Не стало Каті Сини приїхали з Афін у село на поминки.
Καλά που ήρθαν έστω τώρα, ψιθύριζαν οι γείτονες. Τουλάχιστον την αποχαιρέτησαν όπως πρέπει τη μάνα τους.
Τελείωσαν τα τρισάγια και οι γιοι με τις οικογένειές τους άρχισαν να ετοιμάζονται για την επιστροφή στην πόλη. Ξαφνικά, μπήκε στο σπίτι η θεία Λίνα, η αδελφή της Κατίνας.
Θεία Λίνα, πρέπει να φύγουμε, ξεκίνησε ο μεγαλύτερος γιος. Το σπίτι πρέπει να κλείσει. Καλό είναι να ετοιμαστείτε κι εσείς.
Να φύγω; απόρησε η αδελφή της μητέρας τους. Εγώ στο σπίτι μου είμαι, που να πάω τώρα;
Όλοι κοίταξαν τη Λίνα ξαφνιασμένοι.
***
Η Ρήνα παντρεύτηκε τον Δημήτρη και μετακόμισε στο σπίτι της μητέρας του.
Ο γάμος τους ήταν λιτός, αποφάσισαν να κρατήσουν τα χρήματά τους για κάτι ουσιαστικότερο, όχι για επίδειξη και σπατάλη.
Μέχρι τότε, έμεναν χωριστά. Ο Δημήτρης με τη μητέρα του στα Πατήσια, η Ρήνα σε φοιτητική εστία στου Ζωγράφου. Στο σπίτι της ποτέ δεν έμενεη μητέρα της όλο γλεντούσε, ο πατέρας άγνωστος για εκείνην.
Η μητέρα του Δημήτρη αποφάσισε να τους αφήσει να ζήσουν λίγο μόνοι. Πήρε άδεια από τη δουλειά στη ΔΕΗ και πήγε στις Σπέτσες στη Λίνα, την αδελφή της Κατίνας. Η Λίνα ζούσε πια μονάχηο άντρας είχε φύγει νωρίς, τα δυο της αγόρια περνούσαν σπάνια, και τα τηλέφωνα ακόμα σπανιότερα.
Σκέφτονταν να τηλεφωνήσουν μήπως χρειάστηκε κάτι, αλλά πάντα είχαν άλλες δουλειές, υποχρεώσεις. Η Κατίνα στεναχωριότανδεν αξίζει η μάνα ένα απλό τηλέφωνο; Τα έκανε όλα μόνη της, λίγο η ίδια, λίγο κάποιος γείτονας, λίγο με την ανιψιά και τον Δημήτρη όποτε ερχόταν.
Όλα τα ήξερε αυτός. Παλιά πήγαινε συχνά, τώρα παντρεύτηκε κι εκείνος. Μάλλον θα τη λησμονήσει όπως τα παιδιά της. Κι ούτε τις γυναίκες τους έφερναν ποτέ στο χωριό. Μόνο στον γάμο είδε τις νύφες της, δεμένες με την πόλη. Εγγόνια; Ούτε λόγος, είναι λέει νωρίς ακόμη.
Λίνα, ήρθες! Αδελφή μου! χάρηκε η Κατίνα.
Καθόλου δεν βαριούνταν μαζί. Πάντα μαζί από μικρές, ώσπου η Λίνα έφυγε για Αθήνα, παντρεύτηκε εκεί. Η Κατίνα έμεινε χωριό, οι δυο τους χήρες στα σαράντα, δεν ξαναπαντρεύτηκαν.
Για κάμποσες μέρες βάλε εσύ τα κλειδιά. Εγώ άδεια παίρνω σε μια βδομάδα μόνο. Ο Δημήτρης γιατί δεν ήρθε; Ναρχόντουσαν με τη νύφη, να ανασάνει και το σπίτι. Μήπως πήγαν ταξίδι του μέλιτος, κάπου στη Χαλκιδική;
Όχι. Προσπαθούν να κάνουν οικονομία. Ούτε γλέντια, ούτε έξοδα. Κι η Ρήνα είναι ουσιαστικά μόνη της. Η μάνα της μια ζωή στα γλέντια, από παιδί στα δικά της. Μπράβο το κορίτσι, όμως, κι ας τα πέρασε.
Να τους έπαιρνες εδώ, να ξεφύγουν λίγο.
Ήθελα να τους αφήσω λίγο μόνοι τους. Ας συνηθίσουν. Εγώ όλο εκεί, θα τους εμποδίζω. Θα ξεκουραστώ εγώ λίγο στη Λίνα. Μια χαρά να μείνουν καιρό χωρίς εμένα, τριάντα γινόταν, κοντεύαμε να το χάσουμε.
Σου λέω, κι αν έχουν συνηθίσει μαζί, ας της δείξει το χωριό. Καλέσ τους. Το σπίτι μεγάλο, χωράμε όλοι. Άμα δεν τους αρέσει, γυρίζουν πίσω.
Πράγματι, ήρθαν την επόμενη μέρα. Η θεία καταχάρηκε. Τα δικά της τα παιδιά, τίποτα.
Χαρά που πήρα! Οι δικοί μου μήτε να το σκεφτούν. Όλο έρχομαι, όλο δουλειές έχουν, είπε παραπονεμένη η Κατίνα.
Η Ρήνα ξετρελάθηκε με το χωριό. Θυμήθηκε τα παιδικά της χρόνια στης γιαγιάς στην Άνδρο. Όταν αυτή χάθηκε, η Ρήνα ήταν δεκαπέντεαπό τότε μόνη της έκανε τα πάντα.
Η Κατίνα πάντα στη δουλειά, η Λίνα ξεκουραζόταν και μαγείρευε για όλους. Ο Δημήτρης επισκεύασε τη μάντρα και τον σκεπή στο παλιό υπόστεγο. Η Ρήνα δεν ξεκόλλησε στιγμή από το μποστάνι.
Ρήνα, άσε μωρέ τα περιβόλια, ας μείνει κάτι να κάνω κι εγώ μόλις πάρω άδεια. Ξεκουράσου!
Δε με κουράζει. Μικρή όλα αυτά στον κήπο τα μάθαινα. Μου αρέσει η γη. Εσείς διακοπές, εγώ εδώ!
Ο καιρός πέρασε γρήγορα. Οι επισκέπτες γύρισαν στην Αθήνα και η Κατίνα έμεινε πάλι μόνη. Όλα τα έφτιαξαν, όμως η μοναξιά την βάρυνε. Βράδιαζε κι ένιωθε άδεια. Πήρε τηλέφωνο τον μεγάλο γιο.
Τι έγινε;
Τίποτα. Ήθελα απλώς να ακούσω τα νέα σου. Μήπως έρθετε για λίγο;
Πολύ δύσκολο τώρα. Πάρε τον μικρό, θα πάει στο Ναύπλιο, μπορεί να αλλάξει γνώμη.
Πήρε και τον μικρό, τα ίδια πάνε στη θάλασσα, στη μάνα δεν κάνουν ούτε μέρα. Δεν πειράζει, ο Δημήτρης υποσχέθηκε να έρχεται συχνά.
***
Τα χρόνια πέρασαν. Ο Δημήτρης με τη Ρήνα αγόρασαν σπίτι στου Γουδή. Δεν λησμόνησαν τη θεία τακτικά έπαιρναν τα παιδιά κι έρχονταν στο χωριό, βοηθούσαν στο σπίτι και στα χωράφια. Και τα παιδιά τους, καλοκαίρια ολόκληρα με γιαγιάδες. Και οι δυο η Κατίνα και η Λίνα, πια συνταξιούχες.
Δικά της εγγόνια η Κατίνα δεν είδε ποτέ. Ο μικρός έχει παιδί, μα όχι δικό του πήρε διαζευγμένη με παιδί. Ο μεγάλος ούτε παιδιά, όλο δουλειές κι υποχρεώσεις, ώσπου πια ήταν αργά. Έτσι έρχονταν τρεις-τέσσερα χρόνια μια φορά, κι αυτό ήταν. Ούτε τη μάνα, ούτε παιδιά. Φτου, να είναι λέει ευχαριστημένη.
Καλά που υπήρχαν ο Δημήτρης και η Ρήνα. Και η αδελφή της.
Έτσι ζούσαν ώσπου η Κατίνα έπεσε βαριά άρρωστη. Έκαναν θεραπείες, αλλά χρειάζονταν επιπλέον χρήματα. Πήρε τηλέφωνο τον μικρό της.
Μαμά, μια ζωή στα σανατόρια δεν πήγαινες, μη το ξεκινάς τώρα. Σπίτι σου και οι τοίχοι βοηθάνε. Περαστικά
Τη θεραπεία και τη διαμονή σε δήμοσιο θεραπευτήριο πλήρωσαν ο Δημήτρης με τη Ρήνα. Έστειλαν τις δυο αδελφές μαζί. Να περάσουν λίγο όμορφα.
Η Κατίνα έφυγε από τη ζωή τέσσερα χρόνια αργότερα. Οι γιοι της ήρθαν για τα μνημόσυνα στο χωριό.
Καλά που τώρα βρήκαν χρόνο, ψιθύριζαν οι γείτονες. Τουλάχιστον τη συνόδευσαν.
Κι εκεί που μαζεύονταν να γυρίσουν Αθήνα με τις οικογένειες, βρέθηκαν στης θείας Λίνας με τον Δημήτρη.
Θεία Λίνα, ήρθε η ώρα, πρέπει να κλείσουμε το σπίτι. Ελάτε και εσείς μαζί μας.
Τι να πει κανείς, είπε η αδελφή της μάνας τους, στο σπίτι μου μένω! Που να πάω;
Όλοι την κοιτούσαν εμβρόντητοι.
Αυτό ήταν της μάνας μας, είπε ο μικρός. Τώρα είναι δικό μας. Θα το πουλήσουμε. Πάρτε ότι θέλετε για ενθύμιο, κάνα σερβίτσιο, μια τιμιότητα. Όλα τα υπόλοιπα θα τα πετάξουμε.
Εσείς να πάρετε ό,τι θέλετε για να θυμάστε τη μάνα σας. Το σπίτι η αδελφή σας μού το χάρισε όταν αρρώστησε, με συμβολαιογράφο, μόλις γύρισε από το θεραπευτήριο.
Πότε; Πως γίνεται; Εμείς είμαστε τα παιδιά!
Τώρα θυμηθήκατε ότι είστε παιδιά; Που ήσασταν όταν η μητέρα σας υπέφερε; Ποτέ ένα χέρι, ποτέ μια επίσκεψη! Παιδιά
Οι γιοι έφυγαν, ούτε εξήγηση δεν έδωσαν ποτέ. Δεν θα ξαναρθουν, ούτε καν θα τηλεφωνήσουν.
Η Λίνα μετακόμισε στο σπίτι της αδελφής της. Το διαμέρισμά της το νοικιάζει, στηρίζει τα παιδιά του Δημήτρη. Όλη η οικογένεια συχνάζει στο σπίτι, βοηθούν όπως μπορούν ο ένας τον άλλον. Όλοι τους αγαπημένοι, εκτός από την απουσία της Κατίνας.
Όμως εκείνη, όσο κι αν έλειψε, είναι πάντα δίπλα τους στη μνήμη τους, στην καρδιά όλων.





