Πώς να ξεκινήσεις τη ζωή σου από την αρχή

Πώς να ξεκινήσεις από την αρχή

Πού πας έτσι όμορφη; ρώτησε η Αναστασία Γεωργίου, προσπαθώντας να κρύψει τον εκνευρισμό της. Ρίχνει μια ματιά στο ρολόι πάνω από την πόρτα: κοντεύει οκτώ το βράδυ. Είδες τι ώρα είναι;

Η Δήμητρα απλά χαμογέλασε διακριτικά στον καθρέφτη. Τα χέρια της μάζεψαν με χάρη μια ατίθαση τούφα πίσω απ το αυτί, και μόνο τότε γύρισε αργά προς τη μητέρα της. Ήξερε πως την περίμενε μία δύσκολη συζήτηση, αλλά είχε πια εξασκηθεί να την αγνοεί.

Μαμά, δεν είμαι πια δεκάξι, απάντησε ήσυχα, με ένα αχνό χαμόγελο. Έχω μεγαλώσει, δε χρειάζεται να σου δίνω λογαριασμό για το πού πάω. Τουλάχιστον όχι σ εσένα.

Το πρόσωπο της Αναστασίας Γεωργίου σκλήρυνε ενστικτωδώς. Το μέτωπό της μαζεύτηκε, τα χείλη της έγιναν μια ίσια γραμμή. Πόσο θράσος είχε αυτή η κοπέλα πια; Πώς τολμούσε να της απαντήσει έτσι;

Αλλά ζεις στο σπίτι μου! η φωνή της δυνάμωσε, γεμάτη αγανάκτηση που η κόρη της τόλμησε να αντιμιλήσει. Και, παρεμπιπτόντως… Ποιος θα κρατήσει το παιδί σου; Αν νομίζεις ότι θα κάθομαι να κυνηγάω τον άταχτο οχτάχρονο που δε με σέβεται, κάνεις μεγάλο λάθος!

Όλα πάνω της έδειχναν τη δυσαρέσκειά της. Η κόρη της είχε γίνει πια θρασύτατη. Μα ποιος της το επέτρεψε; Δεν ήταν εκείνη που γύρισε με παράπονα και ικεσίες πριν λίγο καιρό, ζητώντας βοήθεια;

Θέλω να δω την εκπομπή μου ήρεμα, να πιω το τσαγάκι μου ήσυχα, όχι… η Αναστασία άνοιξε τα χέρια της σα να έδειχνε όλο το χάος που, κατά τη γνώμη της, θα επικρατούσε αν έπρεπε να προσέξει τον εγγονό της. Να τον κυνηγάω στην πολυκατοικία, να του κάνω μαθήματα, να ακούω τα παραπονέματά του! Ξέρεις πόσο εξουθενωτικό είναι; Κάθε φορά τα ίδια: δε θέλει να φάει, βαριέται, θεωρεί το διάβασμα αδικία. Και γω να τα βγάλω πέρα με όλα αυτά;

Ως εδώ! διέκοψε απότομα η Δήμητρα, το πρόσωπό της άλλαξε σε μια στιγμή. Η ηρεμία και το χιούμορ από τα μάτια της χάθηκαν. Τώρα φανέρωνε αποφασιστικότητα. Ο Άρης θα μείνει στης Μαρίας. Και ειλικρινά, εσύ θα ήσουν το τελευταίο άτομο που θα ζητούσα να προσέχει το παιδί μου. Δεν θέλω να βλέπει τέτοιο παράδειγμα. Ξέρεις, τα παιδιά απορροφούν τα πάντα.

Η Αναστασία πάγωσε στιγμιαία, μην πιστεύοντας στ αυτιά της. Έπειτα το έπαιξε θύμα, έβαλε το χέρι της στο στήθος και σήκωσε το κεφάλι ψηλά, τάχα πονώντας. Το ύφος της ήταν τόσο υπερβολικά προσβεβλημένο που θα προκαλούσε γέλιο, αν δεν ήταν τόσο τεταμένη η ατμόσφαιρα.

Κι έτσι μου μιλάς! φώναξε με τρεμάμενο τόνο, προσπαθώντας να φανεί βαθιά πληγωμένη. Εγώ σε δέχτηκα όταν γύρισες με αυτό το παιδί μετά το διαζύγιο! Δωμάτιο σου έδωσα…όλα για σένα κι εσύ…

Έκανε μια παύση, ελπίζοντας να νιώσει η κόρη της μια στάλα ενοχής. Μα η Δήμητρα παρέμεινε ακίνητη, γνωρίζοντας καλά τα κόλπα της μάνας της. Δεν θα της έκανε πια τη χάρη.

Μην ξεχνάς ότι το ένα τέταρτο του σπιτιού ανήκει σ εμένα, τη διέκοψε, μην της αφήνοντας περιθώριο να συνεχίσει το κατηγορητήριο. Δεν είσαι η μοναδική ιδιοκτήτρια. Έχω όσο δικαίωμα να μένω εδώ όσο κι εσύ, χωρίς την άδειά σου.

Η Δήμητρα κοίταξε με ευχαρίστηση το σοκαρισμένο πρόσωπο της γυναίκας που της χάρισε τη ζωή. Δεν το περίμενες; Υπολόγιζες πως η κόρη σου θα συνέχιζε να εκλιπαρεί;

Και για να ξέρεις, δεν έχεις δικαίωμα να με εμποδίζεις να μένω εδώ, συνέχισε με μια νότα θριάμβου στη φωνή, βγάζοντας τα νεύρα της πασπατευοντας με νευρικότητα το φερμουάρ της τσάντας της.

Εξάλλου, δεν θα μείνουμε για πολύ, της είπε κοιτώντας τη στα μάτια. Μερικές εβδομάδες, άντε έναν μήνα. Λίγη υπομονή ακόμα, και θα μας ξεχάσεις.

Η Αναστασία γέλασε, κοφτά και ειρωνικά, κάνοντας ακόμα και τη Δήμητρα να αναπηδήσει. Ξεροκατάπιε, σταύρωσε τα χέρια της κι ατενίζοντάς τη, με πρόσωπο μισό ειρωνικό, μισό ικανοποιημένο.

Και πού θα πας; επανέλαβε, σέρνοντας τα λόγια με άγρια ειρωνεία, βέβαιη ότι ξέρει ήδη την απάντηση. Δεν έχεις τίποτα! Ούτε καν δάνειο για σπίτι δε μπορείς να πάρεις δεν έχεις ούτε ευρώ για προκαταβολή.

Έμεινε για λίγο να την κοιτάει σιωπηλά, αφήνοντας το νόημα των λέξεών της να πέσει βαρύ, και έπειτα συνέχισε, ψυχρά:

Ο πρώην αντρούλης σου αποδείχτηκε ξύπνιος, πέρασε το σπίτι στη μάνα του, οπότε μετά το διαζύγιο δεν πήρες τίποτα. Ήσουνα αφελής… Ντρέπομαι που είσαι κόρη μου. Δεν σε μεγάλωσα σωστά.

Η Δήμητρα ένιωσε ένα σφίξιμο μέσα της, αλλά δεν άφησε να φανεί. Τα δάχτυλά της έσφιξαν τόσο πολύ τη λαβή της τσάντας, που ασπρίσανε. Πήρε βαθιά ανάσα, προσπαθώντας να κρατήσει τη φωνή της ήρεμη:

Δεν σε αφορά, είπε όσο πιο ψύχραιμα μπορούσε, καταπνίγοντας την οργή της. Τα μάτια της άστραψαν, αλλά χαμήλωσε αμέσως το βλέμμα. Και προς ενημέρωσή σου, ο Άρης έχει φύγει δύο ώρες τώρα.

Χωρίς να περιμένει απάντηση, η Δήμητρα γύρισε και σχεδόν έτρεξε προς την πόρτα. Τα τακούνια της αντήχησαν δυνατά στο ξύλινο πάτωμα της εισόδου, ενώ κατέβαινε τις σκάλες με βιασύνη, θέλοντας μόνο να ξεφύγει από το σπίτι που της υπενθύμιζε πως η φιλοξενία του ήταν μια ψευδαίσθηση.

Έξω είχε ψύχρα, αλλά η Δήμητρα δεν το ένιωσε. Η οργή μέσα της έβραζε, θόλωνε τα μάτια της και την ανάσα της. Περπατούσε μη βλέποντας τον δρόμο, απλώς προσπαθώντας να απομακρυνθεί όσο πιο μακριά γινόταν απ το σπίτι, τα λόγια, αυτήν τη γυναίκα που λεγόταν μητέρα της. Η διάθεσή της είχε χαλάσει ανεπανόρθωτα· ήταν λες και ένα μαύρο σύννεφο είχε καλύψει τον κόσμο γύρω της και τίποτα δεν είχε πια ομορφιά.

«Γιατί μου έτυχε τέτοια μάνα;» μονολογούσε σφίγγοντας τις γροθιές της. Ήξερε πως κάποιοι θα την κατηγορούσαν για τις σκέψεις της, θα την έλεγαν αχάριστη, ασέβαστη. Όμως πλέον δεν την ένοιαζε καθόλου. Είχε πειστεί καμιά φορά, είναι καλύτερα να μην έχεις καμία μάνα, παρά μια σαν την Αναστασία. Μια που αντί για στήριξη χαρίζει μόνο κατηγορίες, αντί για κατανόηση ειρωνεία και αντί για στοργή ψυχρό υπολογισμό.

Όποιος γνώριζε πρώτη φορά την Αναστασία Γεωργίου σχημάτιζε καλή εντύπωση. Ήταν ζεστή και χαμογελαστή, μιλούσε ήπια και πρόθυμα άκουγε τα προβλήματα όποιου έβρισκε. Στη γειτονιά όλοι την εκτιμούσαν πάντα πρόθυμη να βοηθήσει, να δώσει μια συμβουλή, να δανείσει κάτι, να πει έναν καλό λόγο. Η φράση της «Όλα θα πάνε καλά, μην ανησυχείς» ήταν πασίγνωστη.

Όσοι όμως τη γνώριζαν καλύτερα είχαν δει και την άλλη της πλευρά. Πίσω απ το χαμόγελο κρυβόταν μια απαιτητική, ελεγκτική γυναίκα που δεν άντεχε να μην έχει το πάνω χέρι. Μόνο μία άποψη ήταν σωστή η δική της. Μόνο εκείνη ήξερε το καλό των άλλων και φρόντιζε να το δείχνει. Έλεγε τα πράγματα έξω απ τα δόντια, χωρίς να υπολογίζει τα αισθήματα κανενός.

Από παιδί, η Δήμητρα έμαθε να ζει σύμφωνα με τους κανόνες της μητέρας της: τι ρούχα να βάζει, ποια φροντιστήρια να παρακολουθεί, με ποιον να κάνει παρέα. Ακόμη και τους φίλους της μάνα της τους περνούσε από… «συνέντευξη».

Μην κάνεις παρέα με εκείνη την κοπέλα, αποφαινόταν όταν μάθαινε πως η Δήμητρα έκανε παρέα μ ένα κορίτσι που οι γονείς της ήταν χωρισμένοι. Κακή επιρροή.

Κι αυτό το παιδί παραστρατημένο είναι, έλεγε μόλις άκουγε για κάποιο ζωηρό αγόρι στη γειτονιά. Δεν κάνει για παρέα σου.

Η επιδοκιμασία πήγαινε μόνο σε όσους είχαν καλές γνωριμίες:

Μ αυτή να κάνεις παρέα. Η μαμά της δουλεύει στο δήμο, είναι σε υψηλή θέση. Μπορεί να σου χρησιμεύσει αργότερα.

Όταν ήρθε η ώρα καθορισμού επαγγέλματος, λόγος δε δόθηκε στη Δήμητρα. Η απόφαση είχε ήδη παρθεί: θα μπει στην Ιατρική. Το αν της ταίριαζε, το αν άντεχε το αίμα… η μητέρα της το έβλεπε απλώς σαν ιδιοτροπία ή προσπάθεια να τραβήξει προσοχή.

Κάνεις πως λιποθυμάς, δεν έχεις τίποτα, ειρωνευόταν. Θέλεις να αποφύγεις τη σοβαρή δουλειά.

Οι εξηγήσεις της Δήμητρας έπεφταν στο κενό κάθε αντίρρηση θεωρούνταν αδυναμία.

Έτσι, τελικά, πήρε τη μόνη απόφαση που της φαινόταν ελεύθερη: παντρεύτηκε. Ήταν μόλις δεκαοχτώ, και δέχτηκε την πρόταση του Πέτρου χωρίς σκέψη. Δεν τη γοήτευσε, δεν έκανε υπομονή, δεν σταθμίστηκε ήθελε απλώς να αποδράσει. Να ξεφύγει από τον ασφυκτικό έλεγχο, τα ξένα θελήματα, το αίσθημα πως η ζωή της ανήκε σε κάποιον άλλον.

Καταλάβαινε πως ο γάμος είναι σοβαρό βήμα, αλλά τότε φάνταζε ως η μόνη της ελευθερία. Τουλάχιστον να φύγει απ το σπίτι, που κάθε της βήμα κρινόταν, που δεν υπήρχε χώρος για όνειρα.

Ο γάμος με τον Πέτρο, όπως φανταζόταν κανείς, δεν κράτησε πολύ. Τους πρώτους μήνες όλα έμοιαζαν ρόδινα, απολάμβαναν την αυτονομία, όριζαν τις ζωές τους. Γρήγορα όμως ξεκίνησαν οι διαφωνίες: για το ποιος θα πλύνει τα πιάτα, ποιος θα πάει σούπερ μάρκετ, πώς να διαχειριστούν τα χρήματα. Μετά, χειρότερα: ο Πέτρος αργούσε τα βράδια, μύριζε ούζο, απαντούσε απότομα. Οι συζητήσεις δεν οδήγησαν πουθενά.

Μια χαρά όλα, μην το παίρνεις βαριά. Απλώς κουράστηκα, αποποιούνταν κάθε κουβέντα.

Όταν ήρθε στον κόσμο ο Άρης, τα πράγματα χειροτέρεψαν. Η κούραση της Δήμητρας χτυπούσε κόκκινο, τα νεύρα ολονών τεντώθηκαν. Τσακώνονταν καθημερινά· φωνές, σιωπές, αποφυγή συζήτησης.

Γρήγορα φάνηκε ότι ο Πέτρος δεν ήταν ιδιαίτερα πιστός. Το χειρότερο; Δεν το έκρυβε. Κάποια βραδιά ξεστόμισε απλά:

Ξέρεις, γνώρισα κάποια… Τίποτα σημαντικό, αλλά μπορείς να φύγεις αν θέλεις.

Η Δήμητρα, με τον μικρό να κοιμάται αγκαλιά, δεν αντέδρασε. Ήθελε να ουρλιάξει, να σπάσει τα πάντα. Αντί γι’ αυτό, απλά κούνησε το κεφάλι και γύρισε στο παιδί.

Πού να πάει; Μάνα μόνο είχε, κι εκείνη απρόθυμη να βοηθήσει. Κανένας από φίλους δεν μπορούσε να τη φιλοξενήσει με παιδί. Αναγκάστηκε να ανεχτεί τη ζωή της τις αργοπορημένες επιστροφές και την αδιαφορία του. Τα βράδια έκλαιγε σιωπηλά για να μην ξυπνήσει ο Άρης.

Πριν γεννηθεί ο Άρης, η Δήμητρα είχε παρατήσει τη σχολή. Είχε φοιτήσει μόλις ένα εξάμηνο πριν μάθει για την εγκυμοσύνη. Προσπάθησε να τα συνδυάσει αλλά δεν τα κατάφερε. Μετά, αφέθηκε τελείως. Όλος ο χρόνος περνούσε κυνηγώντας να τα βγάλει πέρα.

Όταν ο Άρης πήγε νηπιαγωγείο, της δόθηκε μια ευκαιρία να επανέλθει. Έψαξε, διάλεξε τελικά να κάνει σεμινάρια λογιστικών σ ένα δημόσιο ΙΕΚ στην Αθήνα. Δεν ήταν το όνειρό της, αλλά ήξερε πως θα μπορούσε να βγάλει χρήματα και να στηριχθεί στα πόδια της.

Παρακολουθούσε απογευματινά μαθήματα μετά τη δουλειά, κι έπεφτε συχνά για ύπνο με τα τετράδια στην αγκαλιά της. Όμως, με κάθε καλό βαθμό, ξεφύτρωνε μια σπίθα ελπίδας· ίσως τελικά μπορέσει να φτιάξει τη ζωή της.

Μετά από μερικά χρόνια, όταν πια στεκόταν στα πόδια της, πήρε την απόφαση να χωρίσει. Είχε σταθερή δουλειά, σπουδές έστω σε κάτι που δεν ήθελε αρχικά και ο Άρης ήταν πια μαθητής δημοτικού. Το μόνο που απέμενε ήταν το θέμα του σπιτιού.

Ενοίκιο στην Αθήνα σε γκαρσονιέρα δεν μπορούσε να καλύψει με το μισθό της. Θυμήθηκε τότε το μερίδιό της στο πατρικό. Σύμφωνα με το νόμο, δικαιούνταν να μείνει εκεί η μόνη λύση που δεν απαιτούσε χρήματα.

Ήξερε ότι θα αντιμετώπιζε πάλι τη μητέρα της. Από τη μια, το σπίτι που μεγάλωσε. Από την άλλη, έσβηνε κάθε εμπιστοσύνη στο όνειρο ότι εκεί θα βρει ποτέ αποδοχή ή ελευθερία.

Δεν υπήρχε επιλογή. Πήρε βαθιά ανάσα, μάζεψε κουράγιο και τηλεφώνησε στη μητέρα της…

*********************

Θα τρελαθείς εκεί μέσα ξανά, προσπαθούσε να την συνετίσει η Μαρία, μαλάζοντας νευρικά την τραπεζομάντιλα στην κουζίνα. Και ο μικρός; Η μάνα σου δεν αντέχεται, ειδικά με τον χαρακτήρα του Άρη… Θα τον λιώσει! Δεν τον αντέχει καθόλου, θα τον πιέζει και ο Άρης σου είναι…φωτιά, δεν θα κάτσει φρόνιμος.

Η Δήμητρα σώπασε κοιτώντας το παράθυρο, όπου χόρευαν αργά οι πρώτες σταγόνες της βροχής. Πήρε βαθιά ανάσα, γύρισε προς τη φίλη της.

Είναι για λίγο, δυο μήνες το πολύ, είπε με μια ελαφριά γκριμάτσα. Υπήρχε κούραση αλλά και αποφασιστικότητα στη φωνή της. Έχεις δίκιο Μαρία, αλλά δεν έχω άλλη επιλογή. Μετά θα φύγουμε, θα μιλάμε σπάνια αν θέλει η ίδια εγώ πάντως δεν θα το κυνηγήσω.

Η Μαρία έγειρε στην καρέκλα και την περιεργάστηκε. Κάτι στην παγωμένη σιγουριά της Δήμητρας έκανε τη φίλη της να ανησυχήσει.

Και μετά το δίμηνο; ρώτησε. Μιλάς λες κι έχεις σίγουρο σχέδιο, κι εσύ δεν το κάνεις αυτό, περιοχή που βρίσκεσαι…

Η Δήμητρα χαμογέλασε αχνά, κρατώντας έναν μικρό μυστικό στα μάτια της. Έφερε την κούπα με το τσάι στα χείλη, πήρε μια μικρή γουλιά.

Δεν είμαι τόσο αφελής όσο νομίζει η μάνα μου, είπε κοιτώντας κατευθείαν τη Μαρία. Και για το καλό του παιδιού μου, θα κάνω τα πάντα. Ξέρεις, ένας άνθρωπος μου δείχνει ξεκάθαρο ενδιαφέρον.

Σταμάτησε, βλέποντας το βλέμμα της Μαρίας να γυαλίζει. Ετοιμάστηκε να ρωτήσει όνομα, αλλά η Δήμητρα ύψωσε απαλά το χέρι της.

Μη θυμώσεις, δε θα σου πω ακόμα το όνομά του, είπε ήρεμα. Όχι ότι δεν σου έχω εμπιστοσύνη. Απλώς δεν θέλω να το γρουσουζέψω. Αλλά έχω ένστικτο πως μπορεί να είναι μια ευκαιρία.

Η Μαρία ένευσε κατανοητικά, με μια δόση περιέργειας που πάλευε να κρύψει.

Σου αρέσει όμως έστω λίγο; άρχισε μετά από παύση, με πραγματική ανησυχία. Έχεις ήδη παντρευτεί μια φορά για να ξεφύγεις από τη μάνα σου. Θυμάσαι πώς κατέληξε. Ίσως να έρθετε σε μένα. Δυάρι έχω, στους τσακωμούς δεν πέφτουμε έξω… Ο μικρός θα βρει παρέα με τον γείτονα.

Η Δήμητρα στριφογύρισε το φλιτζάνι. Έξω είχε πλέον σκοτεινιάσει, το φως απ τους στύλους έπεφτε χρυσαφένιο στο τζάμι, και στην κουζίνα επικρατούσε μια θαλπωρή. Κοίταξε τη Μαρία και αυτή τη φορά χαμογέλασε αληθινά.

Είναι καλός άνθρωπος, είπε απαλά. Ταιριάζουμε. Λατρεύει τα παιδιά. Έχει κι αυτός γιο, λίγο μεγαλύτερο απ τον Άρη. Έτσι γνωριστήκαμε, στο πάρκο. Πρώτα κουβέντα για τα παιδιά, μετά… λίγο απ όλα.

Σταμάτησε, αναπολώντας τις πρώτες συναντήσεις. Πώς άκουγε ακούραστα για τον Άρη, γελούσε με τα κατορθώματα των παιδιών, μάζευε αδιαμαρτύρητα τα πεσμένα παιχνίδια. Δεν υπήρχε κριτική στο βλέμμα του· μόνο ειλικρίνεια και ζεστασιά.

Μαζί του είναι εύκολα, συνέχισε. Δεν απαιτεί, δεν προσπαθεί να με αλλάξει, δεν πιέζει τον Άρη σε τίποτα. Αντίθετα, πάντα πρόθυμος να βοηθήσει, να στηρίξει. Με τον γιο του είναι υπέροχος, ήρεμος, συζητά τα πάντα, παίζει μαζί του, του διαβάζει βιβλία…

Η Μαρία την άκουγε χωρίς να διακόψει. Έβλεπε τη λάμψη να ξαναγυρνά στα μάτια της φίλης της.

Και, ναι, δεν θα το μετανιώσω, πρόσθεσε αποφασιστικά η Δήμητρα, κοιτάζοντάς την στα μάτια. Αυτή τη φορά είναι πραγματική επιλογή, όχι φυγή. Θέλω μια καλύτερη ζωή για εμένα και τον Άρη. Δεν πηδάω απλά μακριά από τα προβλήματα· κάνω βήμα προς κάτι αληθινό. Σε μια οικογένεια όπου θα μας αποδεχτούν κι αγαπήσουν.

Πήρε βαθιά ανάσα, λες και ξεφορτωνόταν βάρος.

Καταλαβαίνω τους φόβους σου, Μαρία, πραγματικά σ ευχαριστώ. Αλλά πρέπει να το δοκιμάσω. Αν όχι τώρα, πότε;

Η Μαρία έγνεψε καταφατικά, παρ ότι η αγωνία δεν είχε φύγει τελείως απ το βλέμμα της.

Εντάξει. Αφού το έχεις αποφασίσει, είμαι δίπλα σου. Απλώς…πρόσεχε, εντάξει; Και να ξέρεις πως αν κάτι πάει στραβά, η πόρτα μου είναι ανοιχτή.

Η Δήμητρα αισθάνθηκε μια ανακούφιση, ευγνωμονώντας για τη στήριξη της φίλης της.

Ευχαριστώ, ψιθύρισε. Πραγματικά, το έχω ανάγκη…

*********************

Και είχε δίκιο η Δήμητρα όταν έλεγε στη μάνα της ότι θα έμενε για λίγο. Η ζωή γύρισε απρόσμενα ευνοϊκά: ο Μιχάλης τής έκανε πρόταση γάμου. Ήταν η μεγάλη ευκαιρία που τόσα χρόνια λαχταρούσε να ξεκινήσει απ το μηδέν. Οι βαλίτσες γέμισαν βιαστικά: μερικά ρούχα, οι αγαπημένες κούκλες του Άρη, τα απολύτως απαραίτητα. Με λίγα πράγματα, σαν να τους έδιωχνε η ίδια η μοίρα από το πατρικό.

Πιο πολύ απ όλους χάρηκε ο Άρης. Δε μάσησε ποτέ τα λόγια του για τη γιαγιά του, που με τις συνεχείς παρατηρήσεις κι απαγορεύσεις τον έπνιγε. Δεν ήθελε ούτε να την βλέπει: αντιμιλούσε, έκλεινε δυνατά την πόρτα, εξαφανιζόταν στο δωμάτιό του. Τώρα, τα μάτια του έλαμπαν στη σκέψη πως δεν θα χρειαζόταν να προσποιείται πια.

Όταν η Αναστασία Γεωργίου έμαθε ότι η κόρη της παντρεύεται ξανά, ξέσπασε αμέσως. Απαίτησε να γνωρίσει τον μέλλοντα γαμπρό.

Να τον δω! Αν δε μου αρέσει, γάμος δεν γίνεται! Δεν θα σε αφήσω να κάνεις δεύτερη βλακεία!

Η Δήμητρα απάντησε ψύχραιμα:

Μαμά, είναι δική μου απόφαση. Γνωριμία δεν πρόκειται να υπάρξει.

Το «όχι» ήταν ξεκάθαρο. Η Αναστασία εξερράγη και βγήκε μέχρι το πεζοδρόμιο για να την ακούσει όλη η γειτονιά, ξεστομίζοντας ό,τι ήθελε να πει για την «αχαριστία» και το «ξεδιάντροπο μυαλό» της κόρης της.

Οι γείτονες, μαθημένοι σε ασπροπρόσωπη γυναίκα, έμειναν άφωνοι. Κάποιοι προσπάθησαν να την ηρεμήσουν, μα πήραν τη δική τους κατσάδα. Οι υπόλοιποι απλώς έφυγαν ψιθυρίζοντας: «Ποιος να το πίστευε… πάντα τόσο ήσυχη»

Αργότερα, η Αναστασία προσπάθησε να δικαιολογηθεί στις γειτόνισσες πως «ξέφυγε», πως «απλά αγχώνεται για την κόρη της». Αλλά παλιότερη εικόνα δεν αποκαταστάθηκε. Στα μάτια όσων την ήξεραν, είχε περάσει για πάντα στη μνήμη ως εκείνη που έκανε σκηνή σε όλη τη γειτονιά.

Όσο για τη Δήμητρα… Η αληθινή ευτυχία ήρθε επιτέλους. Ο γάμος της με τον Μιχάλη αποδείχθηκε ό,τι είχε ποθήσει: τρυφερός, στέρεος, γεμάτος κατανόηση. Ο Μιχάλης ήταν στήριγμα για εκείνη και τον Άρη δεν χρειαζόταν να προσποιηθεί, να εξηγεί κάθε της κίνηση, να ζητά άδεια ή συγγνώμη.

Πέτυχε κι ένα άλλο της όνειρο: μπήκε στο πανεπιστήμιο. Η φοίτηση δεν ήταν εύκολη χρειαζόταν να συνδυάζει σπουδές και δουλειά αλλά κάθε πρωί, με ένα βιβλίο ή σε μια διάλεξη, ένιωθε τη φλόγα της αυτοπεποίθησης να δυναμώνει ξανά. Διάλεγε επιτέλους αυτό που ήθελε κι όχι ό,τι της είχαν επιβάλει.

Βρήκε και σταθερή δουλειά όχι σπουδαία, αλλά έντιμη, σε φιλικό περιβάλλον. Έμαθε να βάζει στην άκρη λίγα ευρώ, να νιώθει ασφάλεια και σιγουριά.

Μερικές φορές θυμόταν τη μέρα που έφυγε από το πατρικό της και χαμογελούσε. Τώρα είχε όσα ονειρεύτηκε: άντρα που την αγαπά, ευτυχισμένο παιδί, δουλειά, σπουδές και, πάνω απ όλα, τη βεβαιότητα πως πια ζει τη δική της ζωή. Τα προβλήματα δεν λείπουν, αλλά η Δήμητρα ήξερε ότι θα τα καταφέρει.

Γιατί πια είχε κάνει ΕΚΕΙΝΗ την επιλογή.

Oceń artykuł
Πώς να ξεκινήσεις τη ζωή σου από την αρχή