Η περίπλοκη ευτυχία

Δύσκολη Ευτυχία

– Δηλαδή τι εννοείς, χωρίζουμε; Ντίνο, λες αστεία τώρα;

Η Αριάδνη κοίταζε τον άντρα της λες και είχε ξυπνήσει σε όνειρο γεμάτο ψιλόβροχο και σκιστούς ουρανούς. Χωρισμός; Έπειτα από σχεδόν είκοσι πέντε χρόνια μαζί; Μετά από μήνες ετοιμασιών για τη γιορτή τους; Δήθεν επέτειος σε λίγες μέρες… ή μήπως όχι πια; Μυρμήγκιαζαν οι σκέψεις της. Τι θα απογίνουν όλα τα τραπέζια στις προσκλήσεις, τα ξαδέρφια να καταφθάνουν απ τη Ρόδο, οι φίλοι να ρωτούν τι δώρο θέλει και η αγαπημένη φίλη, η Ανθούσα, να έχει ήδη στείλει πακέτο από το Βόλο. Δεν θα έρθει, φυσικά. Έκτο μήνα, έγκυος ποια μπαίνει αεροπλάνο έτσι; Θα τα πούνε αργότερα, σε άλλο γλέντι. Η Ανθούσα, βλέπεις, έπαιξε μεγάλο ρόλο τότε. Αυτή σύστησε την Αριάδνη στον Ντίνο, συμφοιτητή της. Και στο γάμο έσκουζε πιο δυνατά απ όλους: «Γλυκό φιλί!», κρυμμένη πίσω απ την ανθοδέσμη της νύφης που η Αριάδνη προσέφερε χωρίς να την πετάξει.

– Τι κάνει ο Κώστας σου, πού πηγαίνει το παλικάρι; Με τέτοια κοπέλα μπορεί να αργήσει;

– Όλα θέλουν τον καιρό τους, Αριάδνη η Ανθούσα ίσιωνε τα μαλλιά της φίλης της με το συνηθισμένο ύφος. Δεν έχει ωριμάσει ακόμα. Θέλεις πράσινο άνδρα; Να βαρεθούμε και να χωρίσουμε σε δυο χρόνια; Και μετά όλα αυτά μοιρασιές, παιδιά, συγγενείς… Θα περιμένω τα ώριμα!

– Δύο χρόνια σχεδίασες μπόλικα, βρε Ανθούσα! – φώναζε η Αριάδνη στα γέλια, κοιτώντας την καθώς διόρθωνε το μακιγιάζ της.

– Δε μου αρέσει να ζω μισά αν είναι να κάνω πράγματα, να τα κάνω σωστά!

– Και τα παιδιά, Ανθούσα; Όλα μονομιάς; Όχι ένα-ένα;

– Δίδυμα θέλω! Ώστε να τελειώσω μια και καλή! Και στις δυο οικογένειες υπάρχουν, οι πιθανότητες με το μέρος μου. Και μετά τα μεγαλώνεις…

– Δυο πιο εύκολο από ένα!

– Γιατί; ρώτησε με περιέργεια η Αριάδνη. Η Ανθούσα πάντα έβρισκε τρόπο να γυρίζει τα πάντα υπέρ της. Ακόμα και ως κοριτσάκια, όταν πείραζαν τους μεγάλους, μόνο η Ανθούσα δεν την πλήρωνε ποτέ.

– Εύκολα υγιής ανταγωνισμός, παρέα για παιχνίδι, τιμητική θέση μάνας της χρονιάς! Θες κι άλλα επιχειρήματα;

Γέλια, βεβαιότητα πως η Ανθούσα θα αποκτούσε ό,τι ήθελε. Κι έγινε, μόνο που το σύμπαν είχε μεγαλύτερη αίσθηση του χιούμορ και της έδωσε τρίδυμα. Η Ανθούσα ανταποκρίθηκε τέλεια η οικογένεια του συζύγου τη λάτρεψε.

Η Ανθούσα ήταν πάντα η ισορροπία, ήρεμη, αλλά πάντα παρούσα όταν κάποιος χρειαζόταν βοήθεια. Συνήθως, η βοήθεια είχε τη μορφή διακριτικής γκρίνιας προς τον άντρα της, ώστε να επισκευάσει ντουλάπια της πεθεράς ή να καθαρίσει τζάμια! Έτσι, όταν η Ανθούσα χρειάστηκε χέρια για τα μωρά, υπήρχαν δύο γιαγιάδες κι ένας παππούς έτοιμοι να προσφέρουν.

Η Αριάδνη την θαύμαζε͘ αναρωτιόταν πώς κατάφερνε να τα συνδυάζει, αφού η ίδια στραγγιζόταν να αποφασίσει ακόμα και μεταξύ μπλε ή κόκκινου καλτσόπανου στον παιδικό σταθμό.

– Αλλά εσύ, άμα πάρεις απόφαση, την τηρείς της έλεγε η Ανθούσα. Είσαι συντηρητική, το πιο σταθερό πράγμα που γνωρίζει κάποιος!

Σταθερή… Πώς να της πει για τον Ντίνο; Για μια ζωή μαζί χωρίς παιδιά, μια σιωπηλή συμφωνία; Είχε γίνει εθελόντρια σε ιδρύματα, αλλά ποτέ δεν μπόρεσε να πάρει παιδί σπίτι. Όχι από έλλειψη θέλησης ή πόρων φοβόταν μη δεν καταφέρει να αγαπήσει σωστά όπως πρέπει μάνα.

– Δεν βρήκες ακόμα το δικό σου παιδί, την άκουσε στην κουζίνα του ιδρύματος διευθύντρια, Ευγενία. Θα καταλάβεις· εκεί χάνεσαι, τίποτα δεν θα σε σταματήσει.

– Και αν δε βρω; αποκρίθηκε ανακατεύοντας πακέτα με γλυκά για τα παιδιά. Αν δεν είμαι φτιαγμένη για μάνα;

– Τότε, καλύτερα να μην το παίρνεις. Η απάντηση γαλήνια, που πλάκωσε την ψυχή της Αριάδνης. Καλύτερα έτσι παρά να πληγώσεις ένα παιδί που νομίζει πως το θες.

– Τον Μιχάλη εκεί τον βλέπεις; Δυο φορές τον επέστρεψαν.

– Θεέ μου! Είναι τόσο μικρός!

– Έξι θα γίνει. Πρώτα τον υιοθέτησαν, μετά γέννησαν δικό τους παιδί. Τον ξανάφεραν. Μετά, μια οικογένεια με πέντε παιδιά δεν άντεξαν. Στο τέλος, ο μικρός κάθισε σε μια γωνία και αρνιόταν να φάει. Ζητούσε να επιστρέψει στο ίδρυμα επειδή δεν τον αγαπούν.

Η ιστορία αυτή άνοιξε μέσα της μαύρη τρύπα. Το μόνο που τη συγκράτησε να μη ζητήσει τα χαρτιά του Μιχάλη ήταν η φίλη της: Είσαι σίγουρη πως έφτασες την αγάπη; Μήπως θες μόνο να νιώσεις ότι βοηθάς; Αν είναι έτσι, μην το πάρεις πάνω σου. Δοκίμασε με ένα από τα δικά μου για λίγο!

Η Αριάδνη αρνήθηκε, αλλά ο Μιχάλης της έμενε στο μυαλό σαν σήμαντρο πως πρέπει να ζει κανείς χωρίς να πονάει άλλους.

Ένα παράξενο κρύο τρυπούσε ώρες το δωμάτιο. Μήπως να βοηθήσω τον Ντίνο να μαζέψει ρούχα; Να βάλω μπουντούζια κι ένα κασκόλ; Ο καιρός είναι παράξενος εδώ στη Θεσσαλονίκη… Γιατί να μην ήμουν στη γενέτειρα, να χω ήλιο στην Καλαμάτα, με τη μαμά μου να πάμε βόλτα στον Ταΰγετο, μόνες μας μες στην ελευθερία…. Μα η μαμά δε ζούσε πια, κι ο Ντίνος… τώρα επίσης ήταν απών.

Αυτή η ελευθερία της ακουγόταν άχρηστη. Θα προτιμούσε τον άντρα της, καφέ κάθε πρωί και μετά τα μεσάνυχτα, αυθόρμητες εξορμήσεις σε θέατρο ή εξοχή. Δεν είχαν ποτέ ιδιαίτερα πλάνα. Οι πιο ωραίες μέρες ήταν οι τυχαίες: ένα τηλέφωνο, „Τι κάνεις;”, „Πνίγομαι, ραντεβού, τράπεζα…”, „Άσ τα… πάμε βόλτα;”

Κι όντως. Μέσα στη βροχή, στα σκιερά δάση του Ωραιοκάστρου, περπατούσαν χωρίς λόγια και το μόνο που υπήρχε ήταν το τώρα.

Μα αυτό το όχι πια είχε μπει στη ζωή της. Ο Ντίνος θα χε, λέει, μέλλον κι η διάδοχη του, μια Ελένη με παιδί στην κοιλιά. Το βάσανο ήταν αβάσταχτο: Ή μήπως πάντα το έβλεπα λάθος;.

Η Αριάδνη στάθηκε στην κουζίνα αγκαλιάζοντας τα γόνατά της στη ζεστή μπαταρία, όσο ο Ντίνος μάζευε στα συρτάρια. Την έπιασε τρέμουλο, ώσπου η μία και μοναδική γλάστρα στο σπίτι της, δώρο της Ανθούσας, ίσα που πήγε να πέσει. Όταν έκλεισε η πόρτα, η Αριάδνη κατέρρευσε και το χώμα, ανακατεμένο με θραύσματα, της έδωσε την αίσθηση πως ήρθε το σωστό τέλος. Όλα μαύρα πια. Το φως έλειπε· αυτός είχε φύγει στ αλήθεια.

Με τρυπημένα πόδια απ τα κομμάτια πήγε ως το υπνοδωμάτιο, πήρε το κινητό, σχεδόν ζώα έκλαψε στην Ανθούσα: Ήρθε το τέλος. Η Ανθούσα ήξερε – δεν ζήτησε εξηγήσεις.

– Έρχομαι αύριο.

– Όχι! Δεν θ’ αντέξω να σου τύχει κάτι κι εσένα, σε παρακαλώ… Περίμενε… Μήπως ήξερες;

– Το χα ψηλιαστεί… Στην τελευταία επίσκεψη ο Ντίνος με κοιτούσε παράξενα. Αριάδνη, όλα για καλό είναι…

– Το καλό ποιο; Τι μου έμεινε; Τίποτα. Η ζωή μου πήγε στράφι…

– Αγόρασε ένα φόρεμα.

– Τι;!

– Αυτό ακριβώς. Το κόκκινο, που σου κανε καρδιά να το πάρεις. Τώρα να το πάρεις. Μετά πάρε το αεροπλάνο. Μη μένεις σπίτι! Έλα, θα ανέβουμε τα Ζαγοροχώρια. Αν δε θες να με θυμώνεις έγκυο, κάν το.

Η Αριάδνη γέλασε για πρώτη φορά μέσα στη θύελλα. Ο καθρέφτης αντανακλούσε μια γυναίκα κουρασμένη, μα όχι χαμένη υπήρχε ακόμα μέσα της ένας μικρός λωτός αντοχής. Ποιος είπε πως δε θα ξανατραβήξω μάτια έτσι πάνω μου; Ήταν η ώρα.

Ακύρωσε απ το κινητό όλες τις εκκρεμότητες, έδωσε το +20% για ακύρωση ταβερνείων και catering, γραμμή για το φόρεμα, ύφασμα κρασί φλόγα να κάψει τα γκρίζα της ψυχής της.

Το ταξίδι στα βουνά με την Ανθούσα παράξενο και σουρεάλ στα μονοπάτια μιλούσαν επί ώρες ή σιωπούσαν. Η Ανθούσα οργάνωνε τη σκέψη της φίλης τόσο, που το μεγάλο γινόταν ασήμαντο, κι η Αριάδνη ένιωθε την ανία να ξεθυμαίνει.

Της είπε: Τι μένεις πίσω; Οργανώσου εδώ. Και δουλειές υπάρχουν. Ο πατέρας σου μεγάλωσε. Μείνε δίπλα του, φτιάξε ό,τι λείπει.

Σε λίγο καιρό, Αριάδνη υπέγραψε τα χαρτιά του διαζυγίου, πούλησε διαμέρισμα και μικρό αυτοκίνητο, έκλεισε το παιδικό κέντρο, τράβηξε κουρτίνα και έθαψε τον Ντίνο στο κινητό.

Η Αθήνα την υποδέχτηκε με άρωμα νεραντζιάς και αναγεννητική Πεντέλη. Πήρε διαμέρισμα κοντά στον πατέρα, που βρήκε ταίρι στη ζεστή Λούλα. Αριάδνη μοιράστηκε τη χαρά, βλέποντας τον πατέρα να χαμογελάει ξανά.

Τα χρόνια πέρασαν σαν λεπτές στάλες βροχής στην Πλάκα. Άνοιξε δυο παιδικά κέντρα, ονειρεύτηκε, παραμέλησε τη θλίψη της ενώ είχε επιτέλους ένα σκύλο τον Αίαντα, μαύρο με άσπρο μούτρο, που έτρεχε τις νύχτες μαζί της.

Οι στιγμές που τις έλειπε ο Ντίνος έρχονταν καθώς έσβηνε το φως άνθρωπέ μου, πότε θα ξεπεράσω αυτή τη σκιά;. Δεν τον διέγραφε απ την ψυχή της.

Ένα μπέρδεμα με τους φόρους ανάγκασαν στην Αθήνα ταξίδι εκ νέου, για γραφειοκρατία μα επιτέλους, ελευθερία! Επισκέφθηκε την παλιά γειτονιά. Το παιδικό της κέντρο δούλευε ακόμα, τα παιδιά ζωγράφιζαν ή γκαρίζανε σαν λιοντάρια. Βγήκε έξω, περιδιάβηκε το πάρκο, βρήκε τον Ντίνο εκεί, λευκό πια, σκυμμένο, να κουνά καρότσι μπρος-πίσω.

Τον πλησίασε: Ντίνο…;

Σηκώθηκε, μικρός απ τον πόνο. Γεια σου, Αριάδνη. Κάθισε δίπλα του.

– Πώς είσαι;

– Δεν είμαι καλά. Μόνος έμεινα. Έκανα βλακεία, έχασα τα πάντα.

– Λες ψέματα έχεις παραπάνω απ όσα άφησες σε μένα…

Του έδειξε το καρότσι.

– Κορίτσι ή αγόρι;

– Κόρη. Η Εύα…

– Νέα σύζυγος, παιδί… Τι σου λείπει;

– Δεν υπάρχει πια. Η Μίλα πέθανε στη γέννα…

Εκείνη η καινούρια, το πρόσωπο του τέλους… Η Αριάδνη παραξενεύτηκε που την έπιασε λύπη – μια κοπέλα που όρμησε σε έναν άντρα ελεύθερο, πάνω σε ένα ξεφάντωμα χρόνου.

Έμειναν σιωπηλοί μέχρι που η μικρή Εύα ξύπνησε κι οι λάμπες του πάρκου κάνανε παρέα τ αστέρια στο σκοτεινό όνειρο.

Η Αριάδνη κοίταξε το παιδί αλήθεια, της επέστρεψε η φωνή της Ευγενίας: Όταν βρεις το παιδί σου, θα το καταλάβεις.

Έξι μήνες μετά, στο γραφείο της διευθύντριας ιδρύματος στην Καισαριανή, κάθισε ο Μιχάλης, μαυρομάλλης, σοβαρός.

– Ήρθα να σε πάρω. Θες να μείνεις μαζί μου;

– Δεν ξέρω. Δεν νομίζω πως θα με κρατήσεις.

Την κοιτούσε αδιάφορος. Πήρε φωτογραφίες.

– Αυτός είναι ο άντρας σου;

– Ναι.

– Αυτή η κόρη σου;

– Όχι, Μιχάλη. Όχι δική μου.

– Εσύ θα με γυρίσεις πίσω.

– Γιατί;

– Όλοι το κάνουν.

– Εγώ, όχι. Θες να σου πω γιατί;

– Γιατί…

– Γιατί ξέρω πώς είναι να σου παίρνουν τα πάντα, να μη σε αγαπάει κανένας.

– Ξέρω…

– Ξέρεις τι σημαίνει „μάνα”, Μιχάλη;

– Όχι…

– Αυτή που δε θα αφήσει ποτέ να πονέσεις έτσι ξανά.

– Με λυπάσαι;

– Όχι. Δεν θέλω να σε λυπάμαι. Θέλω να σ αγαπάω. Και θέλω η Εύα να έχει αδερφό δυνατό, γενναίο, να τη φροντίζει. Θα τα καταφέρουμε;

Ο Μιχάλης άγγιξε με δισταγμό το κόκκινο της της μεταξωτής ρόμπας της. Μου αρέσει, είπε.

– Εμένα μου έδωσε φως όταν όλα ήταν σκοτεινά. Σε μένα, Μιχάλη, δε θα λέμε δοκιμάζω θα κάνουμε ό,τι μπορούμε. Θες να βοηθήσεις; Γιατί κι εγώ πρώτη φορά θα το ζήσω να είμαι μάνα…

Ο Μιχάλης έγνεψε ναι.

Δύο χρόνια αργότερα, η Αριάδνη, ο Μιχάλης και η μικρή Εύα σκαρφάλωναν μονοπάτια στον Παρνασσό. Ο Μιχάλης φρόντιζε την αδερφή του που ξεγλιστρούσε παντού.

– Εύα! Εκεί υπάρχουν λύκοι!

– Δεν έχει, ψέματα!

– Και αρκούδες! Διψασμένες.

– Δεν τις τάισε η μαμά;

– Όχι, δεν ξέρουν να φτιάχνουν χυλό.

– Η δική μας ξέρει.

– Να τις φέρουμε στο σπίτι, να τις ταΐσει η μαμά!

– Μαμά! Η Εύα λέει να μαγειρέψεις χυλό για τις αρκούδες.

– Μανάρι μου, εσύ δεν θες καν τη δική σου με σβόλους!

– Ε, ας τους δώσω το δικό μου!

Λίγο αργότερα, η Εύα κούρνιασε στον μπαμπά, η Αριάδνη χάιδεψε το κεφάλι του Μιχάλη.

– Μην ανησυχείς, παλικάρι μου. Θα τα βρουν κι οι λύκοι και οι αρκούδες!

Το γέλιο αντήχησε στο δάσος, πήρε τα βουνά, κι η μέρα φάνταζε γεμάτη φως για μια οικογένεια που ξεκίνησε σ ένα παράξενο, παράλογο, όνειρο.

Oceń artykuł
Η περίπλοκη ευτυχία