Αναβλημένη Ζωή

Αναβλημένη Ζωή

Μαμά, μπορώ να πάρω ένα γλυκό από το κουτί; Ένα μόνο! Σε παρακαλώ! Η Νάντια γυρνούσε σαν αλεπού μπροστά από το ντουλάπι, εκεί που η Ιωάννα είχε με δυσκολία κρύψει τα λίγα γλυκά που είχε καταφέρει να βρει.

Όχι! Είναι για το τραπέζι. Αν φας τώρα, την Πρωτοχρονιά δεν θα μείνει τίποτα.

Η Νάντια κατσούφιασε. Ποια η διαφορά να το φάει τώρα ή μετά; Δεν ζήτησε όλο το κουτί, ένα μόνο! Γιατί πάντα τα ωραία και τα νόστιμα να είναι „για αργότερα”; Αν είναι κάτι όμορφο να το βάλει, είναι „για γιορτή”. Πόσο θα ήθελε να φορέσει το καινούριο φόρεμα που της έφερε ο πατέρας της από τη Θεσσαλονίκη και να πάει επίσκεψη στη Μαρία. Στη Μαρία όμως η μαμά της δεν της απαγορεύει να φοράει τα καινούρια στο παιδικό σταθμό. Βέβαια η Νάντια είχε ακούσει κάποτε πως η μαμά της τα φτιάχνει μόνη της, δεν της αγοράζει. Και; Τουλάχιστον η Μαρία είναι πάντα η πιο όμορφη του τμήματος. Ενώ εκείνη, όλο το ίδιο παλιό φουστανάκι με τα πουά, που πια δεν ήθελε ούτε να το δει.

Η Νάντια τότε δεν ήξερε ακόμη πόσο δύσκολα έβγαιναν όλα αυτά τα γλυκά και τα ρούχα για τους γονείς της. Η μητέρα της δούλευε στη βιβλιοθήκη, ο πατέρας της ήταν μηχανικός. Από μικρή είχε συνηθίσει να ακούει το ρήμα „βρήκα”: Α, το βρήκαμε αυτό, ήρθε κάτι καινούριο, κάτι που δεν αγοράζεται εύκολα. Έτσι βρέθηκαν τα όμορφα παπουτσάκια της, τα καινούρια μποτάκια της μαμάς. Μετά την αγορά τους έτρωγαν για ένα μήνα μόνο μακαρόνια και πατάτες, αλλά η Ιωάννα ήταν τόσο χαρούμενη, που στην αρχή δε φορούσε καν τα μποτάκια, τα θαύμαζε. Αυτά τα μποτάκια τα θυμόταν η Νάντια ακόμα και μεγάλη – κάθε γρατζουνιά, κάθε φθαρμένο τακούνι.

Τα χρόνια πέρασαν κι όλα γύρω άλλαξαν. Πλέον στα μαγαζιά έβρισκες ό,τι τραβούσε η ψυχή σου, το πρόβλημα ήταν τα χρήματα τα ευρώ. Η Νάντια ήταν στη Β Γυμνασίου όταν ο πατέρας της ήρθε σπίτι ένα απόγευμα ενθουσιασμένος:

– Με πήραν!

Δεν καταλάβαινε καλά καλά τι σήμαινε αυτό, αλλά από τη χαρά των γονιών της κατάλαβε ότι κάτι καλό θα γίνει. Όντως, ο πατέρας της βρήκε δουλειά σε μια εταιρεία ηλεκτρονικών στον Πειραιά, ταλέντα που δεν είχε ποτέ την ευκαιρία να αξιοποιήσει. Έλαμψε το πρόσωπό του, άρχισε να του αρέσει ο εαυτός του, να βρίσκει ικανότητες που δεν ήξερε πως είχε. Σύντομα άρχισε να ανεβαίνει στην ιεραρχία.

Η ζωή έγινε πιο εύκολη. Η Ιωάννα σταμάτησε να κάθεται το βράδυ με το τετράδιο για να στριμώξει στον προϋπολογισμό μία ανανέωση για τη Νάντια. Ήρθαν τα πρώτα τζιν, τα πρώτα μοδάτα αθλητικά. Η Νάντια σταμάτησε να σκέφτεται να πάει σε τεχνική σχολή κατευθείαν μετά το Γυμνάσιο, αποφάσισε να προσπαθήσει για το Πανεπιστήμιο. Οι γονείς της τη στήριξαν. Μελέτησε σκληρά δύο χρόνια, ξεχνώντας διασκέδαση και φίλες, και κατάφερε να μπει στη σχολή. Θα μπορούσε τώρα να χαλαρώσει, όμως η Νάντια διάλεξε αλλιώς. Πρώτα σπουδές και καλή δουλειά, μετά όλα τα άλλα. Και τα κατάφερε κι εκεί – πήρε πτυχίο με άριστα, βρήκε δουλειά μέσω γνωριμιών του πατέρα της… Όλα φαίνονταν ιδανικά. Τώρα μπορούσε να σκεφτεί τον εαυτό της, ίσως και οικογένεια. Όμως και πάλι έφτιαξε άλλες προτεραιότητες: καριέρα! Να μην της λείψει τίποτα, ποτέ ξανά.

Οι γονείς έλαμπαν από περηφάνια. Έξυπνη, επιτυχημένη, είχε αγοράσει δικό της διαμέρισμα, αυτοκίνητο, ταξίδευε. Μόνο… μόνη.

Η Νάντια δεν ενοχλούνταν. Δεν ήταν ποτέ της „καλό κορίτσι”, είχε πάντα θαυμαστές, δεν ήθελε όμως να στριμωχτεί σε σχέσεις. Γιατί; Ενώ είναι νέα, ήθελε να προλάβει τόσα πολλά. Για τα παιδιά έχει καιρό.

Οι πρώτες σοβαρές σχέσεις της ήρθαν μετά τα τριάντα πέντε. Με τον Βίκτωρα, συνάδελφος πολλά χρόνια, μιλούσαν ελάχιστα, δεν είχε φανταστεί καν ότι του άρεσε. Βλέπετε, ήταν ένας άντρας που η Νάντια εκτιμούσε: ελκυστικός και έξυπνος. Οι άλλοι στη δουλειά την φώναζαν „Η Παγωμένη Βασίλισσα”. Ένα βράδυ, σε εταιρική γιορτή, χορεύοντας, ακούμπησε το κεφάλι της στον ώμο του, λίγο ζαλισμένη.

– Παντρέψου με. Και οι δυο έχουμε πετύχει, ο χρόνος πιέζει. Ήρθε η ώρα για οικογένεια. Σ αγαπώ.

Η Νάντια γέλασε.

– Έλεος, Βίκτωρα! Όλα στην ώρα τους, όλα θα γίνουν

Το πρωί, ξαφνικά, σαν να μίλησε κάποιος μέσα της:

– Ναι.

Κάναμε λαμπρό γάμο η Ιωάννα, που είχε πλέον απελπιστεί να δει εγγόνια, δάκρυζε όλο συγκίνηση. Και τρία χρόνια μετά, η Νάντια κατάλαβε όλες τις επιτυχίες της, οι χαρές, μηδαμινές μπροστά σαυτό που απέκτησε, μένοντας τόσα χρόνια σε αναμονή.

– Δεν υπάρχει μέλλον… Δεν μπορώ να κάνω παιδιά, μαμά… η Νάντια δεν μπορούσε ούτε να κλάψει κοιτώντας τα αποτελέσματα των εξετάσεων. Γιατί να ήμουν τόσο ανόητη;

– Ηρέμησε, κορίτσι μου. Μια κλινική μόνο είναι… Η επιστήμη εξελίσσεται. Ίσως αλλάξουν τα πράγματα.

– Πότε, όμως; πέταξε τα χαρτιά χάμω στο σαλόνι.

Το σπίτι των γονιών της, ίδιο όπως στα χρόνια της εφηβείας. Οι γονείς επέμεναν να μην παίρνουν χρήματα για επισκευές και έπιπλα, ενώ ο πατέρας δεν δούλευε πια, και η Ιωάννα δεν ήθελε να αφήνει μόνη στιγμή τον σύζυγό της. Η Νάντια έκανε μερικές αλλαγές, αγνοώντας τα „όχι” τους γέμιζε τα ψυγεία με τα ίδια υλικά, έκανε συντήρηση στα έπιπλα. Μόλις πριν δέκα χρόνια μπόρεσε να κάνει ανακαίνιση τώρα, καρφωμένη στην ταπετσαρία, σκεφτόταν μήπως άξιζε να τα αλλάξει, να γυαλίσει το πάτωμα. Τι χαζά σκέφτεται κανείς όταν όλη του η ζωή καταρρέει…

– Μαμά, δεν καταλαβαίνεις; Δεν έχω πια χρόνο

Κάθισαν έτσι, δυο τους, χωρίς να καταλαβαίνουν πότε νύχτωσε. Οι ήχοι του κινητού αδιάφοροι. Η Νάντια έκλαιγε, έπειτα ηρεμούσε, δεν ήθελε συζήτηση.

– Ευχαριστώ, μαμά…

– Γιατί παιδί μου;

– Γιατί μάκουσες. Δεν έχω πού αλλού να πάω. Κανείς δε με χρειάζεται.

– Μου κάνεις πλάκα; Η Ιωάννα τής έκλεισε το στόμα με την παλάμη. Μας χρειάζεσαι! Και στον Βίκτωρα!

– Στον Βίκτωρα πια όχι

– Γιατί, Νάντια;

– Είναι δικό μου πρόβλημα. Κι εκείνος αξίζει να γίνει πατέρας, έχει χρόνο, εγώ δεν έχω.

Έφυγε, αποχαιρετώντας τη μητέρα της, αγνοώντας τις „μα τι λες τώρα” φωνές της. Έστριψε και πήγε προς τη μαρίνα. Φθινοπωρινό βράδυ, λίγο ομιχλώδες, μόνο μερικοί ηλικιωμένοι ζευγάρι και κάνα δυο να βγάζουν βόλτα το σκύλο τους. Περπατώντας, έκλαψε πάλι. Κάποτε ονειρευόταν να γεράσει μαζί με κάποιον, να καταλαβαίνουν ο ένας τον άλλον με μισή λέξη, να έχουν τα πάντα κοινά αλλά δεν θα γίνει ποτέ πια… Ξάφνου κατάλαβε πόσο αγαπούσε τον Βίκτωρα. Απλώς πάντα άφηνε τα σημαντικά „για αύριο” – όπως όλα…

Κοιτώντας το παγωμένο νερό του Θερμαϊκού, θυμήθηκε τις βόλτες με τους γονείς παιδί. Πόσο αργούσε να φτάσει στο παγωτό που έτρωγαν κάθε φορά, όποιον καιρό κι αν είχε, όπως και χειμώνα ποτέ δεν αρρώστησε…

Κράτησε τα δάκρυα δεν αλλάζει τίποτα αν αυτολυπηθεί. Κάτι έπρεπε να βρει για να συνεχίσει τη ζωή, όσο όλα όσα πέτυχε φάνταζαν τώρα ανούσια. Πρέπει να βρεί κάτι ακόμα, να της δώσει νόημα. Προς το παρόν, έπρεπε να πάρει μια απόφαση για τον Βίκτωρα. Το δικό του „σήμερα” δεν της ανήκει πια.

Κατευθύνθηκε προς το αυτοκίνητο κι έμεινε εμβρόντητη. Γύρω του τριγυρνούσαν τέσσερα αγόρια, έφηβοι. Αναρωτήθηκε αν της επιτεθούν; Αλλά ήταν κουρασμένη για φόβο.

– Τι κάνετε εδώ;

– Δικό σας το αμάξι;

– Δικό μου.

– Κάτω από το καπό! Ανοίξτε το! μιλούσαν όλοι μαζί. Η Νάντια κατάλαβε δεν ήταν για κακό.

– Μισό, ένας ένας. Τι γίνεται εκεί;

Προχώρησε ο πιο κοντούλης.

– Υπάρχει ένα γατάκι, το είδαμε να μπαίνει στο αμάξι για ζέστη. Αν δεν το βγάλουμε θα πάθει ζημιά.

– Είσαι σίγουρος;

– Ναι, το είδαμε. Κρυώνει κι έρχεται κοντά στα αυτοκίνητα.

Άνοιξε το καπό και, πράγματι, τραβώντας, τα παιδιά έβγαλαν ένα κατάμαυρο γατάκι, που νιαούριζε αγριεμένο.

– Μασάει, ε; ο αρχηγός γέλασε και το έδωσε στη Νάντια. Κρατήστε το!

– Εγώ; Δεν είχα ποτέ γάτες!

– Θα μάθετε. Να το ταΐζετε μόνο.

Τα αγόρια γέλασαν, της είπαν αντίο. Η Νάντια θυμήθηκε κάτι και τους φώναξε:

– Περιμένετε! Έβγαλε ένα χαρτονόμισμα των 10. Η μαμά μου λέει, πάντα λίγα για το ζωντανό, γουρλούδικο.

– Ευχαριστούμε! φώναξαν, έφυγαν.

Μπήκε στο αυτοκίνητο, έμεινε κοιτώντας το γατάκι, που άπαρτο είχε εγκατασταθεί στα γόνατά της. Άρχισε να γουργουρίζει.

– Μάλιστα, εγώ κι ένας γάτος, καλή παρέα… Εκκίνησε, έδεσε ζώνη Πάμε σπίτι.

Έβαλε το θέμα „Βίκτωρ” για το πρωί. Όλο το βράδυ έπλυνε το γατί, ενώ ο Βίκτωρ ετοίμαζε τις πετσέτες.

– Πού βρήκες τόσους ψύλλους! Θηρίο είσαι! Πού ανακατεύομαι εγώ; παραμιλούσε.

– Παράξενο…

– Τι;

– Συνήθως φοβούνται το νερό, αυτός το απολαμβάνει.

– Είναι και γατάκι-μοτεράκι, ακούς! του έλεγε η Νάντια, τυλίγοντάς το στην πετσέτα.

– Πάμε να το ταΐσουμε!

Το γατί, φαγωμένο, κοιμάται δίπλα. Ο Βίκτωρ σα να περίμενε.

– Νάντια, τι νέα;

Βαθιά ανάσα. Ας το πει τώρα.

– Χωρίζουμε, Βίκτωρ.

– Τι βλακείες είναι αυτές;

– Δεν μπορώ να κάνω παιδιά. Κι είναι δικό μου φταίξιμο. Εσύ έχεις χρόνο. Βρες κάποιον να γίνεις μπαμπάς.

Ο Βίκτωρ την κοίταζε σαν να την έβλεπε πρώτη φορά.

– Όλα είναι έτσι; Σαν μηχανή πάρε μια άλλη, αν θέλεις; Σαγαπώ, αυτό δεν καταλαβαίνεις; Τα παιδιά δεν είναι για όλους το βασικότερο. Εσύ είσαι το βασικό. Αλλά εσύ τα αποφάσισες όλα, ε;

Πήρε το γατί υπναλέο και βγήκε.

– Θα κοιμηθώ στο γραφείο. Καληνύχτα.

Η Νάντια αναρωτήθηκε ίσως τώρα να λέει αυτά, μετά από χρόνο θα αλλάξει κάτι; Μερικές νύχτες δεν κοιμήθηκε καλά.

Ξημέρωσε με δυσκολία, τυλιγμένη στο καναπέ με μια κουβέρτα. Σηκώθηκε μες στο μεσημέρι, βρήκε ένα σημείωμα „Γυρνάω, θα μιλήσουμε. Μην τολμήσεις να φύγεις. Σ αγαπώ.”

Το γατί την παρακολουθούσε με μεγάλα μάτια.

– Τι θέλεις εσύ, ε; Πάμε για καφέ!

Πήγε να κάνει καφέ και συνειδητοποίησε ότι σήμερα ένιωθε πιο ανάλαφρη. Ίσως ειχε βοηθήσει το σημείωμα, ίσως ο χρόνος σιγά σιγά γιατρεύει. Επικοινώνησε με τη δουλειά της, πήρε άδεια, έκλεισε κομμωτήριο, νύχια, βγήκε βόλτα.

Βρεγμένη ως το κόκκαλο μπήκε μετά στη σειρά στο κομμωτήριο. Διάβαζε περιοδικά με θέματα παιδιά, μητρότητα. Είδε μια φωτογραφία αγοριού με τεράστια πράσινα μάτια. Κάτι τη χτύπησε, ένιωσε οικειότητα. Διάβασε την ιστορία του. Κάποιο ορφανοτροφείο, περίμενε γονείς.

Η κομμώτρια την έψαχνε, μα η Νάντια είχε φύγει, παίρνοντας το περιοδικό μαζί.

Έτρεξε στο γραφείο του Βίκτωρα.

– Κοίτα! του έβαλε μπροστά τη φωτογραφία.

– Ποιος είναι αυτός;

– Δεν ξέρω, έχει μόνο ηλικία κι όνομα. Δες!

Τον έσυρε μπροστά στον καθρέφτη. Ο μικρός ήταν ίδια κόπια του Βίκτωρα, μόνο με διαφορά ετών.

– Απίστευτο, έτσι; Δεν θέλω πια να αναβάλω τίποτα!

Περίμεναν έξι μήνες και πήγαν και πήραν το μικρό Στέλιο από το ορφανοτροφείο. Και δύο χρόνια μετά βρήκε σε αντίστοιχο περιοδικό τη μικρή Κατερίνα έναμισι ετών. Έγινε η μαμά της. Πέντε χρόνια πέρασαν και, ενώ θεωρούσε ότι πέρασε σε πρώιμη εμμηνόπαυση, ο γιατρός τη σοκάρισε:

– Συγχαρητήρια, έχετε εγκυμοσύνη!

Η μικρή Χριστίνα ήρθε ακριβώς στην ώρα της.

Η Ιωάννα, πρόλαβε και είδε τη Χριστίνα. Έφυγε έναν χρόνο μετά από βαριά ασθένεια, αλλά μέχρι το τέλος έκανε ό,τι μπορούσε για τα εγγόνια της.

– Είστε η χαρά μου… Η ζωή μου είστε εσείς…

Τακτοποιώντας θλιμμένη το πατρικό, η Νάντια βρήκε μια κουτί βαθιά στο ντουλάπι. Το άνοιξε και ξέσπασε τα παλιά μποτάκια της μητέρας της, τα είχε κρατήσει! Τα αγκάλιασε κλαίγοντας δυνατά.

– Μαμά! Είσαι καλά; έτρεξε ο Στέλιος.

Η Κατερίνα, βλέποντας τη μαμά να κλαίει, κάθισε στις φτέρνες της, κι όταν δεν βρήκε τα μάτια της, την αγκάλιασε από τον λαιμό κι άρχισε να κλαίει κι εκείνη.

Η Χριστίνα, χωρίς να πολυσκεφτεί, άνοιξε το στόμα και έβαλε το δικό της κλάμα. Ο Βίκτωρ κατέβηκε από την κουζίνα, αντάλλαξε βλέμμα με τον Στέλιο και έβαλε τάξη:

– Σςςς! Για όνομα! Τι έγινε, γυναίκα μου;

Όλα έπαψαν. Η Νάντια έδειξε τα μποτάκια.

– Τα κράτησε… φαντάζεσαι; Τόσα χρόνια…

Στο ράφι βρήκε πρίκα, σεντόνια, πετσέτες. Η μαμά, ενώ είχε φύγει, την είχε φυλάξει για αυτήν. Και τώρα, η μυρωδιά λεβάντας ακόμα υπήρχε.

– Βίκτωρα, πώς γίνεται; Ο άνθρωπος φεύγει, όλα μένουν! Γιατί αναβάλλουμε; Γιατί δεν ζούμε το τώρα, περιμένουμε την ευκαιρία, το „σωστό”; Που ίσως ποτέ να μην έρθει;

Ο Βίκτωρ απλώς την αγκάλιασε.

Η Χριστίνα στροβιλίστηκε δίπλα της, αγκαλιάζοντάς της το πόδι:

– Μαμά!

Η Νάντια πάγωσε – η μικρή της φώναζε για πρώτη φορά μαμά.

– Πες το ξανά!

– Μαμά! πήδηξε στα χέρια, την αγκάλιασε.

Ο Στέλιος και η Κατερίνα χειροκρότησαν.

– Τελικά, „μαμά” είπε! χαμογέλασε ο Στέλιος.

– Οπότε, θα πάμε στον ζωολογικό κήπο!

– Πότε; χοροπηδούσε η Κατερίνα.

– Γιατί να περιμένουμε; φιλώντας τη μικρή, η Νάντια της ψιθύρισε. Ό,τι μπορείς, το σήμερα, όχι αύριο. Πάμε τώρα.

Ήξερε τι μπορεί να μείνει για αργότερα τα άχρηστα, όχι η ζωή.

Οδηγώντας άκουγε τα γέλια των παιδιών. Δεν ήξερε τον τρόπο να κάνει τα παιδιά της ευτυχισμένα ποιος το ξέρει; Αλλά ελπίζει να τους μάθει αυτή την απλή αλήθεια: Μη ζείτε αναβάλλοντάς τα όλα για μετά. Γιατί το „μετά” είναι σπάνιο και ανατρεπτικό. Εκεί που νομίζεις πως ήρθε, ξαφνικά, χάνεται.

– Και παγωτό;

– Τώρα; απόρησε ο Στέλιος. Δεν φάγαμε!

– Προλαβαίνουμε. Τι λέτε;

– Ναι! φώναξαν. Ο Βίκτωρ χαμογέλασε.

– Πολύ τους καλομαθαίνεις, μαμά…

– Μα τι να κάνουμε, μπαμπά! Πότε αν όχι τώρα;

Γράφοντας το βράδυ στο ημερολόγιό μου θυμάμαι: Να ζεις το σήμερα και να μην αφήνεις τη χαρά για αργότερα. Γιατί ίσως το αύριο να μη φτάσει ποτέ.

Oceń artykuł
Αναβλημένη Ζωή