Καλτσούλες

Καλτσούλες

Παναγίτσα μου! Τι γλύκα είναι αυτό το παιδί; Ε, βρε αγόρι μου, λεβέντη μου! Η Ειρήνη Παπαδημητρίου χάιδευε τον εγγονό της με στόμφο, καμαρώνοντας μπροστά στην κάμερα.

Τα εξάμηνα του μικρού Νικόλα γιορτάστηκαν σαν να κέρδισε η ΑΕΚ το Champions League. Κλόουν, μπαλόνια, τούρτα τριών ορόφων με ζαχαρόπαστα που θες δύο ζωές να την φας. Η γιαγιά με τον παππού έβαλαν τα δυνατά τους. Η Άννα δεν ήταν και τρισευτυχισμένη με τόση φασαρία. Της άρεσε βέβαια που οι γονείς της ήθελαν να ζουν το εγγονάκι τους στα χλιδάτα, αλλά όπως και μικρή, ξεθεωνόταν από νωρίς με τις γιορτές. Και, όπως αποδείχθηκε, το γονίδιο αυτό το κληρονόμησε ο Νικόλας· μισή ωρίτσα και μετά, καραμούζες και παλαμάκια τον έπιασαν τα κλάματα της ζωής του, και η Άννα τον πήρε μέσα στο σπίτι.

Έκλεισε τα παράθυρα, κάθισε μαζί του στην πολυθρόνα, του ψιθύριζε νανουρίσματα, και μέσα σε λίγο το μωρό κοιμόταν.

Ζόριστηκες, καρδούλα μου. Πολύ νωρίς ακόμη για τέτοια πάρτυ.

Η Ειρήνη ανέβηκε στο παιδικό δωμάτιο κουβαλώντας το δώρο της.

Κοιμάται;

Ξεθεώθηκε. Μαμά, στο είχα πει, νωρίς του είναι για τόσο πανηγύρι.

Έλα τώρα, ας συνηθίζει. Άννα μου, δόξα τω Θεώ μπορούμε κι εμείς να χαρούμε τον εγγονό μας. Πόσο τον περιμέναμε! Για δες τι του πήρα! Είναι υπέροχο, δεν είναι;

Το θρόισμα από το χαρτί δώρου τσιτώνει το μωρό, κάνει μερικές γκριμάτσες κι αναστενάζει.

Μαμά, άσε το λίγο, σε παρακαλώ Η Άννα σηκώθηκε κι άρχισε να περπατάει νευρικά για να ησυχάσει το μικρό.

Α, μπράβο! Ώρα που σκεφτόμουν τι να του πάρω, και ούτε που σ ενδιαφέρει! έκανε η Ειρήνη, μουτρωμένη, αφήνοντας το κουτί στο τραπεζάκι.

Έλα τώρα, μη θυμώνεις! Σίγουρη είμαι ότι είναι φοβερό το δώρο! Η Άννα της χαμογέλασε αμυντικά. Μπορείς να μου φέρεις λίγο νερό; Διψάω σαν τη Σαχάρα.

Άφησε το παιδί και κατέβα μόνη σου να πιεις.

Θα ξυπνήσει!

Και; Έλα, θα κατέβουμε όλοι μαζί μετά πάλι!

Μα αν ξυπνήσει τώρα, μαμά, θα κλαίει για ώρες. Δεν θες να το ζήσεις αυτό, σωστά;

Άννα μου, ένα παιδί πρέπει να το ανατρέφεις σωστά από κούνια! Τι πάει να πει, θα κλάψει; Τα καλά παιδιά δε φωνάζουν!

Η Άννα σταμάτησε στον ρυθμό της για μια στιγμή, μετά συνέχισε το sway με τον μικρό. Ένα χορευτικό ήρεμο· της ζωής της, θαρρείς, όλο αυτό. Καλό παιδί: δεν κάνει τίποτα που να μη βολεύει τους μεγάλους. Και καλό κορίτσι; Πλάτη ίσια, σαγόνι ψηλά, πρώτο πα, δεύτερο τι! Και ποτέ καμία αντίρρηση.

Κατεβαίνω στους επισκέπτες. Εσύ, κοιμήσου το μωρό και κατέβα. Δεν γίνεται ολόκληρο πάρτυ χωρίς την οικοδέσποινα!

Αντικατάστησέ με λίγο, ρε μαμά.

Η Ειρήνη αποχώρησε, η Άννα βυθίστηκε στην πολυθρόνα με το μωρό σφιχτά πάνω της. Πόσα πέρασε για να εμφανιστεί αυτός ο τύπος στη ζωή της!

Γεννημένη σε καθωσπρέπει οικογένεια: ο παππούς πανεπιστημιακός, η γιαγιά top γιατρός στην Αθήνα (γιατί πού αλλού;). Ο μπαμπάς, σαν καλό παιδί, συνέχισε στην ιατρική. Η Άννα, ακόμα δεν καταλάβαινε πώς ο τόσο έξυπνος μπαμπάς της πλάστηκε έτσι πλαστελίνη στα χέρια της μαμάς της. Η Ειρήνη δεν είχε και πολύ σχέση με τις επιστήμες· με το ζόρι το πτυχίο, το έβαλε στο ράφι και κυνήγησε γαμπρό βασικά, η γιαγιά της Άννας έψαχνε γαμπρό για την κόρη και τα κατάφερε περίφημα.

Οι γονείς γνωρίστηκαν σε γενέθλια, η Ειρήνη τσαχπίνα, φλυαρούλα και πεντάμορφη, τύλιξε τον άντρα (τον Αντρέα), έγινε ένας γάμος χολιγουντιανός, η νύφη μισό κιλό ρύζι στο μαλλί και το ζευγάρι πήρε διαμέρισμα που το πλήρωσαν οι γονείς. Η Άννα ήρθε δύο χρόνια μετά και πέρασε αμέσως στα χέρια της γιαγιάς, της Λουκίας τον νουνού σου κι εμένα! Νταντά, μαθήματα αγγλικά, γαλλικά, μπαλέτο και πιάνο με δασκάλα. Το πρότυπο: Σ ένα παιδί όλα πρέπει να είναι υπέροχα!

Σαββατοκύριακα σε μουσεία και θέατρα υπό την αυστηρή επιτήρηση της γιαγιάς. Γονείς υπήρχαν μόνο, αν και όταν: ο μπαμπάς στη δουλειά, η μαμά με τα φιλικά της και τον καφέ φίνα.

Το πρόγραμμα πέτυχε. Η Άννα μπήκε στη σχολή μπαλέτου και μετά στο Εθνικό. Καριέρα πάνω-κάτω καλή, όταν γνώρισε τον άντρα της, τον Κώστα. Τον έβλεπαν όλοι με μισό μάτι πλην του πατέρα.

Παναγία μου, τι ανισόρροπο ζευγάρι! αναστέναζε η γιαγιά Λουκία. Κορίτσι μου, σκέψου το διπλά! Τι θα κάνεις με το τσουβάλιασμα; Δεν μπορεί ούτε πρόταση να πει σωστά!

Γιαγιά, απλώς δίπλα σου λίγοι μπορούν να αρθρώσουν κάτι ουσιώδες χαμογέλασε η Άννα κουλουριασμένη στην πολυθρόνα (άλλη στιγμή, θα είχε φάει και χαστουκάκι). Μα η Λουκία είχε άλλα.

Δηλαδή τι θέλεις να πεις; της σηκώθηκαν τα φρύδια.

Θέλω να πω, γιαγιά μου, ότι λίγοι ταιριάζουν με το μυαλό σου.

Η Λουκία την έκοψε με μισομάτι.

Και, να ξέρεις, μ αρέσει ο Κώστας. Τον αγαπώ. Και αγάπη είναι η δύναμη που κινεί την τέχνη, γιαγιά σωστά;

Η τέχνη, άστε την! Πώς θα ζήσεις με αυτόν;

Μακροπρόθεσμα. Και με ευτυχία, όσο πάει.

Η Άννα κράτησε τη μοίρα της. Όχι όμως χωρίς δάκρυα και μαραθώνιους ψυχολογικά. Κοίταξε τον άντρα της στα μάτια, είπε ναι και δεν ξαναγύρισε ποτέ. Για τον Κώστα, η Άννα ήταν θεά που έπεσε στη γειτονιά του. Εύθραυστη, τρυφερή, έτοιμη να την αγκαλιάσει και να την προστατέψει από τον κόσμο. Της είπε κάποτε απλά:

Δεν έχω πολλά να σου δώσω. Μα θα κάνω τα πάντα να σε κάνω ευτυχισμένη. Αν κάτι μπορώ, είναι να σε αγαπάω.

Αυτά τα λόγια ήταν υπέρ-αρκετά. Η Άννα κατάλαβε ότι βρήκε κάποιον που θα την ήθελε γι αυτό που είναι. Χωρίς πρέπει και μη.

Ο δρόμος τους; Όχι ακριβώς Ποσειδώνος νύχτα με φεγγάρι. Ο Κώστας δεν είχε πλάτες, ούτε μακρινά θείους με φάμπρικες. Ο πατέρας του „έφυγε” νωρίς, η μάνα του, η Όλγα, δασκάλα δημοτικού και μετά υποδιευθύντρια, τον μεγάλωσε μόνη της. Τα παιδιά την αγαπούσαν, ο γιος τη θαύμαζε. Η αληθινή πίστη της στο γιο της ήταν όρος απαράβατος της ζωής της. Έδωσε ό,τι είχε και δεν είχε για να ξεκινήσει κάτι δικό του. Και ο Κώστας, δουλευταράς, έκανε την εταιρεία του να βγάζει ευρώ (όχι δραχμές πια) και δέκα χρόνια μετά ήταν κεφάλι στον χώρο του. Ακόμα και η γιαγιά Λουκία το παραδέχτηκε όταν γεννήθηκε ο δισέγγονος.

Η Άννα ήθελε παιδί με την αγιοσύνη του νηπιαγωγείου. Περίμενε και προσπάθησε ως να μπει η Παναγιά στο σπίτι. Εξετάσεις, νοσοκομεία, επεμβάσεις αποτέλεσμα μηδέν. Έκλαιγε τα βράδια, φοβούμενη μην πληγώσει τον Κώστα, που „δικαιούται να γίνει πατέρας”. Όταν του το είπε, αυτός γέλασε και αυτή θύμωσε.

Συγγνώμη! τη φίλησε σφιχτά. Ξέρεις γιατί γέλασα; Γιατί νομίζεις ότι όλη μου η ζωή εξαρτάται από ένα μωρό; Εσύ είσαι η ζωή μου! Πώς δεν το καταλαβαίνεις;

Η Άννα έκλαψε, και ταυτόχρονα λύτρωση και οδύνη έπεσε πάνω της.

Να δεχτεί ότι ένα παιδί δεν θα έρθει ήταν εύκολο θεωρητικά, αλλά στην πράξη ανυπόφορο. Άλλοτε η μαμά της έριχνε λαδάκι στη φωτιά: όλες οι φίλες της γιαγιάδες εκτός από αυτήν, που πώς αντέχει τέτοια μοναξιά;. Άλλοτε οι φίλες καλούσαν σε παιδικά πάρτι και κυνήγι αναμνηστικών δώρων. Ο χρόνος όμως όλα τα γιατρεύει και σιγά-σιγά κόπασε ο πόνος, άρχισε να ανοίγει μπαλέτο για παιδιά.

Μπα; Θα τρελαθώ αν κάθομαι!

Ο Κώστας δεν ήταν σίγουρος, μα μπήκε στη μέση η πεθερά του.

Κώστα, μια γυναίκα αγαπημένη θέλει να γίνει μάνα, και όταν δεν μπορεί αισθάνεται να γκρεμίζεται. Χρειάζεται στήριξη.

Κανόνισε το μαγαζί, έκανε την Άννα να χτυπιέται από την χαρά όταν το είδε. Οργάνωσε, βρήκε παιδιά, βούτηξε στη δουλειά. Τα πρώτα σημάδια εγκυμοσύνης τα προσπέρασε ως αδιαθεσία.

Άννα, ερώτηση (αν δεν θες, μη λες!): είσαι έγκυος; η Όλγα την κοίταξε κατάματα.

Η Άννα πάγωσε. Πόνος και νεύρα.

Α, μπα! μουρμούρισε, ενώ παραπάτησε να ξανακάτσει στο καφέ δίπλα στο στούντιο, όπου έπιναν καφέ και κουβέντιαζαν τα πάντα. Εκείνη την ημέρα, όμως, το καφεδάκι πήγε περίπατο. Ζαλάδα, αηδία, τώρα έκανε πίσω μόλις έβλεπε κουλουράκι.

Η Όλγα φώναξε τον σερβιτόρο, ζήτησε λίγο νερό.

Εδώ θα κάθεσαι.

Λίγο μετά της έδωσε ένα κουτί. Τέλος, επιβεβαίωση. Οι σερβιτόροι ψιλογέλασαν που είδαν δυο γυναίκες, πιασμένες αγκαζέ, να χορεύουν στη μέση του μαγαζιού και να κλαίνε κιόλας. Όλο το καφέ χαμογέλασε μαζί τους κι ας μην ήξεραν αν γυρίστηκε διαφήμιση ή ταινία.

Ο Νικόλας γεννήθηκε γερός και δυνατός, αν και έβαλε για τα καλά τους γιατρούς να ιδρώσουν.

Μπαλαρίνα η μάνα; ρώτησε ο νεονατολόγος, κοιτώντας τη ρημαγμένη μαμά.

Ναι.

Και αγόρι κουκλί!

Απορείτε;

Ούτε τόσο! Συνήθως έχουμε πολλά θέματα, μα εδώ το παιδί είναι το καμάρι της γειτονιάς! Μπράβο σου!

Έκτοτε, η Άννα ξυπνούσε κάθε πρωί και φοβόταν το πόση ευτυχία είχε πάνω της. Μάτι δεν ήθελε να το ματιάσει κανείς!

Δεν είσαι μόνη, καρδιά μου! Δυο είμαστε τώρα, στην οικονομία χαράς! Ο Κώστας έπαιζε με τη φατσούλα του Νικόλα, μισοκρυμμένη σε δαντελένιο φάκελο που είχε αγοράσει η Ειρήνη για την έξοδο.

Η επιστροφή απ το μαιευτήριο για την Άννα ήταν εφιάλτης. Ο Κώστας προσπάθησε να ματαιώσει τη φιέστα, αλλά η μαμά τότε… Οι φωτογράφοι ζούγκλα, άπαντες με βιντεοκάμερες και χαμόγελα στην κάμερα, μπιζού από μπαλκονόπορτα. Η Άννα, σχεδόν λιπόθυμη απ τον πόνο, το μόνο που ήθελε ήταν ένα καυτό ντουζ και ησυχία.

Μαμά, γιατί όλα αυτά;

Παναγία μου, να μη γιορτάσουμε το εγγονάκι; Έχω γίνει γιαγιά αυτό θέλω να το γιορτάσω! Χαρά είναι!

Να μαλώνει τώρα δεν είχε νόημα. Σκαρφάλωσε με τα ζόρια. Είδε τους έξτρα συγγενείς και λαχτάρισε.

Αυτοί είναι οι δικοί μας! λέει με στόμφο η μαμά.

Έπιασε βλέμμα με την πεθερά της, την Όλγα, που της έκανε νόημα αποστροφής. Να στέκεται ήταν όλο και δυσκολότερο, αλλά ο ουρανός έβρεχε συγγενείς.

Κυρία Άννα, να κλέψω τον εγγονό και τη γλυκιά μαμά του για λίγο; επέμεινε η Όλγα, σύμπραξη-σωτηρία, την ανέβασε στο επάνω δωμάτιο.

Ξάπλωσε. Εγώ θα σε τακτοποιήσω, μετά πας για ντουζάκι. Πείνας;

Η Άννα έγνεψε ναι και κοιτούσε τον Κώστα που αγκάλιαζε το μωρό και το τοποθετούσε στην κούνια.

Πρέπει να κατέβω…

Ποιος σου το είπε; Μια χαρά θα τα βρουν κάτω. Ήδη έκανες περισσότερο από αρκετά.

Η Άννα αναστέναξε, και αναπάντεχα κατάλαβε ότι θέλει μόνο να κοιμηθεί. Μαξιλάρι, πάπλωμα, και η πεθερά να την σκεπάζει.

Κοιμήσου! Εγώ θα προσέχω τον μικρούλη.

Τον Νικόλα… η Άννα βυθιζόταν, χάνοντας τα πάντα γύρω.

Η Ειρήνη ανέβηκε λίγα λεπτά μετά, σοκαρισμένη.

Τι τρόπος είν αυτός;

Είναι ο τρόπος της νέας μαμάς που θηλάζει. Της χρειάζεται ηρεμία, αλλιώς ο μικρός δεν θα βρει γάλα να πιεί!

Μα τίποτα δεν έπαθα εγώ που δεν θήλασα δυο μέρες! Μια χαρά μεγάλωσε η Άννα μου! Η Ειρήνη ήταν έτοιμη να ξυπνήσει το παιδί της, αλλά η Όλγα στάθηκε ασπίδα:

Να το γιορτάσουμε οι δυο μας; Σκεφτόσουν ποτέ πόσο το περιμέναμε; Λες να μας φωνάζει γιαγιά ή με το μικρό μας;

Ο Κώστας έκλεισε πίσω τους την πόρτα και ευχαρίστησε τη μάνα του. Η σχέση με την πεθερά του ήταν μία διαρκής πρόκληση. Ό,τι μπορούσε να προσφέρει της το έδινε χωρίς διαμαρτυρία, αλλά εκείνη, σα βασίλισσα της Σαπφούς, δεν έπαιρνε υπόψη τίποτα.

Ο πεθερός τού είχε δώσει γρήγορα τα εύσημα για τις δουλειές, αλλά για τη γυναικοκρατία στο σπίτι μουγκός.

Δεν αλλάζει με τίποτα αυτή. Αν ανοίξεις το στόμα σου θα ζεις με ηφαίστειο στο σαλόνι.

Η Άννα ξύπνησε μιάμιση ώρα μετά και χρειάστηκε λίγο να καταλάβει πού βρίσκεται. Άκουσε γέλια από κάτω και βούτηξε από τη χαρά της. Ξεκούραστη, πήγε στον Κώστα, που έβαζε τον μικρό ξανά στην κούνια, κι έτρωγε ζεστή σούπα της πεθεράς της, ρωτώντας για το μωρό.

Μου δείξανε κάτι στο νοσοκομείο, αλλά… φοβάμαι! άφησε το κουτάλι.

Φάε, και μην ανησυχείς! Τα παιδιά είναι πιο ανθεκτικά απ όσο φαντάζεσαι. Εσύ είσαι η καλύτερη μαμά για το παιδί σου και κανείς δεν το ξέρει καλύτερα. Κανείς δεν είναι τέλειος! Δοκίμασε, μόνο μπορείς.

Και είχε δίκιο. Σιγά σιγά, η Άννα έμαθε και τακτοποιήθηκε. Οι φόβοι ποτέ δεν φεύγουν εντελώς, αλλά δεν τη ζόριζαν τόσο.

Το πρώτο εξάμηνο πέρασε νεράκι. Η Όλγα κατέβαινε κάθε τόσο να βοηθήσει, κάθε φορά έπεφτε στην κουζίνα για ξεσκόνισμα και μαγείρεμα. Η Άννα, στην αρχή δυσανασχετούσε, επίτα η πεθερά καθησύχαζε:

Άννα μου, στιγμές είναι αυτές. Πρέπει να τις χαίρεσαι. Εγώ μπορώ ακόμα να σφουγγαρίσω, εσύ φρόντισε να θυμάσαι κάθε χαμόγελο του μικρού.

Η Ειρήνη περνούσε πιο σπάνια, αλλά κάθε της επίσκεψη γινόταν σόου.

Άννα, δες τι καρότσι βρήκα! Είναι απίστευτο!

Μαμά, έχουμε ήδη τέλειο καρότσι…

Δεν συγκρίνεται! Φόρα το παλτό σου, το παιδί, πάμε πλατεία να δοκιμάσουμε μεταφορικό!

Ακόμα, πολύ καιρό δεν ήθελε να αποκαλεί τον εγγονό Νικόλα.

Πού βρήκατε αυτό το όνομα; Δεν μπορούσατε ένα Πέτρο ή Γιώργο; Νικόλας! Θα τον κοροϊδέψουν στο σχολείο!

Αν θέλει, πάει σε απλό σχολείο. Και, στο κάτω κάτω, οι γονείς διαλέγουν.

Όχι! Η γιαγιά σου διάλεξε το δικό σου. Εγώ θα σε είχα βαφτίσει αλλιώς.

Ε, ευτυχώς εγώ διάλεξα του παιδιού μου. Δεν θα κατηγορώ κανέναν!

Η μαμά ξινίζει, φέρνει το μωρό στην πλατεία ντυμένο με την καινούργια καρότσα μέχρι να καταλάβουν ότι εκεί είναι γιαγιά, όχι μάνα. Μετά από λίγο, εμφάνιση μόνο για καφέ, φιλί στο εγγόνι κι έφυγε για υποχρεώσεις.

Θα είμαι η γιαγιά-γιορτή! Κάθε τόσο, γέμιζε τα ράφια με παιχνίδια-υπερπαραγωγή.

Κι όλοι βόλεψαν τους ρόλους τους, οικογενειακή γαλήνη.

Η γιορτή της Ειρήνης για τα εξάμηνα του Νικόλα λίγο ήθελε να γίνει σκάνδαλο.

Η Άννα, μετά τον ύπνο του σιέστα, άνοιξε το δώρο της Ειρήνης. Στη θήκη, ασημένια κουδουνίστρα με χαραγμένο όνομα μυθικό πλουμιστό.

Νικόλα, για δες! Ολόσωστο!

Ο μικρός με τις πρώτες οδοντοφυΐες φλυάρει και γελάει με τα λαμπιόνια.

Και τι σου έφερε η γιαγιά Όλγα; Η Άννα ανοίγει το δέμα. Μια ολόλευκη πλεκτή φορμούλα με καλτσάκια, απαλή όσο τα σύννεφα. Την αγκάλιασε σαν ιερή.

Κοίτα τι καλλιτέχνιδα γιαγιά έχεις, πιτσιρίκο! Καταπληκτικό!

Η Ειρήνη έσκασε τότε στη σκηνή, έπαθε ένα σοκ:

Παναγία μου, αυτό είναι καταπληκτικό! Σχεδιάστρια ήτανε;

Όχι, η Όλγα το έπλεξε.

Η μαμά παίζει με τη φόρμα.

Μα, δε μπορούσε να φέρει κάτι καλύτερο; Σημαντική μέρα για το παιδί και φέρνει… πλεχτά; Σιγά τσιγκουνιά! Απίστευτο.

Μαμά!

Τι, μαμά; Δε λέω αλήθεια;

Η Άννα δεν ήξερε πού να κρυφτεί με τη γιαγιά Όλγα να ακούει απ την πόρτα. Η πεθερά της ήσυχα άφησε πάνω στην ντουλάπα ένα ποτήρι κομπόστα, το αγαπημένο της Άννας, κι έφυγε αθόρυβα. Η μικρή καθησυχάζει το μωρό, κατεβαίνει κάτω η Όλγα έχει ήδη φύγει.

Κώστα, ντρέπομαι!

Μα εσύ δεν τα είπες!

Δεν αντέδρασα! Έπρεπε.

Μην ανησυχείς. Η μαμά μου κατάλαβε τα πάντα.

Η Άννα έσπαγε το κεφάλι της να βρει πώς να το „σώσει”. Μίλησε στην Όλγα που την καθησύχασε:

Άσε, Άννα μου. Δεν με πείραξε.

Αλλά η Άννα ένιωθε ότι κάτι είχε ραγίσει, κι έψαχνε να το κολλήσει.

Μια μέρα, που ήταν μόνη στο σπίτι με το Νικόλα πάνω να κοιμάται, την έπιασε δυνατός πόνος στην κοιλιά. Κάλεσε τον Κώστα· κλειστό τηλέφωνο. Ο πατέρας χειρουργούσε. Παίρνει τη μαμά:

Γεια σου καρδιά μου! Καλά είστε; Ο μικρός; Δεν έχουμε δει ο ένας τον άλλον από το πάρτυ. Ήταν φανταστικό, το έκανα όπως έπρεπε! Όλοι εντυπωσιασμένοι!

Μαμά…

Μην το ξαναλές! Είμαι εδώ για όλα! Ωπ, έχω δεύτερη γραμμή…

Η Ειρήνη έκλεισε. Δοκίμασε ξανά η Άννα κατειλημμένο.

Η κρίση μεγάλωνε, σουβλιές, ίδρωμα. Καλεί το 166, μετά την Όλγα.

Άννα;

Σε παρακαλώ… ο μικρός…

Η Όλγα δεν έτρεξε έτσι ποτέ της. Ούτε παντόφλα δεν άλλαξε, άρπαξε τη τσάντα και βγήκε στον δρόμο.

Θέλετε να σκοτωθείτε από τώρα; φωνάζει ο ταξιτζής όταν φρενάρει.

Παρακαλώ! Η κόρη μου… Τρέχουμε!

Καθίστε κυρά μου, θα φτάσουμε!

Με 30 χρόνια πίσω απ το τιμόνι, οδήγησε καλύτερα κι από ραλίστα. Το ΕΚΑΒ έφτασε σχεδόν ταυτόχρονα. Η Όλγα κατάπιε το σάλιο της· έδειξε το σπίτι.

Η Άννα επανήλθε για λίγο.

Σας παίρνουμε μαζί μας.

Πού πάμε;

Άννα, ηρέμησε. Εγώ με τον μικρό. Ο Κώστας έρχεται.

Η εγχείρηση πήγε καλά. Ο πατέρας της ήθελε να μείνει για ανάρρωση.

Μην κάνεις χαζομάρες, κορίτσι μου! Θέλει γερή μαμά το παιδί!

Στο σπίτι, πρώτη δουλειά η αγκαλιά του Νικόλα. Και μετά τη μαμά της:

Μπορείς να έρθεις να μείνεις λίγο; Έχω ανάγκη βοήθειας με τον μικρό, οι γιατροί δεν με αφήνουν να σηκώνω βάρη.

Φυσικά! Αλλά… Άννα, κανονίζω ταξίδι. Πετάω μεθαύριο. Να ακυρώσω; Είναι μη-επιστρεπτέο… Πόσο το ήθελα αυτό το ταξιδάκι!

Η Άννα δάγκωσε τα χείλη, έκλεισε απλά το τηλέφωνο. Πάλι μόνη. Τάισε το παιδάκι της κι έγειρε εξαντλημένη. Πότε, επιτέλους, θα σταματήσει να πονάει; Οι γιατροί έλεγαν θα περάσει γρήγορα, μα το σώμα άλλο έλεγε.

Ξύπνησε και ένιωσε βήματα στο δωμάτιο.

Ωχ! Δεν ήθελα να σε ξυπνήσω! χαμογέλασε η Όλγα παίρνοντας τον μικρό αγκαλιά. Πεινάς; Σού ετοίμασα σούπα, έκανα και ρυζόγαλο και σπιτικές τυρόπιτες. Τώρα δίνω τον μικρό στον Κώστα και σου τα φέρνω. Αν δεν σε πειράζει, να μείνω εδώ δυο βδομάδες, μέχρι να στρώσεις.

Η Άννα δεν άντεξε, άρχισε να κλαίει.

Έλα, κορίτσι μου, μη! Ο γιατρός είπε μόνο θετικές σκέψεις! Να, για έλα να δεις!

Η Όλγα έβαλε τον Νικόλα στο πάτωμα, τον συγκράτησε και τον άφησε μόλις εκείνος πατούσε γερά. Τα μάτια της Άννας άστραψαν στιγμιαία, μόλις τον είδε να κάνει μερικά ασταθή βηματάκια προς το μέρος της.

Ε, πώς πάμε; Καλές οι θετικές σκέψεις; Άντε πάμε, έχει φαΐ και η μάνα χρειάζεται δυνάμεις. Γιατί μόλις αυτός ο μπόμπιρας αρχίσει να τρέχει, θα τρέχουμε κι εμείς πίσω του και πού να βρεις καιρό να φορέσεις τις καλτσούλες σου!

Oceń artykuł
Καλτσούλες