και όχι στις εφτά. Όλα όπως ήθελε.
Η Σοφία απλώς τη κοιτάει σιωπηλή. Σπάνιο για τη Σοφία.
– Θυμώνεις; – ρωτάει η Ελένη.
– Όχι. Ακόμα όχι. Ίσως μετά.
– Τώρα;
Η Ελένη σκέφτεται. Σιωπή έξω. Η νεραντζιά ακίνητη.
– Προσπαθώ να θυμηθώ τι μου αρέσει εμένα, – λέει χαμηλόφωνα. – Εκτός αυτού του σπιτιού. Εκτός της ζωής του. Και δεν μπορώ να το βρω εύκολα. Παράξενο.
Η Σοφία σκεπάζει το χέρι της με τη παλάμη της. Δεν λέει τίποτα. Μερικές φορές αυτό είναι το σωστό.
***
Η κόρη της τηλεφωνεί τρεις μέρες μετά. Η Μαρία ζει στη Θεσσαλονίκη με τον άντρα και τα δύο παιδιά της. Είναι τριαντατεσσάρων. Πάντα ήταν περισσότερο «του μπαμπά», πρακτική, γρήγορη στις αποφάσεις.
– Μαμά, με πήρε ο μπαμπάς. Πώς είσαι;
– Καλά.
– Μαμά, «καλά» δεν είναι απάντηση.
– Μαρία, αλήθεια είμαι καλά. Σκέφτομαι.
– Τι σκέφτεσαι; – η φωνή της έχει εκείνη την ένταση που δείχνει πως έχει πάρει ήδη θέση, απλώς δεν το λέει.
– Διάφορα.
– Ηρέμησε, ο μπαμπάς λέει ότι είναι προσωρινό. Ότι χρειάζεστε απλώς…
– Μαρία, – τη διακόπτει ήρεμα αλλά σταθερά η Ελένη. – Δεν θέλω να το συζητήσουμε μέσω εσένα. Ούτε εσύ ούτε ο Μπάμπης. Αυτό είναι δικό μου και του μπαμπά, εντάξει;
Παύση.
– Εντάξει, – λέει η Μαρία. Ύστερα, πιο τρυφερά: – Είσαι μόνη;
– Ναι. Δεν αισθάνομαι άσχημα.
– Θες να έρθω;
– Όχι. Αν θελήσω κάτι θα σου το πω.
Κλείνοντας το τηλέφωνο κάθεται μερικά λεπτά στην πολυθρόνα. Ο Μπάμπης, ο γιος, μένει στην Αθήνα. Ακόμη δεν έχει τηλεφωνήσει. Πάντα απέφευγε δύσκολες συζητήσεις. Από μικρός κρυβόταν πίσω από δουλειές, «μαμά, έχω προθεσμίες».
Το καταλαβαίνει.
Η Ελένη σηκώνεται, περπατά στο σπίτι. Τέσσερα δωμάτια, διάδρομος φαρδύς, δύο μπάνια. Όλα στη θέση τους, όμορφα. Πάντα τα φρόντιζε. Τα λουλούδια στα παράθυρα ήταν ζωντανά. Οι κουρτίνες άλλαζαν με τις εποχές. Η κουζίνα μοσχοβολά λεβάντα, στόλισμα που φτιάχνει και βάζει στις γωνιές.
Το σπίτι όμορφο. Μα όχι δικό της.
Όχι ξένο, ακριβώς. Απλά… σαν μουσείο. Τακτοποιημένο, αλλά χωρίς σχέση με την ίδια.
Στέκεται στη βιβλιοθήκη. Στο μεσαίο ράφι λίγα δικά της βιβλία. Κυρίως δώρα. Μαγειρική. Μερικά μυθιστορήματα. Ένα γερασμένο «Ερωτικά» του Ελύτη. Το ανοίγει τυχαία, διαβάζει λίγους στίχους. Κάτι μέσα της μετακινείται. Λίγο.
Ποιήματα είχε χρόνια να διαβάσει. Δεν υπήρχε καιρός.
***
Ο Νίκος τηλεφωνεί μια βδομάδα μετά. Στη φωνή του ενοχή, αλλά με βεβαιότητα ανθρώπου που έχει ήδη αποφασίσει.
– Ελένη, πρέπει να μιλήσουμε.
– Πες.
– Καλύτερα να βρεθούμε.
– Πες πότε μπορείς.
Φαίνεται να περίμενε κάτι άλλο. Επίπληξη, κλάματα, ερωτήσεις. Δεν του έδωσε τίποτα από αυτά.
– Αύριο στις δύο; Να περάσω από το σπίτι.
– Εντάξει.
Έρχεται ακριβώς στις δύο. Αυτό του Νίκου χαρακτηριστικό. Πάντα συνεπής. Βάζει βραστήρα για τσάι, όχι για το νοικοκυριό, αλλά για να έχει κάτι να κάνει με τα χέρια της.
– Δείχνεις καλά, – λέει καθώς κάθεται.
– Ευχαριστώ.
– Ελένη, δεν θέλω να νομίζεις…
– Νίκο, πες μου ευθέως. Τι θέλεις να πεις;
Κοιτάζει. Κάτι στον τόνο της τον σταματά.
– Θέλω διαζύγιο, – λέει. – Επίσημο. Είμαστε ενήλικοι, δεν υπάρχει λόγος να το καθυστερούμε.
– Εντάξει.
– Εντάξει;
– Ναι. Δεν θα σταθώ εμπόδιο.
– Ελένη. – Τη βλέπει με εκείνο το ύφος που κάποτε νόμιζε πως ήταν ενδιαφέρον. Τώρα το βλέπει αλλιώς. – Θα σε φροντίσω. Το διαμέρισμα θα μείνει σε σένα. Θα σου δίνω ευρώ. Δεν θα σου λείψει τίποτα.
– Θα δίνεις ευρώ, – το επαναλαμβάνει. Αυτό το επαναλαμβάνει συχνά τελευταία.
– Μα ναι. Δεν δούλεψες ποτέ. Πρέπει να ζήσεις.
Ο βραστήρας βράζει. Ρίχνει το νερό στη τσαγιέρα, ψύχραιμη.
– Νίκο, – του λέει βάζοντας τις κούπες, – θυμάσαι όταν αρρώστησε η μητέρα σου; Τρία χρόνια. Πήγαινα κάθε βδομάδα. Έκανα ενέσεις, αγόραζα φάρμακα, μιλούσα με γιατρούς. Εσύ δουλειά.
– Θυμάμαι.
– Όταν η Μαρία γέννησε το δεύτερο, με ισχυρή ναυτία; Έμεινα ένα μήνα εκεί. Μαγείρευα, φρόντιζα το παιδί τις νύχτες.
– Ελένη, γιατί τα λες αυτά;
– Γιατί λες «θα δίνω ευρώ». Σα να μου κάνεις χάρη. Σαν όλο αυτό να μην υπήρξε, και απλά ήμουν βάρος.
Μένει με το στόμα ανοιχτό. Το ξανακλείνει.
– Δεν εννοούσα αυτό.
– Ξέρω τι εννοούσες. Ήθελες να φανείς καλός άνθρωπος. Αλλά δεν είναι χάρη. Ξέρουμε κι οι δυο.
Τη βλέπει για ώρα. Κάτι αλλάζει μέσα του, χάνει λίγη βεβαιότητα.
– Έχεις αλλάξει, – λέει.
– Μέσα σε μια βδομάδα;
– Αυτή τη βδομάδα, ναι.
Παίρνει την κούπα. Πίνει τσάι αργά. Έξω, κάποιος ταΐζει περιστέρια. Ηλικιωμένη κυρία με μπλε παλτό. Την βλέπει κάθε μέρα, δεν έμαθε ποτέ το όνομά της.
– Για τα λεφτά, – λέει η Ελένη. – Δεν αρνούμαι τη μερίδα που μου ανήκει. Είναι δίκαιο. Αλλά δεν θέλω να τα παίρνω σα χαρτζηλίκι. Είναι προσβλητικό.
– Ελένη.
– Μην με διακόπτεις. – Ακουμπά την κούπα. – Είκοσι έξι χρόνια φρόντιζα το σπίτι. Δεν σε μάλωσα, δεν έκανα σκηνές, δεν ζήτησα περισσότερη προσοχή από όση ήθελες να δώσεις. Διαχειρίστηκα νοικοκυριό, ανέθρεψα παιδιά, δεχόμουν εταιρικά δείπνα στο σπίτι, χαμογελούσα στα ίδια αστεία. Εγκατέλειψα τη σταδιοδρομία μου όταν μου είπες: „Ελένη, τι το θες το θέατρο; Θα μας τα παρέχω όλα εγώ”. Το έκανα. Δεν το μετανιώνω. Αλλά ήταν δουλειά. Σοβαρή δουλειά. Και την έκανα καλά.
Σιωπή. Ο Νίκος κοιτάζει κάτω.
– Δεν είπα πως δεν τα έκανες καλά, – λέει τελικά.
– Είπες «θα σε φροντίζω». Σα να είμαι παιδί. Είμαι πενήντα οκτώ, όχι οκτώ.
Σηκώνεται, πάει στο παράθυρο, λίγα λεπτά ακίνητος. Η νεραντζιά με τους γυμνούς πλέον κλώνους.
– Έχεις δίκιο, – λέει χαμηλόφωνα. – Έχεις δίκιο Ελένη.
Απρόσμενο. Δυσκολεύεται να το συνειδητοποιήσει.
– Ας μιλήσουμε με τους δικηγόρους, – συνεχίζει. – Ήρεμα. Χωρίς φασαρίες.
– Σύμφωνοι.
Παίρνει το παλτό του. Στην πόρτα κοντοστέκεται.
– Ελένη… – κάτι πάει να πει.
– Μη λες τίποτα άλλο, – τον σταματά. – Πήγαινε.
Μένει στην κουζίνα για ώρα. Μετά πιάνει το κινητό και στέλνει μήνυμα στη Σοφία: «Μιλήσαμε. Θα χωρίσω. Όλα καλά».
Η απάντηση έρχεται γρήγορα: «Μπράβο σου. Έλα αύριο στο μαγαζί! Έχω ωραία καινούρια νήματα, θυμάσαι που σου άρεσε το κέντημα;»
Η Ελένη χαμογελάει. Πραγματικά της άρεσε το κέντημα, τότε παλιά.
***
Δύο εβδομάδες μετά, ζει σε μια παράξενη κατάσταση. Ούτε καλή ούτε κακή. Σα να την βγάλαν από το γνωστό κάδρο και την έβαλαν σ ένα τραπέζι. Το κάδρο χάθηκε, αλλά και ο δρόμος μπροστά ασαφής.
Πηγαίνει στο μαγαζί της Σοφίας, λέγεται «Η Κλωστή Πίσω απ τη Βελόνα» και βρίσκεται σε ισόγειο πολυκατοικίας. Μυρίζει ύφασμα και ξύλο. Τα ράφια γεμάτα μαλλιά, καμβάδες, βελόνες, νήματα. Η Ελένη χαϊδεύει τα υλικά. Μοχέρ, βαμβάκι, μεταξωτά. Κάτι λιώνει αργά μέσα της.
– Δοκίμασέ το, – λέει η Σοφία, της προσφέρει καμβά με βελόνα. – Για αρχάριες, αλλά αν θες, έχω και πιο δύσκολα.
– Ξέρω να κεντώ.
– Ήξερες. Πριν τριάντα χρόνια.
– Αυτό δεν ξεχνιέται.
– Θα δούμε, – χαμογελάει η Σοφία.
Η Ελένη αγοράζει υλικά και γυρίζει σπίτι. Κάθεται στο παράθυρο, μελετά το σχέδιο. Ξεκινά. Στην αρχή οι βελονιές είναι τραχιές. Το ξηλώνει. Δοκιμάζει ξανά, πιο αργά, συγκεντρωμένα. Τα χέρια θυμούνται σιγά-σιγά.
Κεντάει τρεις ώρες χωρίς να το καταλάβει.
Τα συναισθήματα είναι παράξενα. Όμορφα. Απλά.
***
Ο Μπάμπης τηλεφωνεί στο τέλος Οκτωβρίου. Έχει περάσει ενάμιση μήνας από τον χωρισμό με τον Νίκο.
– Μαμά, τι κάνεις;
– Καλά είμαι. Εσύ;
– Καλά. Ήθελα… Μίλησα με τον μπαμπά.
– Μπάμπη…
– Μισό λεπτό. Δεν παίρνω μέρος. Απλώς είπε πως αρνήθηκες τη βοήθειά του. Αληθεύει;
– Όχι ακριβώς. Δεν αρνήθηκα τη μερίδα μου. Αρνήθηκα να παίρνω χρήματα σα χαρτζηλίκι.
– Μα είναι πρακτικό. Δεν εργάζεσαι.
– Μπάμπη, είμαι πενήντα οκτώ χρονών, όχι ογδόντα. Μπορώ να δουλέψω.
– Και τι θα κάνεις;
Καλή ερώτηση. Η ίδια το σκέφτεται. Η δραματική σχολή έμεινε πίσω, αλλά τα ξένα γλωσσά της άρεσαν. Ήξερε καλά γαλλικά κάποτε. Τα τελευταία χρόνια έβλεπε ταινίες. Καταλάβαινε αρκετά.
– Δεν ξέρω ακόμα, – απαντά ειλικρινά. – Αλλά θα βρω κάτι.
– Πες μου όμως αν χρειαστείς κάτι.
– Θα σου πω. Και κάτι ακόμα, Μπάμπη: Είσαι καλό παιδί. Απλά, μην προσπαθείς να με σώσεις. Δεν πνίγομαι.
Σιωπή.
– Εντάξει, μαμά. Να μιλάμε.
Σηκώνει τις παλιές τετράδιες. Μία τσαλακωμένη, με γαλλικές λέξεις. Φοιτητική. Το γραφικό χέρι νέο, κοφτό, ξένο. Σαν να έχει γράψει άλλη γυναίκα.
Ίσως έτσι είναι.
***
Ο δικηγόρος είναι ήρεμος, σοβαρός, ο κύριος Παναγιώτης Παπαδάκης. Την ακούει προσεκτικά, ρωτάει, κουνάει το κεφάλι.
– Τα δικαιώματά σας, κυρία Παπαϊωάννου, είναι διασφαλισμένα. Η κοινή περιουσία μισή-μισή. Σπίτι, εξοχικό, λογαριασμοί. Πώς ακριβώς θέλετε να γίνει η μοιρασιά;
– Θέλω το σπίτι, – λέει. – Αυτή η πολυκατοικία. Το πρότεινε και ο ίδιος.
– Τότε παίρνει αποζημίωση σε ευρώ.
– Ή το εξοχικό.
– Βεβαίως. Τα είπατε μεταξύ σας;
– Τα συμφωνήσαμε πολιτισμένα.
Ο Παναγιώτης σηκώνει τα μάτια πάνω απ τα γυαλιά.
– Σπάνιο.
– Το ξέρω.
– Ετοιμάζουμε τα χαρτιά. Περίπου ένα μήνα.
Βγαίνει έξω. Νοέμβρης γκρι, ο ουρανός χαμηλός, μελαγχολικός φως. Περπατά στην πόλη μακριά. Απλώς περπατά, χαζεύοντας τις γειτονιές.
Η πόλη της απλή, επαρχιακή. Ζει στη Λάρισα. Εκεί γεννήθηκε· εκεί γνώρισε τον Νίκο, εκεί έζησε πάντα. Ξέρει τα πάντα: πού είναι το καλύτερο ψωμί, πού μαζεύουν μούρα, πού μαζεύονται οι κοκκινολαίμηδες το χειμώνα.
Κι αυτό δικό της. Μικρό, αλλά πραγματικά δικό της.
Μπαίνει σ ένα καφέ, ζεστό, με ξύλινα τραπέζια. Παραγγέλνει ελληνικό και μηλόπιτα. Κάθεται στο παράθυρο, κοιτάζει έξω. Δεν σκέφτεται τίποτα συγκεκριμένο. Απλώς κάθεται, απλώς απολαμβάνει. Πίνει καφέ και χαζεύει τον κόσμο.
Συνειδητοποιεί ότι έχει καιρό να ζήσει έτσι. Χωρίς δουλειές, χωρίς ξένα προγράμματα.
Στο διπλανό τραπέζι, δυο γυναίκες ηλικίας της γελούν για κάτι δικό τους. Η μία με πολύχρωμο φουλάρι, η άλλη με ιδιαίτερα γυαλιά. Της φαίνεται: να, έτσι μοιάζει η ελαφριά ζωή. Να γελάς, να φοράς φουλάρια.
Τελειώνει τον καφέ, αφήνει πουρμπουάρ, βγαίνει στον δρόμο.
***
Το Δεκέμβρη παίρνει τηλέφωνο η Μαρία, αλλιώς αυτή τη φορά. Πιο ήρεμη.
– Μαμά, έρχομαι για Πρωτοχρονιά. Μόνη μου. Χωρίς τον Στέφανο και τα παιδιά. Εντάξει;
– Εννοείται. Κι οι άλλοι;
– Θα πάνε στους δικούς του. Εγώ θέλω μαζί σου. – Παύση. – Μαμά, έκανα λάθος στην αρχή. Νόμισα ότι έπρεπε να σας μονιάσω, να διορθώσω κάτι. Και μετά κατάλαβα ότι δεν είναι δουλειά μου.
– Μαρία…
– Όχι, άσε με. Νόμιζα ότι θα χαθείς, ότι δεν θα τα καταφέρεις. Είμαστε όλοι συνηθισμένοι ο μπαμπάς να αποφασίζει, κι εσύ να… – κόβει.
– Στη σκιά του; – ρωτά η Ελένη.
– Ναι. Κάπως έτσι. Αλλά δεν χάθηκες. Και αυτό… με άλλαξε.
– Τι άλλαξε;
– Σκέφτομαι τον εαυτό μου. Όχι μόνο τον Στέφανο, τα παιδιά… εγώ. Ακούγεται εγωιστικό;
– Όχι. Καθόλου.
– Σίγουρα;
– Απόλυτα. Αυτό σημαίνει να ξέρεις ποιος είσαι.
Μιλάνε πάνω από μια ώρα. Για τα παιδιά, τη δουλειά της, για το ότι θα ήθελε να μάθει να ζωγραφίζει. Η Ελένη ακούει και γεμίζει με κάτι ζεστό. Όχι υπερηφάνεια. Κάτι άλλο, ίσως αναγνώριση. Σαν να βλέπει σ εκείνη αυτό που θα ήθελε να είναι.
***
Η Μαρία έρχεται Εικοσιοκτώ Δεκεμβρίου. Φέρνει κρασί, τυρί, αστείες παντόφλες. Στολίζουν το δέντρο ακούγοντας παλιά τραγούδια που βρίσκει η Ελένη στο διαδίκτυο, με τη Μαρία να γελάει με τις προσπάθειές της στα κινητά. Η Ελένη γελάει μαζί της.
Είναι καλό. Αληθινά καλό.
Για την Πρωτοχρονιά καλούν και τη Σοφία. Η Σοφία φέρνει τα δικά της πιτάκια κι ένα βάζο με σπιτικά αγγουράκια. Κάθονται οι τρεις τους, μιλούν για άλλα. Για ταξίδια. Η Σοφία ονειρεύεται τη Μάνη, η Μαρία θέλει θάλασσα, ζεστά νησιά. Η Ελένη λέει πως θέλει να πάει Παρίσι.
– Παρίσι; – Η Σοφία γελάει.
– Έκανα γαλλικά μικρή. Θέλω να δω τι θυμάμαι.
– Θα πας μόνη;
– Ίσως. Ή με παρέα. Θα δούμε.
Η Μαρία την κοιτάει. Μετά χαμογελάει.
– Έχεις αλλάξει, μαμά.
– Και μου το είπε άλλος κάποιος.
– Ο μπαμπάς;
– Ναι.
– Και πώς το είπε εκείνος;
Η Ελένη σκέφτεται.
– Σαν μομφή. Σαν να χαλάω τους κανόνες του παιχνιδιού.
– Και τώρα;
– Τώρα ακούγεται σαν κομπλιμέντο.
Η Σοφία σηκώνει το ποτήρι.
– Στις γυναίκες που σπάνε τους κανόνες, λέει.
Τσουγκρίζουν. Έξω τα πρώτα βεγγαλικά. Η Ελένη κοιτάζει το φως και σκέφτεται πως πρώτη φορά γιορτάζει μια αρχή που είναι δική της, όχι κάποιου άλλου.
***
Γενάρη γράφεται σε μαθήματα γαλλικών. Μικρή σχολή, πέντε λεπτά απ το σπίτι. Στην ομάδα, δύο φοιτητές, μια σαραντάρα μέλλουσα μετανάστρια κι ένας ηλικιωμένος που θέλει να διαβάσει Σταντάλ στο πρωτότυπο.
– Αξιέπαινο, – λέει ο νέος καθηγητής, ο Αντώνης.
– Όλα είναι αξιέπαινα όταν τα κάνεις για σένα, – απαντά ο κύριος Μιχάλης.
Η Ελένη συμφωνεί σιωπηλά.
Τα γαλλικά δύσκολα. Θυμάται περισσότερα από ό,τι νόμιζε, αλλά τα λάθη πολλά. Δυσκολεύεται να κάνει καινούρια πράγματα χρόνια.
Μετά το τρίτο μάθημα ο Αντώνης της λέει:
– Κυρία Παπαϊωάννου, έχετε ωραία προφορά. Πού μάθατε;
– Στα νιάτα μου.
– Συνεχίστε. Έχει σημασία.
Σκέφτεται: ήταν πάντα μέσα της, απλώς κανείς δεν το ήθελε.
***
Τα χαρτιά διαζυγίου υπογράφονται το Φλεβάρη, λιτά, στο γραφείο του δικηγόρου. Ο Νίκος κουρασμένος. Στην έξοδο, την ρωτά:
– Πώς είσαι;
– Καλά.
– Αλήθεια;
– Αλήθεια.
Κοιτάζει αλλιώς. Όχι ενοχή. Όχι μετάνοια. Μάλλον μια αμηχανία, σαν να περίμενε άλλη έκβαση.
– Έκανες κάτι; Η Σοφία μου είπε.
– Γαλλικά. Και ζωγραφική με νερομπογιές.
– Ποτέ δεν ζωγράφιζες.
– Τώρα ζωγραφίζω.
Ντύνεται. Μπροστά στην πόρτα κοντοστέκεται.
– Ελένη… – πάλι διστάζει.
– Νίκο, είσαι καλός άνθρωπος. Απλώς δεν ταίριαξαμε. Ή, ταίριαξαμε αλλιώς. Να ζήσεις καλά.
Κοιτάζει επιπλέον, ύστερα φεύγει.
Η Ελένη στέκεται λίγο στο διάδρομο. Έξω, χιόνι, οι άνθρωποι βιαστικοί. Μια συνηθισμένη μέρα. Χώρισε μετά από είκοσι έξι χρόνια. Έπρεπε να ναι τραγικό. Μα είναι απλά ήσυχο.
Βγαίνει έξω. Μυρίζει χιόνι και κάτι καινούριο. Γυρνά το πρόσωπο στον ουρανό. Χιονονιφάδες, λεπτές, λιώνουν μόλις αγγίζουν το δέρμα.
Πηγαίνει σπίτι. Χωρίς βιασύνη, μέσα από το πάρκο.
***
Η ζωγραφική με ακουαρέλα αποδεικνύεται πιο δύσκολη απ τα γαλλικά. Τα χρώματα πάνε όπου θέλουν, ο συνδυασμός συχνά βγαίνει μουντός. Η δασκάλα, η κυρία Στέλλα, περίπου πενήντα, με χέρια μόνιμα λεκιασμένα, βλέπει τις προσπάθειες ψύχραιμα.
– Μην προσπαθείς να ελέγξεις, – την προτρέπει. – Άφησε το χρώμα. Δείξε εμπιστοσύνη.
Η Ελένη προσπαθεί. Δεν τα καταφέρνει αμέσως. Με τον καιρό γίνεται λίγο καλύτερη. Μαζεύει τις ζωγραφιές σε φάκελο. Δεν είναι τέλειες. Είναι όμως δικές της.
Κάποια στιγμή η Στέλλα σταματά πάνω από τη δουλειά της. Μια μελέτη με νεραντζιά στο παράθυρο, κόκκινοι καρποί, σκοτεινά κλαδιά, γκρίζος ουρανός.
– Είναι αληθινό, – σχολιάζει.
– Μα είναι άσχημο.
– Άσχημο και αληθινό δεν έρχονται σε σύγκρουση.
Κοιτάζει τη νεραντζιά. Στο χαρτί αλλιώτικη. Δική της. Αυτή που είδε, που ένιωσε.
Αυτό κάνει τη διαφορά.
***
Την άνοιξη έρχεται η Μαρία με τον Στέφανο και τα παιδιά για μια βδομάδα. Τα βράδια κουβεντιάζουν στην κουζίνα καθώς ο Στέφανος βλέπει μπάλα και τα παιδιά κοιμούνται.
– Είσαι χαρούμενη; – ρωτάει η Μαρία κάποιο βράδυ.
– Δύσκολη ερώτηση.
– Γιατί;
– Παλιά ήξερα τι θα πει ευτυχία: καλό σπίτι, καλή οικογένεια. Τώρα δεν ξέρω. Νιώθω καλά. Αυτό δεν είναι το ίδιο.
– Τι είναι;
– Να ξυπνάς και η μέρα να σου ανήκει. Όχι το πρόγραμμα κάποιου άλλου. Σε σένα. Είναι παράξενο;
– Όχι, – ψιθυρίζει η Μαρία. – Καθόλου.
– Σκέφτεσαι τον εαυτό σου;
– Περισσότερο. Ξεκίνησα ζωγραφική. Σαν εσένα.
– Αλήθεια;
– Ναι, ακουαρέλα τις Κυριακές. Ο Στέφανος ξεβολεύτηκε, μετά το συνήθισε.
Η Ελένη την κοιτάζει. Τριάντα τέσσερα χρονών, έξυπνη, κάπως εσωστρεφής. Πάντα λίγο στη σκιά του άντρα της. Όπως κι η ίδια παλιά.
– Μαρία, δεν χρειάζεται να κάνεις τα ίδια λάθη.
– Δεν τα κάνω. Μαθαίνω από σένα.
– Από μένα; – απορεί η Ελένη.
– Έκανες κάτι που δεν φανταζόμουν. Δεν λύγισες. Ούτε θύμωσες. Ούτε ήρθες να σε κρατήσουμε. Απλώς άρχισες να ζεις αλλιώς. Στα πενήντα οκτώ.
Η Ελένη σωπαίνει.
– Δεν ήξερα πως έτσι φαίνεται.
– Έτσι.
– Και ξέρεις πώς είναι από μέσα; Φοβερίζει. Όταν δεν ξέρεις καν τον αγαπημένο σου χρώμα.
– Τώρα;
– Τώρα ξέρω. Μπλε. Σαν αυτό στις ακουαρέλες.
Η Μαρία χαμογελά. Την αγκαλιάζει σφιχτά, όπως η Σοφία παλιά.
– Μπράβο μαμά.
– Κι εσύ μπράβο.
***
Το καλοκαίρι η Σοφία προτείνει ταξίδι στη Μάνη, δέκα μέρες, μικρή ομάδα, χαλαρό πρόγραμμα.
– Ποτέ δεν ταξίδεψα χωρίς τον Νίκο, – λέει η Ελένη.
– Αυτός είναι ο λόγος!
– Δεν είμαι συνηθισμένη, Σοφία.
– Έχει όλα τα κομφόρ. Θα ρθεις;
Της παίρνει τρεις μέρες να απαντήσει. Ύστερα λέει ναι.
Η Μάνη είναι άλλος κόσμος. Λίμνες-καθρέφτες, περήφανα κυπαρίσσια, βουβή ησυχία γεμάτη ήχους, πουλιά και νερό κι αέρα.
Παίρνει μαζί τις ακουαρέλες της.
Ζωγραφίζει κάθε μέρα. Μόνη στο πρωινό φως, πριν ξυπνήσουν οι άλλοι, δίπλα στο νερό. Ζωγραφιές ατελείς, αληθινές, δικές της.
Στην τέταρτη μέρα, πλάι στη λίμνη, συνειδητοποιεί το πιο σημαντικό:
Δεν σκέφτεται καθόλου τον Νίκο. Όχι επειδή το επιβάλλει. Αλλά γιατί δεν υπάρχει τίποτα πλέον να σκεφτεί. Η ιστορία τελείωσε. Όχι με κακία ή συγχώρεση. Απλά τελείωσε. Όπως τελειώνει ένα βιβλίο.
Κάτι καινούργιο.
Η Σοφία έρχεται μυστηριακά από πίσω.
– Όμορφο, – λέει.
– Σου αρέσει;
– Θα το κρεμούσα.
Βλέπει το χαρτί. Λίμνη, κυπαρίσσια, πρωινή ομίχλη. Ελαφρώς αφηρημένο, αληθινό.
– Ίσως το κρεμάσω, – λέει η Ελένη.
***
Σεπτέμβρη κλείνει πενήντα εννιά. Φτιάχνει μικρό δείπνο. Έρχονται η Σοφία, η γειτόνισσα Ινώ που γνώρισε φέτος, δυο φίλες από τη ζωγραφική. Η Μαρία μιλά μέσω βίντεο· τα εγγόνια ζωηρά, δείχνουν ζωγραφιές γιορτής.
Η Ελένη βλέπει στη οθόνη τα παιδάκια, τη Μαρία χαμογελαστή και σκέφτεται: να έτσι πρέπει να είναι. Όχι σιωπηλά και προβλεπόμενα. Με χάος, με ζωή.
Ο Μπάμπης στέλνει ευρώ και ένα μήνυμα: «Χρόνια πολλά, μαμά. Θα έρθω σύντομα». Χαμογελά. Ο Μπάμπης είναι ο εαυτός του.
Η Σοφία σηκώνει ποτήρι.
– Στην Ελένη. Σε γυναίκα που σε ένα χρόνο έγινε ο εαυτός της.
– Πάντα ήμουν, – διαμαρτύρεται εκείνη.
– Όχι, όχι πάντα, – της λέει η Σοφία. – Τώρα είσαι.
Δεν αντιλέγει. Ίσως έχει δίκιο.
***
Οκτώβριο, κρεμά τη μανιάτικη ακουαρέλα στον τοίχο, σε κάδρο. Πριν ήταν εκεί ένα ουδέτερο αντίγραφο πίνακα που επέλεξε ο Νίκος. Το κατεβάζει προσεκτικά, το βάζει στην αποθήκη. Κρεμά το δικό της.
Στέκεται μπροστά, σκέφτεται: δεν είναι τέλειο. Μα είναι δικό μου. Εγώ το έφτιαξα. Το ένιωσα.
Αυτό είναι η αξία.
Στέκει πολλή ώρα. Τη διακόπτει το κουδούνισμα. Νούμερο άγνωστο.
– Παρακαλώ;
– Κυρία Παπαϊωάννου; Εδώ Αντώνης από τα γαλλικά. Ανοίγουμε ομιλητικό όμιλο για γαλλικά. Κάθε Τετάρτη βράδυ. Θα σας ενδιέφερε;
Κοιτάζει τη ζωγραφιά. Λίμνη, ομίχλη.
– Με ενδιαφέρει, – λέει. Δηλώστε με.
Ο Νοέμβρης ήσυχος. Η Ελένη περπατά επιστρέφοντας από τα γαλλικά, με μια σακούλα καινούριο βιβλίο. Γαλλικό μυθιστόρημα, το διάλεξε στην τύχη.
Έξω απ την πολυκατοικία, ο Νίκος. Δεν τον καταλαβαίνει αμέσως. Μόλις πλησιάζει.
– Γεια, – λέει εκείνος.
– Γεια, λέει απ απλά. Χωρίς έκπληξη. Ήρεμα.
– Μπορούμε να μιλήσουμε;
Σκέφτεται ένα δευτερόλεπτο. Μετά:
– Μπορούμε. Πάμε πάνω.
Ανεβαίνουν. Βγάζει παλτό, το κρεμάει. Του προτείνει τσάι, αρνείται. Κάθεται, κοιτά την ακουαρέλα.
– Δικό σου;
– Ναι.
– Πολύ όμορφο.
– Ευχαριστώ.
Κοιτάζει ώρα. Ύστερα:
– Ελένη. Εγώ… Δεν τα κατάφερα.
Περιμένει. Δεν βοηθά, δεν συμπληρώνει.
– Η Κωνσταντίνα… Σκέφτηκα ότι χρειάζομαι κάτι άλλο. Μια νέα ζωή. Μα τελικά κουράστηκα. Όχι από σένα. Από εμένα. Από την ηλικία μου. Παύση. Ποτέ δεν ρώτησες τι έγινε. Ούτε ρώτησες τίποτα.
– Δεν ήταν δική μου δουλειά.
– Ίσως. – Την κοιτάζει. – Έχεις αλλάξει πολύ.
– Ναι, έχω.
– Δεν ξέρω πώς να το πω. Πάντα σε θεωρούσα δεδομένη. Ότι θα είσαι πάντα δίπλα.
– Νίκο, – λέει γλυκά αλλά σταθερά. – Τι θέλεις από αυτή τη συζήτηση;
Την κοιτά πολύ ώρα. Τελικά κατεβάζει το βλέμμα.
– Δεν ξέρω, – παραδέχεται. – Ήθελα να πω πως έκανα λάθος. Πως δεν ήξερα τι είχα.
Σιωπή.
Έξω φθινόπωρο. Η νεραντζιά στην αυλή, τα πουλιά έχουν φάει τους καρπούς, μόνο γυμνά κλαδιά.
– Σε ακούω, – λέει η Ελένη. – Ευχαριστώ που το είπες.
– Αυτό είναι όλο;
Τον κοιτάζει. Εκείνος, κουρασμένος, μακρινός πια.
– Νίκο, – παίρνει το βιβλίο στα χέρια. – Διαβάζω Γαλλικά. Αργά αλλά διαβάζω. Ζωγραφίζω. Πήγα Μάνη. Πηγαίνω σε ομιλητικό όμιλο. Κοιμάμαι με ανοιχτό παράθυρο γιατί μ αρέσει. Τρώω ό,τι θέλω, όχι ό,τι βολεύει άλλον. Δεν σου κρατώ κακία. Μου έδωσες πολλά. Σπίτι, παιδιά, χρόνια. Μου έδειξες κι ότι έζησα πολύ καιρό όχι τη δική μου ζωή. Κι αυτό μετράει.
– Θα γύριζες πίσω; ρωτά χαμηλά. Περίεργη ερώτηση.
Η Ελένη κοιτά τον πίνακά της. Λίμνη, ομίχλη, νεραντζιά.
– Νίκο, είμαι πενήντα εννιά. Πρώτη φορά νιώθω ότι ζω αληθινά. – Παύση. – Πιες, αν θέλεις, ένα τσάι. Θα βάλω νερό σε βραστήρα.
Πηγαίνει στην κουζίνα. Βάζει νερό, κοιτάζει έξω τη νεραντζιά, την κυρία με το μπλε παλτό που ταΐζει περιστέρια.
Πίσω, ησυχία. Ύστερα βήματα.
Ο Νίκος μπαίνει στην πόρτα.
– Ελένη, – λέει.
Γυρνάει.
– Πες μου μονάχα τούτο: Είσαι ευτυχισμένη;
Το βραστήρας αρχίζει να σφυρίζει. Η νεραντζιά έξω όρθια και σκοτεινή.
– Μαθαίνω, – του απαντά. – Μαθαίνω να είμαι ευτυχισμένη. Πιο δύσκολο από όσο νόμιζα. Μα το μαθαίνω.
Εκείνος σιωπά. Την παρατηρεί. Δύο άνθρωποι στην κουζίνα που δεν μοιράζονται πια.
– Αυτό είναι καλό, – λέει τελικά ήσυχα. – Πολύ καλό, Ελένη.
Ο βραστήρας σφυρίζει.




