Η γνωριμία, λοιπόν, έγινε…
– Αλέξη, τι έχεις; με ρώτησε η Ελένη μετά από λίγα λεπτά σιωπής στο τραπέζι της κουζίνας της. Είσαι πολύ παράξενος σήμερα. Το πρόσωπό σου έχει χάσει το χρώμα του… Είσαι καλά;
– Ναι, όλα καλά, της αποκρίθηκα συγκρατώντας τον εαυτό μου. Άφησα προσεκτικά το πιρούνι δίπλα στο πιάτο μου και έπιασα το ποτήρι με το χυμό μήλου, προσπαθώντας να καθυστερήσω τη στιγμή που θα έπρεπε να της απαντήσω.
*****
Στάθηκα έξω από την είσοδο της πολυκατοικίας της Ελένης, κρατώντας τη μεταλλική πόρτα, έτοιμος να την τραβήξω προς το μέρος μου. Όμως, τελευταία στιγμή, κάτι με κράτησε. Δεν είχα όρεξη να μπω μέσα. Ήξερα πως με περίμεναν είχα ήδη υποσχεθεί στην Ελένη πως θα ερχόμουν για φαγητό αλλά το άγχος ήταν τόσο έντονο, που αισθανόμουν παγιδευμένος.
Ντρεπόμουν. Ένιωθα σαν έφηβος μαθητής που τον σηκώνουν πρώτη φορά στον πίνακα. Και φυσικά, το μόνο που είχα να κάνω ήταν να ανοίξω απλά την πόρτα, να ανέβω στον τρίτο όροφο, να βρω το διαμέρισμα 36…
Κι όμως, κάτι μ εμπόδιζε.
Κάποιος άγνωστος φόβος δέσμευε τα πόδια και τα χέρια μου, κι έτσι απλώς ήθελα να φύγω γρήγορα είτε για το σπίτι μου, είτε όπου αλλού στην Αθήνα, μακριά από δω.
– Γιατί το δέχτηκα όλο αυτό; μουρμούρισα καθώς έκανα δυο βήματα πίσω. Σίγουρα, δε θα με εγκρίνουν.
Κοίταξα προς τα ψηλά· το φως στο τρίτο πάτωμα έλαμπε πιο έντονα από τα υπόλοιπα της πολυκατοικίας. Ένα φωτεινό σημάδισαν φάρος, για να βρω τον δρόμο μου ως εκεί.
Είχα φτάσει, αλλά δεν ήθελα ν ανέβω. Το μόνο που με σταματούσε ήταν η σκέψη πώς θα αισθανθεί η Ελένη αν φύγω τώρα. Μου είχε ζητήσει να έρθω· της το υποσχέθηκα.
*****
«Αλέξη, θέλω να σε προειδοποιήσω για κάτι Μη φοβηθείς, μου είπε χτες το βράδυ η Ελένη. Οι γονείς μου θέλουν να σε γνωρίσουν».
Ήμουν με την Ελένη στο Γιασεμί στου Ψυρρή, τρώγαμε και συζητούσαμε τα Σαββατοκύριακα μας. Και ξαφνικά οι γονείς της Ελένης θέλουν να με γνωρίσουν. Έμεινα με μια μπουκιά στο στόμα, προσπαθώντας να καταλάβω αν κάνει πλάκα ή αν μιλάει σοβαρά.
Δεν υπήρχε κάτι περίεργο σ αυτό, το αντίθετο. Το φυσιολογικό είναι οι γονείς να θέλουν να δουν τον υποψήφιο γαμπρό της κόρης τους. Παράξενο θα ήταν αν έλειπε η πρόσκληση.
Αλλά…
…φοβόμουν πως δε θα τους αρέσω. Συγκεκριμένα, πως δε θα με εγκρίνουν σαν γαμπρό. Και δεν ήταν καθόλου παράλογη η φοβία μου.
Υπήρχε λόγος. Και καλός μάλιστα.
Η μητέρα της Ελένης η κυρία Σοφία ήταν για χρόνια καθηγήτρια στο ΕΚΠΑ, έφτασε μέχρι πρύτανης, και τώρα είχε θέσει στο Υπουργείο Παιδείας. Ο πατέρας, ο κύριος Νικήτας, είχε κάνει καριέρα ως πολιτικός μηχανικός, ξεκίνησε από υπάλληλος σε μεγάλο γραφείο κι έφτασε να έχει δική του κατασκευαστική, με άκρες μέχρι τον δήμαρχο της πόλης.
Η ίδια η Ελένη, στα 32 της, είχε ήδη αναλάβει προϊσταμένη σε νομικό τμήμα μεγάλης χρηματοοικονομικής εταιρείας.
Κι εγώ στα 35 μου; Ένας απλός συστημικός διαχειριστής στο Μαρούσι χωρίς πτυχίο. Μπορεί να έβγαζα μια χαρά λεφτά, αλλά για προοπτική; Καμιά. Πώς να σταθώ δίπλα στους γονείς της Ελένης; Τι να τους πω; Πώς να τους κοιτάξω στα μάτια;
Ίσως αναρωτιέστε πώς τα κατάφερα να γνωρίσω την Ελένη. Καθαρή σύμπτωση.
Εκείνη τη μέρα είπα να περπατήσω στην Πλατεία Προσκόπων, στο Παγκράτι. Τυχαία βρέθηκε κι εκείνη να κάνει βόλτα, με δυο φίλες της. Οι φίλες πήγαν να πάρουν παγωτό καϊμάκι και η Ελένη έμεινε στη θέση της, στην παγκάκι, για να κρατήσει σειρά και να τηλεφωνήσει στη μαμά της.
Κι ενώ μιλούσε η Ελένη στο τηλέφωνο, ένας νεαρός σε ηλεκτρικό πατίνι ήρθε με φόρα πάνω της. Ήταν πιωμένος και δεν έκοβε ταχύτητα. Την τράβηξα εγκαίρως από το χέρι. Ο πατίνι-μαν παρ’ ολίγο να πέσει πάνω της, πέρασε σαν αστραπή και τσακίστηκε σε έναν κάδο σκουπιδιών.
«Τι κάνεις, άνθρωπέ μου;» φώναξε αγχωμένη η Ελένη.
Όταν κατάλαβε τι έγινε, με κοίταξε αλλιώς αν δεν την έσωζα, θα είχε χτυπήσει σοβαρά…
Όσο οι φίλες έπαιρναν παγωτό, εμείς πιάσαμε κουβέντα και ανταλλάξαμε κινητά. Από τότε, εδώ και έξι μήνες, είμαστε ζευγάρι.
Σε όλα αυτά σκεφτόμουν, προσπαθώντας να χωνέψω την ιδέα ότι θα γνωρίσω τους γονείς της.
Κάποτε έχασα μια μεγάλη αγάπη επειδή με θεώρησαν τυχοδιώκτη. Φοβόμουν πως θα ξαναζήσω το ίδιο με την Ελένη…
– Αλέξη, τι έπαθες; με ρώτησε λίγο αργότερα η Ελένη. Έχεις ασπρίσει, όλα καλά;
– Όλα εντάξει, της είπα, μαζεύοντας τις σκέψεις μου. Άφησα το πιρούνι, πήρα μια γουλιά χυμό μήλου και αναστέναξα.
– Θα έρθεις, λοιπόν;
– Πού να έρθω;
– Σπίτι μου, χαμογέλασε η Ελένη. Η μαμά θα φτιάξει γιουβέτσι, καυτή σπανακόπιτα, και ο μπαμπάς Ο μπαμπάς θα φέρει σπάνιο κρασί από τη Σαντορίνη. Δεν θέλω τίποτα από εσένα. Θέλω να έρθεις.
– Να σου πω την αλήθεια φοβάμαι πως οι γονείς σου δε θα σε εγκρίνουν.
– Γιατί;
– Είμαι απλός άνθρωπος, χωρίς πτυχίο. Ξέρω μόνο να φτιάχνω υπολογιστές και να σώζω σκληρούς δίσκους. Τι να τους πω; Αυτοί θέλουν σίγουρα επιχειρηματία ή βουλευτή για γαμπρό. Εγώ τι πιθανότητες έχω;
– Μην ανησυχείς! με έπιασε τρυφερά το χέρι. Είναι πιο απλοί κι ανθρώπινοι απ όσο νομίζεις. Σε περιμένω αύριο στις εφτά. Μην αργήσεις.
– Εντάξει, της είπα, αν και μέσα μου δεν ήμουν καθόλου σίγουρος αν θα πάω.
*****
Και να μαι, επόμενο απόγευμα, να στέκομαι έξω από το σπίτι της Ελένης. Ώρα 18:55, κρύο στην πλατεία. Κι εγώ… δεν ξέρω τι να κάνω.
Ήξερα ότι θα πρέπει κάποια στιγμή να τους γνωρίσω ήθελα να παντρευτώ την Ελένη! Αλλά σήμερα ένιωθα εντελώς ανετοιμος.
Είχα μια υποσχεση για μετάθεση σε καλύτερο πόστο στην νέα εταιρία σε λίγους μήνες, και είχα ελπίδες πως έτσι θα φαινόμουν πιο καλός στα μάτια των γονιών της Ελένης.
Ήμουν έτοιμος να κάνω μεταβολή, όταν ένιωσα το κινητό μου να δονείται.
Ήταν η Ελένη.
– Γεια σου, Αλέξη, φώναζε χαρούμενα. Ολα ετοιμάζονται! Ο μπαμπάς μου αργεί λίγο, αλλά φτάνει όπου να 'ναι. Εσύ που είσαι; Θα έρθεις;
– Εε Ναι, κάπου εδώ έσφιξα τα δόντια μου.
– Δεν σε ακούω καλά. Έρχεσαι;
– Έρχομαι, ναι, σιγά-σιγά.
– Αλέξη μου, αν σκέφτεσαι όσα έλεγες χτες, σταμάτα. Όλα θα πάνε καλά, στο υπόσχομαι. Θέλεις να κατέβω να σε φέρω;
– Όχι, όχι ανεβαίνω σε λίγο.
– Σε περιμένουμε όλοι μαζί!
Έκλεισα το τηλέφωνο, κάθισα λίγο στο πεζούλι και προσπαθούσα να εφεύρω μια σοβαρή δικαιολογία για να μην εμφανιστώ.
Τίποτα, όμως· το μυαλό μου κενό.
«Να σου τύχει τώρα και να πέσω πάνω στον κύριο Νικήτα στην είσοδο» σκέφτηκα με πανικό, και αποφάσισα να κάνω μια βόλτα γύρω από την πολυκατοικία.
Συναντώ έναν άγνωστο, του ζητάω ένα τσιγάρο· είχα κόψει το κάπνισμα, αλλά τώρα το ήθελα σαν παυσίπονο. Έπρεπε να συνέλθω.
Στη γωνία του κτιρίου, κάπνιζα και κοίταζα γύρω μου. Από τα δεξιά, κάδος, από τ αριστερά ένα άδειο οικόπεδο εκεί που κάποτε ήταν γκαράζ, μου είχε πει η Ελένη. Τώρα τοχαν γκρεμίσει, θα χτίσουν νέες κατοικίες.
Τίποτα ενδιαφέρον Εκτός από μια σκυλίτσα, ξαπλωμένη στη μέση του οικοπέδου. Περίεργο, σκέφτηκα. Αδέσποτος σκύλος, πιθανόν επικίνδυνος· κι αν επιτεθεί;
Κοιτώντας ξανά όμως, ησύχασα. Ο σκύλος με αγνοούσε· απλώς ήταν ξαπλωμένος πάνω στο παγωμένο χώμα. Τόσο αδύναμος και εξαντλημένος που ούτε που κουνιόταν.
Στην Αθήνα τέτοια ζώα υπάρχουν στα περισσότερα προάστια. Τον λυπήθηκα.
*****
Ο Τζόρντι (έτσι έλεγαν τη σκυλίτσα που παρατήρησα στην αλάνα), είχε μέρες να φάει. Παλιά, έμενε αλλού στη Νέα Σμύρνη, όπου μια γειτόνισσα κάπως τον φρόντιζε, αλλά
μία κυρία της πολυκατοικίας αποφάσισε ότι δεν του άξιζε να μείνει εκεί. Έγραφε συνεχώς μηνύσεις στον Δήμο, συγκέντρωνε υπογραφές
Κάποια στιγμή η γειτονιά χωρίστηκε στα δύο: οι να μείνει και οι όχι.
– Αυτό το αδέσποτο μπαίνει συνέχεια στην παιδική χαρά! Θα δαγκώσει κάποιο παιδί! Δείτε τα πεινασμένα μάτια του! φώναζε αυτή η κυρία.
Η αλήθεια; Τα μάτια του Τζόρντι ήταν θλιμμένα, όχι κακά. Ο πρώτος του άνθρωπος ήταν ένα αγοράκι, ο Πάνος. Τον είχαν βρει κουτάβι στον δρόμο και τον πήραν στο εξοχικό. Όταν όμως τέλειωνε το καλοκαίρι, τον άφησαν εκεί.
– Πού να τον έχουμε σε διαμέρισμα; έλεγαν οι γονείς. Ποιος θα του βγάζει βόλτα;
– Εγώ δεν θέλω απάντησε το παιδί.
Κι έτσι άφησαν τον σκύλο. Μετά από λίγο, μια άλλη γυναίκα τον βρήκε και τον πήρε στην Κυψέλη. Προσπάθησε να τον πουλήσει στη λαϊκή αγορά: Πιστέψτε με, είναι ράτσα, έλεγε. Όταν κατάλαβαν το ζευγάρι που τον πήρε ότι είναι απλός ημίαιμος, τον παράτησαν στη Σαρωνίδα.
Τουλάχιστον ήταν άνοιξη.
Από τότε ο Τζόρντι περιφερόταν μόνος στην πόλη ώσπου κατέληξε εδώ, σε μια ήσυχη γειτονιά στο Παγκράτι, όπου κανείς δεν τον χτύπησε και δεν υπήρχαν μεγάλοι αρσενικοί σκύλοι να τον κυνηγάνε.
Συχνά πήγαινε στην παιδική χαρά, κοιτούσε τα παιδιά· θυμόταν τον Πάνο και ελπίζε κι αυτός ότι κάποτε θα ξαναβρεί σπίτι.
Τα τελευταία, όμως, τον έδιωξαν οι φωνές, τα κλωτσίδια, οι πέτρες των ανθρώπων πείσμωσαν. Και μόνος του αποφάσισε να φύγει.
Τώρα είχε ξεμείνει στην αλάνα, στο κρύο τόση αδυναμία, που ούτε να σηκωθεί δεν μπορούσε. Είδε τον άντρα με το τσιγάρο, αλλά δεν ελπίζε τίποτα: Θα φύγει αμέσως μόλις τελειώσει το τσιγάρο του, σκέφτηκε.
*****
Έσβησα το τσιγάρο, πέταξα τον γόπα στον κάδο (η μητέρα μου πάντα έλεγε: Αν θες να δεις μια καλύτερη Ελλάδα, ξεκίνα από εσένα), και πήγα προς την είσοδο.
Την ώρα που περνούσε ένα ακριβό, μαύρο τζιπάκι, σκέφτηκα πως μπορεί να ήταν ο πατέρας της Ελένης. Ανησύχησα, έτρεξα προς την αλάνα και στάθηκα κοντά στον σκύλο, ξεχνώντας ότι ήταν εκεί.
Όμως η σκυλίτσα δεν χαμπάριασε. Ούτε που γύρισε να με κοιτάξει. Μήπως ήταν άρρωστη ή;
– Εσύ, καλά είσαι; της είπα χαμηλόφωνα.
Καμία αντίδραση.
Γονάτισα, άναψα το φακό του κινητού, και την ακούμπησα προσεκτικά. Ήταν ζωντανή ανέπνεε, αλλά με δυσκολία, παγωμένη ως το κόκαλο.
Αν δεν τη βοηθήσω, δε θα αντέξει τη νύχτα, σκέφτηκα, και χωρίς άλλη σκέψη, τη σήκωσα αγκαλιά. Προσπάθησα να μπω σε κάποιον ανοιχτό διάδρομο πολυκατοικίας, να τη ζεστάνω δίπλα στα καλοριφέρ, να φωνάξω ταξί για τον εφημερεύων κτηνίατρο.
Όλα όμως κλειστά.
Προχώρησα αποφασιστικά στον επόμενο δρόμο. Το κινητό αντηχούσε συνέχεια ήταν η Ελένη, αλλά δεν απάντησα.
Πέρασα έξω από το σπίτι της· κοίταξα το παράθυρο του τρίτου ορόφου. Ήξερα πως η Ελένη θα ήθελε να βοηθήσει, οι γονείς όμως; Δύσκολα να δεχτούν έναν μισοπεθαμένο σκύλο μέσα στο σαλόνι τους.
Έφτασα στη γωνία, μόλις τότε πλησίαζε το ακριβό αυτοκίνητο. Πρόβαλε ένας άντρας από το παράθυρο.
– Φίλε, χρειάζεσαι βοήθεια;
– Ε Βρήκα μια σκυλίτσα λιπόθυμη από το κρύο στην αλάνα. Ξέρετε αν υπάρχει εδώ κοντά εφημερεύων κτηνίατρος;
– Εδώ κοντά όχι, αλλά ξέρω έναν καλό στον Βύρωνα. Πήδα μέσα, να σε πάω.
– Εσείς; Θα μας πάρετε με το σκυλί;
– Φυσικά! Δεν είπες πως δεν έχουμε χρόνο; Πάμε να τη σώσουμε!
Ούτε που σκέφτηκα παραπάνω σε λίγο τρέχαμε με το τζιπ, ο οδηγός στο τηλέφωνο με κάποιον.
– Συγγνώμη, Ελένη… κάτι έτυχε, άργησα. Θα σου εξηγήσω μετά. Τον Αλέξη; Όχι, δεν τον είδα. Α, ούτε αυτός ήρθε; Τον κάλεσες; Δεν ξέρω πώς είναι, αλλά αν τον δω, θα σου πω.
– Μήπως σας βάζω σε μπελάδες; τον ρώτησα όσο οδηγούσε.
– Τι λες τώρα; Πες μου καλύτερα αν πήρε τα πάνω της η μικρή; Άνοιξε τα μάτια καθόλου;
– Ακόμα όχι. Αλλά αναπνέει βαριά.
– Πάμε λοιπόν πιο γρήγορα.
Δέκα λεπτά αργότερα ήμασταν στην κλινική του Βύρωνα, όπου μας περίμεναν. Ο οδηγός είχε ήδη ειδοποιήσει τον φίλο του, και μας πήγαν δίχως να περιμένουμε.
Πήραν τον Τζόρντι για τις πρώτες βοήθειες. Εγώ κάθισα στην αίθουσα αναμονής, τσέκαρα το κινητό δέκα αναπάντητες από Ελένη: „Αλέξη, πού χάθηκες; Καλά είσαι;”
Ήθελα να τηλεφωνήσω και να εξηγήσω, αλλά το μυαλό μου ήταν στη σκυλίτσα.
Δεν πρόλαβα καν να ευχαριστήσω τον άντρα που μας πήγε. Βγήκα έξω να τον βρω, αλλά είχε φύγει. Ξαναγύρισα, περίμενα. Είχα πάρει μια απόφαση αν όλα πάνε καλά, θα κρατήσω τον Τζόρντι. Αν όλα με την Ελένη πάνε στραβά, τουλάχιστον θα έχω έναν πιστό φίλο.
*****
Πέρασε περίπου σαράντα λεπτά. Το βλέμμα μου καρφωμένο στην πόρτα του εξεταστηρίου.
Ξαφνικά, φωνές στον γκισέ και μια φωνή πολύ γνώριμη. Κοιτάζω και να σου η Ελένη, μαζί με τη μητέρα της και τον άντρα με το τζιπ!
Ο άντρας με βλέπει και πλατύ χαμόγελο:
– Σ ταλεγα, κορίτσι μου, θα τον βρεις εδώ να περιμένει και να αγωνιά για το σκυλάκι!
Κατάλαβα αμέσως η κυρία Σοφία και ο κύριος Νικήτας, οι γονείς της Ελένης.
Η Ελένη τρέχει κοντά μου:
– Γιατί δεν μου απάντησες; Τρελάθηκα από την ανησυχία!
– Συγγνώμη, Ελένη, δικαιολογήθηκα σχεδόν ντροπιασμένος. Δεν ήθελα να φέρω αδέσποτο στο σπίτι σας.
– Πόσο χαζός είσαι! γελάει. Πόσα να σου πω; Αγαπάμε τα ζώα! Έχουμε τρεις γάτες στο σπίτι, όλες από τον δρόμο!
– Αλήθεια;
– Αλήθεια!
Και να που οι γονείς της προσέγγισαν, και έγινε το μεγάλο γνωριμία.
– Να σας συστήσω, είπε ο κύριος Νικήτας και μου έδωσε το χέρι. Χαίρομαι που γνωριζόμαστε επιτέλους, Αλέξη.
– Να σφίξω κι εγώ το χέρι του νεαρού, είπε η κυρία Σοφία. Μπράβο σας για όσα κάνατε, αυτό σημαίνει άνθρωπος με καρδιά!
– Φυσικά, ήρθε να προσθέσει και ο κτηνίατρος που βγήκε εκείνη τη στιγμή, η σκυλίτσα είναι έτοιμη να πάρει τη ζωή που της αξίζει εσείς τη σώσατε.
Εκείνη τη μέρα ο Τζόρντι γύρισε σπίτι. Ηρέμησε, τον φροντίσαμε, τον ταΐσαμε, του χαρίσαμε αγάπη.
Η αγάπη κάνει θαύματα, είπε με χαμόγελο ο γιατρός. Πολλές φορές μας τραβά ακόμη κι απ τον θάνατο.
Η Ελένη με τους γονείς της με έπεισαν να πάμε όλοι μαζί σπίτι τους. Οι γάτες θα πρόσεχαν καλύτερα το σκυλί από ό,τι ο οποιοσδήποτε γιατρός. Και βέβαια, να γιορτάσουμε τη… διάσωση και να γνωριστούμε όπως πρέπει, με λίγο καλό κρασί Σαντορίνης.
Κι ενώ ο Τζόρντι κοιμόταν ευτυχισμένος στην αγκαλιά του καναπέ περικυκλωμένος από γάτες, εγώ, για πρώτη φορά χωρίς άγχος, μίλαγα, γελούσα και ένιωθα απολύτως οικείος στην κουζίνα με την Ελένη και τους δικούς της γονείς.
Άδικα φοβόμουν ήταν υπέροχοι άνθρωποι. Ζεστοί, απλοί, αληθινοί.
Μετά από μερικές μέρες, ο Τζόρντι στάθηκε στα πόδια του κι εγώ τον πήρα τελικά στο σπίτι μου.
– Μήπως… να με πάρεις κι εμένα μαζί σου; μου λέει γελαστά η Ελένη, βγαίνοντας με βαλίτσα στο χέρι.
– Σοβαρολογείς;
– Και βέβαια! Οι γονείς μου με έδιωξαν από το σπίτι θέλουν εγγόνια και λένε ότι πρέπει να αυξηθεί ο πληθυσμός του πλανήτη!
Ξέσπασα σε γέλιο, μαζί και εκείνη, και στο πλευρό μας ο Τζόρντι κούναγε παιχνιδιάρικα την ουρά του.
Ακόμα δεν ήξερε τι ακριβώς συμβαίνει. Μα είχε καταλάβει κάτι πάρα πολύ καλό ξεκινούσε…
Να μια ιστορία γεμάτη ανθρώπινη τρυφερότητα και μια γνωριμία που αξίζει να μνημονεύεται.




