Στη Θέση του Εαυτού Σου

Αντί για Εμένα

Η μητριά έβλεπε καθαρά ότι η Λυδία δεν ήθελε να παντρευτεί τον χήρο, και όχι επειδή είχε μια μικρή κόρη ή επειδή ήταν μεγαλύτερος, αλλά επειδή τον φοβόταν πάρα πολύ. Το σκληρό του βλέμμα διαπερνούσε την καρδιά της και την έκανε να χτυπά δυνατά, σα να προσπαθούσε να αμυνθεί από βέλη. Η Λυδία κρατούσε συνεχώς το βλέμμα της χαμηλωμένο και, όταν το σήκωνε, τα μάτια της ήταν γεμάτα δάκρυα, που έτρεχαν άφθονα στα κοκκινισμένα από την ντροπή της μάγουλά της. Τα χέρια της έτρεμαν και οι μικρές γροθιές της θέλαν να αμυνθούν από τη μητριά και τον γαμπρό που της πρότεινε.

Η προδοτική γλώσσα της, ας ήταν καταραμένη, είπε: «Θα πάω».

Να μαστε, τα βρήκατε. Δεν είναι μικρό πράγμα να σε θέλει στο σπίτι του ένας τέτοιος άντρας, τέτοιος οικογενειάρχης! Με την πρώτη του γυναίκα ήταν υπομονετικός, τη φρόντιζε σαν φύλλο μικρό. Εκείνη ήταν αδύναμη, όλο αρρώσταινε, και περπατούσαν έτσι: τρία βήματα εκείνος, ένα εκείνη. Κι όταν σταμάταγε κι ανάσαινε βαριά σαν αναστεναγμός, την αγκάλιαζε και την ηρεμούσε, ποτέ δεν της φώναξε.

Όταν κυοφορούσε, κανείς σχεδόν δεν την έβλεπε όλο κλεισμένη μέσα κι ύστερα, μετά τη γέννα, εκείνος μόνος του ξενυχτούσε στο μωρό, κι εκείνη μαράζωσε τελείως. Αυτά μας έλεγε η μάνα του.

Εσύ όμως γεμάτη υγεία είσαι, κι εκείνος θα σε τιμήσει, θα σε βάλει στο καλό καθιστικό του την πρώτη. Άξια είσαι σε όλα, στο κέντημα, στο πλέξιμο, ξέρεις να κρατάς σπίτι. Είναι κρίμα να σε πάρει κανένας νέος, που ακόμα μυαλό δεν έχει βάλει, γεμάτοι αερολογίες. Αυτός εδώ μας είναι γνωστός, όλα τα ξέρουμε γι αυτόν. Τι τύχη για σένα!

Θα φτιάξω τσίπουρο να πιούμε το βράδυ, δε θέλει γλέντια κι ο χήρος, μην ταράξουμε τα πνεύματα του σπιτιού. Και για προίκα, είπε να μην κουβαλάς τίποτα το σπίτι του τίγκα στα καλά.

Ο Θεόδωρος παντρεύτηκε την πρώτη φορά από αγάπη. Τη Βέρα, αν και όλο ασθενούσε, τη διάλεξε αυτός, ενώ η μάνα του τον προειδοποιούσε πως χρειαζόταν γερή γυναίκα, όχι τόσο αδύναμη. Δεν άλλαζε γνώμη, ούτε οι λέξεις των άλλων, ούτε η λογική του· μόνο τη Βέρα ήθελε.

Στο χωριό λέγαν ότι τον είχαν «δεμένο», πως μόνο μαγεμένος άνθρωπος αλλιώς καταστρέφει τη ζωή του έτσι. Οι γιατροί διαπίστωσαν πως τα πνευμόνια της Βέρας ήταν αδύναμα: οποιοδήποτε κρύωμα οδηγούσε σε φλεγμονή, άσθμα ή και χειρότερα.

Ο Θεόδωρος πίστευε πως με την αγάπη του θα διώξει το θάνατο. Έκανε τα πάντα, έδινε όλα όσα είχε. Στην αρχή, μετά το γάμο, όλα ήταν πράγματι όμορφα. Ήταν ευτυχισμένοι, γελούσαν μαζί συνέχεια.

Μόλις όμως η Βέρα έμεινε έγκυος, αποδυναμώθηκε εντελώς· δεν μπορούσε να κάνει τίποτα, ούτε να πλύνει, ούτε να αρμέξει ούτε να φροντίσει τον εαυτό της. Οι γιατροί έλεγαν πως ήταν έντονη κύηση, θα περνούσε μετά τη γέννα. Ο Θεόδωρος δεν παραπονέθηκε ποτέ, τη φρόντιζε με αγάπη. Η μάνα του μόνο τον κατσάδιαζε μέρα-νύχτα, του έλεγε πως έφερε στο σπίτι του βάρος, όχι σύντροφο. Ο ίδιος προστάτευε τη γυναίκα του και ζήτησε από τη μητέρα του να μην ξαναπατήσει σπίτι τους.

Η Βέρα γέννησε κοριτσάκι και ο Θοδωρής έλπιζε πως η χαρά και η υγεία θα επέστρεφαν. Γύρισε μεν η ευτυχία για λίγο. Κρυολογημένη μια φορά, η Βέρα μαράζωσε χειρότερα. Τη μετέφεραν στο νοσοκομείο. Ο γιατρός, απλά κι ανθρώπινα, είπε: «Τα πνευμόνια της διαλύονται». Η Βέρα το ήξερε, πρώτα έδειχνε δυνατή, δεν ήθελε να δείξει το φόβο της. Όμως το πρόσωπο της μαρτυρούσε πόνο και αγωνία και για την ίδια και για την κόρη.

Σαν να του ριχνε το τελευταίο βλέμμα, παρακαλώντας να τη θυμάται πάντα γελαστή και χαρούμενη. Το αδύνατο της πρόσωπο, τα σηκωμένα πλευρά, τα λιανά της χέρια, οι πεσμένοι ώμοι, όλα μιλούσαν σιωπηλά για το τέλος που πλησίαζε.

Πριν φύγει, ζήτησε από τον Θοδωρή να την ακούσει.

Δεν γεννήθηκε ο άνθρωπος που θα αλλάξει τα σχέδια του Θεού. Η αγάπη μας πάλεψε όσο άντεξε, πια δεν αντέχει άλλο. Θέλω να σου ζητήσω συγνώμη και στην κορούλα επίσης. Εγώ γεννήθηκα μέσα στη λύπη και μαζί μου την πήρα στο σπίτι μας.

Ο Θεόδωρος πήρε τα ζεστά της χέρια στα δικά του και τα φιλούσε δακρυσμένος˙ καταλάβαινε πως της απέμεναν λίγα λεπτά.

Η Βέρα δυσκολευόταν στην ανάσα, μίλησε με τρυφερότητα για την αγάπη της, τους φόβους της. Αναστέναξε βαθιά και είπε αργά:
Να παντρευτείς τη Λυδία. Θα είναι καλή γυναίκα για σένα, καλός άνθρωπος, καλή μητέρα. Ξέρει τι θα πει σκληρή ζωή, έχει περάσει με τη μητριά, με τις αδερφές, με μεθύστακα πατέρα Την ξέρω, η μάνα μου μπαίνει σπίτι τους, είδε πολλά. Η Λυδία είναι καλοσυνάτη, δουλευταρού, υπομονετική, δεν θα πειράξει την κόρη. Να κάνεις μαζί της ό,τι έκανες μαζί μου, να φέρεσαι σαν να είμαι εγώ εκεί, μαζί σας, μέσα σ αυτήν. Συγχώρεσέ με για όσα λέω˙ δεν πονάνε μόνο τα πνευμόνια μου, μαύρισε η ψυχή μου για το παιδί. Δες εσύ τη μοίρα σου, κι ο Θεός θα σε καθοδηγήσει. Μόνο θυμήσου, να μην αδικήσεις το παιδί αλλιώς θα σε καταραστώ κι απ το χώμα.

Με όση δύναμη είχε του έσφιξε το χέρι. Ο Θεόδωρος έκλαιγε, δεν έβλεπε απ τα δάκρυα το πρόσωπό της, μόνο αισθανόταν τον χρόνο να τελειώνει.

Το ήσυχο πρόσωπό της, με το χαμόγελο, κοιτούσε στο κενό. Το χέρι ακόμα έσφιγγε το δικό του. Ο Θεόδωρος τη φίλησε παντού, έκλαιγε και της έταζε να κάνει όσα του ζήτησε. Έτσι, έναν χρόνο μετά τον θάνατο, ήρθε να ζητήσει τη Λυδία.

Η μητριά ετοιμάστηκε με τη βοήθεια της πεθεράς του Θοδωρή, που ήθελε να σιγουρευτεί πως η εγγονή της θα είχε καλή μητέρα, μιας και η ίδια ασθενούσε και φοβόταν πως δεν θα ζήσει να τη δει να μεγαλώνει. Μόνο εκείνη καταλάβαινε τον γαμπρό και, για όσα έκανε στην κόρη της, θα του φιλούσε τα πόδια και παρακαλούσε το Θεό στην προσευχή της αξιώσεις για τον Θεόδωρο.

Η προξενιά έγινε λίγο σαν όνειρο. Βλέποντας την κόρη να δυσκολεύεται χωρίς μάνα, κι ο ίδιος χωρίς σύντροφο, αποφάσισε να σεβαστεί την παράκληση της Βέρας. Άρχισε να κοιτά τη Λυδία και πρόσεξε πόσο ταπεινή, ήσυχη, όμορφη, και κάπως του θύμιζε τη Βέρα. Ιδια κοτσίδα, ίδια περπατησιά, ίδιο χαμόγελο.

Πολλές φορές ήθελε να την πιάσει αγκαλιά, να μείνει για λίγο σιωπηλός, να θυμηθεί τη γυναίκα που έχασε. Η Λυδία η ίδια δεν μπορούσε να εξηγήσει γιατί είπε «ναι». Ίσως επειδή βαρέθηκε το ρόλο της υπηρέτριας στη μητριά, να γυρνάει τον μεθυσμένο πατέρα σπίτι και να τον προστατεύει, να αντέχει τα πειράγματα από τις αδερφές· ή ίσως λυπόταν βαθιά για την κόρη του Θεόδωρου.

Όπως κι αν έχει, όταν είπε το ναι, κατάλαβε πως την περίμενε μια μεγάλη δοκιμασία: να μάθει να αγαπήσει και να της απαντήσει ο Θεόδωρος με αγάπη.

Μετά την προξενιά, ο Θεόδωρος αποφάσισε να γνωρίσει καλύτερα στην κόρη του τη Λυδία.

Η μικρή 'Ιριδα (έτσι τη λένε στην Ελλάδα την Αλένκα) ήταν παιδί σπιτιού, δε πλησίαζε ξένους, είχε μόνον τον μπαμπά, τη μαμά, τη γιαγιά κι άλλη μια γκρινιάρα γιαγιά που όλο παραπονιόταν.

Ο Θεόδωρος έφερε τη Λυδία στο σπίτι για να δει την κόρη, να περάσουν λίγο χρόνο χωρίς πολλή φασαρία. Η Λυδία ήταν στον περισσότερο χρόνο σιωπηλή, μα κατάλαβε γρήγορα πως ο Θεόδωρος δεν ήταν ούτε βλοσυρός ούτε βαρύς· ίσα-ίσα, ευγενικός και προσεκτικός. Την ρώτησε ανοιχτά αν αγαπούσε κάποιον άλλο· αν ναι, θα έκανε πίσω. Δεν της μίλησε για το τελευταίο θέλημα της Βέρας.

Το σπίτι την άφησε άφωνη: όμορφα χειροποίητα έπιπλα, πολλά κεντημένα κάδρα σε ξύλινες κορνίζες, μεγάλοι φωτεινοί χώροι. Η μικρή Ίριδα, μόλις είδε τη Λυδία, άρχισε να της κάνει νάζια. Έφερε τα παιχνίδια της και της ζήτησε να παίξουν μαζί, προσπαθώντας συχνά να αγγίξει το χέρι της. Την κοίταζε περίεργη, χαμογελούσε συχνά. Η Λυδία της χάιδεψε πολλές φορές τα πλούσια μαλλιά σαν της μαμάς της.

Να σου κάνω εγώ τα μαλλιά, να σε κάνω πριγκίπισσα; είπε η Λυδία με τρυφερότητα.

Ο Θεόδωρος τις παρατηρούσε και η ψυχή του έκλαιγε από χαρά. Φοβόταν να φέρει τη Λυδία σπίτι του, γιατί η μικρή συχνά ρωτούσε για τη μαμά, όλο κοίταζε έξω από το παράθυρο, περιμένοντας να τη δει. Κι όταν έμπαινε κάποιος, έτρεχε χαρούμενη να δει αν γύρισε η μαμά της.

Προσπάθησε να της εξηγήσει, μα τι να λέει σε μια καρδιά τεσσάρων χρονών; Χρειαζόταν μια τρυφερή αγκαλιά μάνας, όχι άλλο.

Ο ίδιος καταλάβαινε πως, όσο κι αν προσπαθούσε, ούτε τα χάδια ούτε η προσοχή του θ αντικαθιστούσαν την αγάπη της μάνας. Φοβόταν να γελαστεί με τη Λυδία, αλλά βλέποντας τη μικρή να στεναχωριέται που φεύγει η Λυδία, ένιωσε μια γαλήνη.

Η Ίριδα πήρε τη Λυδία από το χέρι, την πήγε στο δωμάτιό της, κούνησε τα μαξιλάρια και, γελώντας, άρχισε να πηδάει πάνω στο κρεβάτι μέχρι το ταβάνι.

Η Λυδία θυμήθηκε τη δική της μητριά, πως την μάτωνε με το ψωμί, πως κρυφά μοίραζε γλυκά στα δικά της παιδιά, την τιμωρούσε για τις «μισές» δουλειές, της φόραγε πάντα τα ξαναραμμένα ρούχα. Θυμήθηκε τον μεθυσμένο πατέρα της, που τον σκέπαζε συχνά με το δικό της πάπλωμα. Θυμήθηκε τη μητριά που της έλεγε πως θα τη διώξει σαν αδέσποτο σκυλί, τα λόγια και τις κατάρες της. Με κόμπο στο λαιμό, αγκάλιασε σφικτά την Ίριδα και ξάπλωσε δίπλα της. Η μικρή κοιμήθηκε ήσυχη και χαρούμενη.

Ο Θεόδωρος από τη χαρά του δεν ήξερε πώς να φερθεί στη Λυδία. Ήπιαν τσάι, χαμογελούσαν κι αντάλλασσαν βλέμματα. Δεν τη γύρισε στο σπίτι της μητριάς. Όχι, δεν την άφησε να φύγει.

Η γυναίκα είναι για να είναι δίπλα στον άντρα της, όχι να πηγαίνει εκεί που δεν την περιμένουν.

Στο τέλος της μέρας, κατάλαβα τι αξίζει: Καμιά φορά η μοίρα, όσο κι αν μας πονά, οδηγεί τους ανθρώπους που χρειάζονται ο ένας τον άλλον στην ίδια στέγη. Η οικογένεια χτίζεται όχι με λόγια, αλλά με πράξεις καλοσύνης, και κάθε πληγή που κουβαλάμε γίνεται σιγά σιγά αγάπη, όταν βρει το σωστό μέρος και τους σωστούς ανθρώπους.

Oceń artykuł
Στη Θέση του Εαυτού Σου