Σήμερα κάθισα να γράψω στο ημερολόγιό μου, γιατί μια ιστορία που μου συνέβη με σημάδεψε. Η μητέρα μου, μια ηλικιωμένη κυρία, είχε περάσει ένα σοβαρό έμφραγμα το περασμένο καλοκαίρι. Για να της δώσω λίγη χαρά και να την απομακρύνω από τις στεναχώριες, της χάρισα ένα πανάκριβο, τόσο δα μικροσκοπικό σκυλάκι. Ήταν τόσο μικρό που το ονόμασε Μικρούλης. Ειλικρινά, ο Μικρούλης ήταν μια σταλιά, αλλά της άλλαξε ολόκληρη τη διάθεση. Άρχισε πάλι να βρίσκει το χαμόγελό της, έβγαινε βόλτες στη γειτονιά μας στην Κηφισιά, κρατώντας τον με ένα λεπτό λουράκι ή μέσα σε μια ειδική τσάντα.
Ο Μικρούλης ήταν τόσο γλυκός και παιχνιδιάρης, με μια αφοσίωση που δεν συναντάς εύκολα ούτε σε ανθρώπους. Μια από αυτές τις μέρες, ενώ περπατούσε στην πλατεία με τον Μικρούλη, ένα ακριβό αυτοκίνητο σταμάτησε δίπλα της. Μέσα ήταν ένας νεαρός και μια κοπέλα Αλέξης και Ελισάβετ τα ονόματά τους, όπως μάθαμε αργότερα. Ενθουσιάστηκαν με το σκυλάκι, την παρακάλεσαν να τον χαϊδέψουν. Η μαμά δίστασε, μα ντράπηκε να τους χαλάσει το χατίρι. Σήκωσε λοιπόν απαλά τον Μικρούλη στο παράθυρο του αυτοκινήτου.
Ήταν η στιγμή που η Ελισάβετ άρπαξε τον Μικρούλη και ο Αλέξης πάτησε γκάζι. Φύγαν ανενόχλητοι. Η μητέρα μου, βουτηγμένη στον πανικό και τη θλίψη, άρχισε να τρέχει, να φωνάζει, να κλαίει. Έπεσε στο δρόμο, χτύπησε και λιποθύμησε Οι γείτονες κάλεσαν το ΕΚΑΒ, την πήγαν στο νοσοκομείο Ευαγγελισμός. Όταν έφτασα κοντά της, ήταν αδύναμη, με μωβ χείλια, ψιθύριζε μονάχα το όνομα του σκυλιού της. Δάκρυα γερόντισσας και το ίδιο όνομα ξανά και ξανά: «Μικρούλη»
Δεν άντεχα να τη βλέπω έτσι. Ο κόσμος στην γειτονιά θυμόταν τις πινακίδες και το αμάξι. Βρήκα φίλους που ήξεραν τους σωστούς ανθρώπους στην αστυνομία. Σε λίγες μέρες μάθαμε ποιος είχε το αμάξι κάποιοι πλούσιοι που ζούσαν σε βίλα στην Εκάλη, άνθρωποι που δεν τους έλειπε τίποτα. Δεν έχω να πω πώς μπήκα μέσα· αυτό που μετράει είναι ότι όταν άνοιξαν την πόρτα, αντίκρισα τον Μικρούλη, άρρωστο από τη θλίψη, χωρίς να έχει φάει ή πιει τίποτα από τότε που τον άρπαξαν. Έκλαιγε, μετά βογκούσε, δεν είχε πια φωνή.
Τον άρπαξα, αδιαφορώντας για όλα. Οι «νέοι φίλοι» της Ελισάβετ και του Αλέξη είχαν ήδη κουραστεί. Ήθελαν παιχνίδι και διασκέδαση αλλά πήραν ένα δυστυχισμένο πλάσμα που μόνο πρόβλημα τούς έγινε. Για εκείνους ήταν βάρος, για εμάς ήταν ό,τι πιο πολύτιμο.
Η μητέρα μου άρχισε να συνέρχεται, και ο Μικρούλης σιγά-σιγά ξαναβρήκε τη χαρά του. Τώρα βγαίνουν βόλτα προσεκτικά, αποφεύγουν τους ξένους και αν κάποιος πλησιάσει, ο Μικρούλης χώνεται αμέσως μέσα στην τσάντα. Όλα πια καλά.
Όμως σκέφτομαι… Να μην κλέβουμε τη χαρά του άλλου. Την αγάπη του άλλου, όσο μικρή κι αν μας φαίνεται. Για κάποιον, αυτό το τόσο δα, μικροσκοπικό, ό,τι κι αν είναι ένα ζώο συντροφιάς, ένα παλιό αυτοκίνητο, μια καρέκλα στη βεράντα, ένας μικρός κήπος στις Αχαρνές, μια νίκη σε έναν μίκρο διαγωνισμό… μπορεί να είναι όλη του η ζωή, η πνοή του. Αν το πάρεις, τον σβήνεις.
Η χαρά που παίρνεις με το ζόρι, το κλεμμένο δεν θα σε κάνει ποτέ ευτυχισμένο. Μπορεί για εμάς να μην έχει σημασία κάτι «μικροσκοπικό», αλλά για κάποιον άλλο είναι τα πάντα. Κι η ψυχή, λένε, λίγα γραμμάρια ζυγίζει αλλά εκεί μέσα είναι ολόκληρη η ζωή μας.





