Ο Νυχτερινός Συγγενής και το Τίμημα της Ηρεμίας

Νυχτερινός συγγενής και το τίμημα της ησυχίας

Όχι πάλι, ψιθυρίζει η Μαρία, με τα μάτια της καρφωμένα στο νεροχύτη γεμάτο σαπουνάδα.

Το ρολόι της κουζίνας δείχνει «1:15». Όλο το σπίτι ησυχάζει· στο διπλανό δωμάτιο ανασαίνει ήρεμα η μικρή Ειρήνη. Στην κρεβατοκάμαρα μάλλον ήδη κοιμάται ο Νίκος. Από τη θαμπή λάμπα απλώνεται μια κίτρινη κουκίδα φωτός στο τραπέζι, εκεί που μένει παρατημένη μια κούπα με κρύο τσάι χαμομήλι.

Το κουδούνι της πόρτας σκίζει ξαφνικά τη σιωπή σαν μαχαίρι. Διαρκεί πεισματικά, με σύντομα διαλείμματα που γίνονται αρκετά για να γεννηθεί μέσα της ένα αδύναμο «έλεος, ας το αφήσει για άλλη φορά».

Από την κρεβατοκάμαρα ακούγεται η υπναλέα, αν και γνώριμη φωνή του Νίκου:

Ξανά αυτός;

Η Μαρία σκουπίζει τα χέρια της στην ρόμπα, πνίγει το χασμουρητό που θα ήθελε να πει όλος ο κόσμος πως «κοιμάμαι, αφήστε με ήσυχη» και κατευθύνεται προς την πόρτα. Στο δρόμο νιώθει ένα μείγμα συναισθημάτων: ενόχληση, μια ελαφριά ντροπή γι αυτή την ενόχληση. Και μια κόπωση βαριά σαν βρεγμένη κουβέρτα.

Στο ματάκι διακρίνει γνώριμο περίγραμμα. Γεροδεμένος, με παλιά δερμάτινη ζακέτα, το κασκέτο πίσω στο κεφάλι. Ο πεθερός της, ο Παναγιώτης Παναγιωτίδης, στέκεται όπως πάντα μισογυρισμένος προς την πόρτα. Με το ένα χέρι στηρίζεται στον τοίχο, με το άλλο κρατάει μια χάρτινη κούτα.

Στα πόδια του μια σακούλα super market με πράσινο λογότυπο η Μαρία ξέρει ήδη ότι εκεί μέσα έχει μπισκότα. Τα ίδια κάθε φορά.

Ανοίγει.

Μαράκι! ο Παναγιώτης λάμπει, λες και είναι μεσημέρι. Δεν κοιμάστε ακόμα; Ωραία τότε. Δέκα λεπτά μόνο θα μείνω.

Καλησπέρα σας, κύριε Παναγιώτη, προσπαθεί να χαμογελάσει εκείνη. Βραδιάτικα όμως

Έλα τώρα, η νύχτα είναι ακόμα μικρή! λέει αδιάφορα εκείνος. Και εγώ το ίδιο, όσο τα πόδια κρατούν! Δεν με αφήνεις να μπω, ε; Έχω και θησαυρό μαζί.

Σηκώνει την κούτα. Έχει ξεθωριασμένη ετικέτα «Ταινία 8mm». Στη γωνία γραμμένο με στυλό: «1978, Πρωτοχρονιά, Σπίτι». Μυρίζει παλιά ντουλάπια και κάτι νοσταλγικό.

Τη βρήκα, φαντάσου! μπαίνει ήδη στο χωλ προσπερνώντας το τυπικό «περάστε». Του γείτονα ήταν στην αποθήκη. Του λέω, «Αυτή δικιά μου είναι!». Στην αρχή δε με πίστευε, μετά αναγνώρισε τον γραφικό χαρακτήρα. «Η Μάρω», λέει, «έγραφε έτσι»

Το όνομα της μακαρίτισσας γυναίκας του, της Μάρω, ακούγεται σαν φάντασμα στο στενό διάδρομο.

Απ την κρεβατοκάμαρα εμφανίζεται ο Νίκος, τρίβοντας τα μάτια του. Φοράει φθαρμένη μπλούζα και φόρμα.

Μπαμπά βραχνιάζει. Είναι μία η ώρα.

Και λοιπόν! ξεσπάει ο Παναγιώτης. Η καλύτερη ώρα για αναμνήσεις! Εσύ, αγόρι μου, γκρινιάζεις; Στην ηλικία σου τέτοια ώρα βγαίναμε για χορό.

Η Μαρία νιώθει πως κάθε του λεξούλα αντηχεί μέσα στο κεφάλι της σαν βαρύ σφυρί. Μα την ίδια στιγμή σκέφτεται: «Μόνος του είναι εκεί, σκοτάδι Ίσως φοβάται».

Ελάτε κουζίνα να μην ξυπνήσουμε την Ειρήνη, λέει με συγκρατημένη ανάσα. Σιγά όμως, παρακαλώ.

Εννοείται, θα είμαι αθόρυβος, υπόσχεται εκείνος, ξεκουμπώνοντας το μπουφάν.

Αθόρυβος σαν μπουρού της πυροσβεστικής, συλλογίζεται η Μαρία.

***

Στην κουζίνα, ο Παναγιώτης παίρνει κάθε φορά την ίδια θέση κοντά στο καλοριφέρ, «για να μη με πιάνει το ρεύμα», όπως λέει. Η Μαρία του γεμίζει το φλιτζάνι σχεδόν μηχανικά· λειτουργεί σε mode βραδινής εξυπηρέτησης.

Ο Νίκος κάθεται απέναντι και κοιτάζει την κούτα.

Τι είναι; ρωτάει.

Το οικογενειακό μας σινεμά, ανακοινώνει υπερήφανα ο Παναγιώτης. Ταινία. Παλιές αλλά ζωντανές σκηνές. Εδώ η μάνα σου, εσύ μικρούλης. Έλατα, σαλάτες και η θεία Κατερίνα με τη μύτη της που γελάει. Ολόκληρη ιστορία.

Η Μαρία κάθεται στο πλάι, στηρίζοντας το κεφάλι της. Το ρολόι αδυσώπητο: «1:27», «1:28» Ο Παναγιώτης ωστόσο, σαν να ξεκινάει τώρα.

Θυμάμαι εκείνο το βράδυ, αφηγείται ζωηρά. Χτυπάει η πόρτα μετά τα μεσάνυχτα, έρχεται ο Σπύρος με τη γυναίκα του. Χιόνι, παγωνιά, κι όμως: «Περάστε, παιδιά! Το σπίτι μας είναι πάντα ανοιχτό!». Η Μάρω τότε είχε πει πως «τη νύχτα, οι πόρτες είναι για όσους το χρειάζονται πραγματικά».

Η Μαρία γνέφει, τα λόγια της μένουν.

Μπαμπά, τρίβει τα μάτια ο Νίκος. Θα τη δούμε επιτέλους την ταινία ή μόνο θα μας τα λες;

Αμέ, ζωηρεύει ο Παναγιώτης. Μα δεν έχω πια μηχανή. Λέω, μήπως έχετε εσείς;

Σε διαμέρισμα 4ου ορόφου, μηχανή 8mm; σαρκάζει κουρασμένα η Μαρία. Σίγουρα, δίπλα στο πιάνο και το τυπογραφείο στην αποθήκη.

Εκείνος δεν καταλαβαίνει το αυτοσαρκασμό.

Θα βρούμε, δηλώνει αισιόδοξος. Αλλιώς πάμε να τη μετατρέψουμε σε ψηφιακή. Εσύ, Νίκο μου, προγραμματιστής είσαι, θα βρεις λύση. Εγώ εν τω μεταξύ, να σας λέω με διαλλείματα!

Και ξεκινά: Πώς αγόρασαν την πρώτη φωτογραφική, πώς τραβούσαν στιγμές στο εξοχικό, πώς γελούσε η Μάρω όταν της έπεφτε χιόνι στο σβέρκο. Μια ατέλειωτη ροή λόγου, η φωνή του γεμάτη μέρα ενώ το έξω είναι βαθιά νύχτα.

Η Μαρία ακούει με μισοκλειστά μάτια νιώθει αντί για αίσθηση: «Αύριο στις 7 πρέπει να ξυπνήσω, να πάω την Ειρήνη στον παιδικό, να στείλω το report στη δουλειά, τα μάτια κλείνουν»

***

Ένας συριστικός ήχος την επαναφέρει.

Στην πόρτα της κουζίνας ένα μικρό κοριτσίστικο σκιτσάκι η Ειρήνη με πιτζάμες ροζ αστεράκια. Τρίβει τα μάτια, τα μαλλιά πετάνε.

Μαμά ψιθυρίζει σκοντάφτοντας.

Τι έπαθες, Ειρήνη μου; η Μαρία τη σηκώνει μη τυχόν χτυπήσει.

Διψάω, μουρμουρίζει το κορίτσι. Και είδα πάλι τον παππού στο όνειρο.

Ο Παναγιώτης ακούγοντας «παππού» λάμπει.

Να το, φαρδαίνει οι ώμοι του. Τα παιδιά νιώθουν το δέσιμο!

Η Ειρήνη τον κοιτάζει νυσταγμένα.

Κάθε βράδυ μου έρχεσαι στα όνειρά μου, λέει σοβαρή. Όλο χτυπάς και δεν μπορώ να κλείσω την πόρτα, γιατί το χερούλι καίει.

Η Μαρία αισθάνεται παγωμένη μια μπάλα στο στομάχι. Ο Νίκος κατσουφιάζει.

Τι εφιάλτες είναι αυτοί; ψιθυρίζει.

Όχι εφιάλτες, βεβαιώνει ο Παναγιώτης. Είναι της ψυχής το δέσιμο.

«Ή της ανάγκης μας για ησυχία» σκέφτεται η Μαρία, αλλά λέει μόνο:

Έλα, Ειρηνούλα, πάμε στο κρεβάτι, θα ξανάρθει ο παππούς άλλη μέρα

Το βράδυ πάλι; ρωτάει.

Συναντιέται με το βλέμμα του Παναγιώτη εκείνος δείχνει ειλικρινά αθώος, σαν παιδί.

Και μέρα γίνεται, της λέει ήπια. Ακόμα καλύτερα.

Η μικρή χουχουλιάζει στον ώμο της Μαμάς.

Η Μαρία την βάζει ξανά για ύπνο και ακούει τους ήχους από την κουζίνα, ο Παναγιώτης συνεχίζει με χαμηλή φωνή, μα ακόμη υπερμετρικά ζωηρός για την ώρα.

Καθώς σκεπάζει την Ειρήνη συλλογιέται: «Τα δέκα λεπτά του, πάντα γίνονται μία ώρα μπισκότα, τσάι, βαριά βλέφαρα, χαλασμένο ωράριο»

Στο διάδρομο το ρολόι χτυπάει σχεδόν δύο. Η Μαρία παίρνει μια βαθιά ανάσα· η αντοχή της, σαν ξυπνητήρι, μετρά τελευταία λεπτά

***

Πάλι στη μία τη νύχτα ήρθε, γκρινιάζει η Μαρία στο τηλέφωνο στην Κωνσταντίνα, τη φίλη της απ το Πανεπιστήμιο.

Η Κωνσταντίνα ακούει και χαμογελάει.

Μαρία Παναγιωτοπούλου, ψιθυρίζει θεατρικά, συλλυπητήρια. Το σπίτι σου έχει καταληφθεί από το πνεύμα της προηγούμενης γενιάς.

Πολύ αστείο. Ειλικρινά όμως, ούτε να κοιμηθώ δεν μπορώ, όλο στην αναμονή για το κουδούνι μένω. Και έρχεται πάντα! Στη μία, στη μιάμιση, δύο παρά Πάντα για «δέκα λεπτάκια».

Κβέστ το έχεις πιάσει! γελάει η φίλη. Εσένα το «νυχτερινό hardcore»: σήκω, βάλε νερό, άκου το μονόλογο, μπισκότο δώρο.

Χαμογελάει άθελά της η Μαρία.

Και πάντα φέρνει τα ίδια μπισκότα, γκρινιάζει. Βρώμης σε πράσινη συσκευασία, δεν τα αντέχω άλλο!

Σύμβολο έχει καταντήσει, σχολιάζει η Κωνσταντίνα. Του βάλε ξυπνητήρι φιλοξενίας!

Πώς;

Να του τηλεφωνείς εσύ στη μία!

Σκληρό, γελάει η Μαρία.

Πλάκα κάνω, λέει εκείνη. Αλλά σοβαρά: πρέπει να βάλεις όριο. Αλλιώς νομίζει πως είναι εντάξει αφού πάντα ανοίγεις.

Είναι ο πεθερός μου. Έμεινε μόνος, η Μαρία έφυγε, ο Νίκος μοναχογιός Τι να του πω; «Κύριε Παναγιώτη, μην έρχεστε βράδυ»; Έχει πίεση, μοίρα κοινή, αναμνήσεις

Και εσύ έχεις πίεση, παιδί και δουλειά, θυμίζει η φίλη. Τα όρια δεν είναι κακία, είναι φροντίδα. Καμιά φορά βοηθάει και τους άλλους.

Η Μαρία σωπά. Τα λόγια για «όρια» τη φέρνουν σε αμηχανία. Θεωρούσε πάντα πως η καλή νύφη αντέχει.

***

Η πρώτη νυχτερινή επίσκεψη του Παναγιώτη έγινε έξι μήνες μετά τον θάνατο της Μάρως.

Τότε η Μαρία πίστεψε πως θα ήταν μια φορά· για να μοιραστεί η λύπη σε ώρα ησυχίας, όταν ο ήλιος είναι αμείλικτος.

Ήταν βράδυ, σχεδόν είχαν αποκοιμηθεί με τον Νίκο. Το σκοτάδι διάσπαρτο, ένα αχνό λαμπύρισμα από το παράθυρο μόνο. Όταν ακούστηκε το δυνατό κουδούνι.

Ποιος είναι τέτοια ώρα; πετάγεται η Μαρία.

Επίμονο, παρακλητικό. Ο Νίκος σηκώνεται βιαστικά:

Μήπως κάτι συνέβη.

Ανοίγουν και ο Παναγιώτης, τσαλακωμένος, χωρίς μπουφάν, παλιό πουλόβερ, μάτια βουρκωμένα.

Συγγνώμη λέει μπαίνοντας, πριν καν τον καλέσουν. Δεν άντεξα Σπίτι άδειο.

Μυρίζει τσιγάρο και κρύο. Στο χέρι η γνωστή σακούλα με τα μπισκότα βρώμης.

Μπαμπά, τι έγινε; ζορίζεται ο Νίκος.

Τίποτα, αμύνεται ο Παναγιώτης, ήθελα να σας δω.

Η Μαρία θυμάται την κηδεία της Μαρούλας, τον Παναγιώτη σφιγμένο με το καπέλο. Το βλέμμα του, σαν να έχασε τον συντεταγμένο χρόνο.

Κάθισε στην κουζίνα, έπινε τσάι σιωπηλός, έλεγε μόνο σκόρπιες φράσεις:

Εκείνη μ έβαζε να πίνουμε τσάι μες στη νύχτα

Έτρεμαν τα χέρια του στα μπισκότα.

Εκεί δίπλα τα γνώρισα, μονολογούσε. Μια φορά τραβήξαμε μαζί την ίδια σακούλα. Σου λέω, τότε είπα: όποιος το πάρει, παντρεύεται!

Η Μαρία τότε λυπήθηκε μόνο.

Να έρθετε όποτε νιώσετε, του είπε αποχαιρετώντας τον ξημερώματα. Εδώ είμαστε.

Και το πήρε κυριολεκτικά. Ο Παναγιώτης ερχόταν όταν το «έπρεπε» ήταν πάντα μετά τα μεσάνυχτα.

Μια φορά, δυο. Ύστερα συνήθεια. Χάθηκε πια το διάστημα ανάμεσα σε νυχτερινές του επισκέψεις

***

Ο Νίκος, όταν προσπάθησε να του το πει η Μαρία, σήκωσε απλώς τους ώμους.

Ξέρεις, πάντα ξενύχτης ήταν, είπε. Μια ζωή το βράδυ δούλευε, βιβλία διάβαζε, ακόμη κι όταν ήμουν μικρός, ο πατέρας μου στις δύο στην κουζίνα διάβαζε.

Τότε όμως καθόταν μονος του στο δικό του σπίτι, απαντά η Μαρία. Τώρα έρχεται σε εμάς.

Το σπίτι μας συνέχεια, νομίζει, είναι προέκταση, λέει ο Νίκος. Του είναι βαριά η μοναξιά. Νύχτα ειδικά.

Και εγώ το ίδιο νιώθω, λέει ειλικρινά η Μαρία. Κουράζομαι, ανησυχώ με κάθε κουδούνισμα, αφού η Ειρήνη ξυπνάει.

Ο Νίκος σωπαίνει· χρόνια σκέψη ανάμεσα στον ίδιο και τον πατέρα που ξεχειλίζει σε μια αδιόραρη ενοχή.

Ένα βράδυ, η Μαρία δεν σηκώθηκε καν. Ξάπλωσε, έμεινε ακίνητη· ο Νίκος πήγε. Μετά από ώρα άκουσε μουρμουρητά. Υπερκέρδισε η περιέργεια την κούραση πλησίασε.

Ο Παναγιώτης, μόνος πλέον στην κουζίνα, με μια στοίβα φωτογραφίες, στο φως μιας λάμπας.

Μαρώ μου, εσύ είσαι εδώ ψιθυρίζει, κοιτάζοντας παλιές λήψεις. Με εκείνο το φόρεμα με πείραζες, «αν παχύνω θα με αφήσεις;». Εγώ ανόητος, δεν απάντησα ποτέ.

Ξαναγυρνά τη φωτογραφία.

Εδώ ο μικρός ο Νικόλας Σ αυτή τη τηλεόραση, ταινίες μαζί. Θυμάσαι που ρθε μια νύχτα ο Σπύρος και δεν τον αφήναμε να φύγει; Είπες, «όποιος αντέχει, να μπαίνει κι αργά η πόρτα κλείνει όταν φύγουμε εντελώς».

Μιλούσε σε σκιές, ζητούσε με λέξεις μια πόρτα ανοιχτή.

Η Μαρία αντί γολγοθά ένιωσε μια τσιμπιά λύπης δεν ήταν τέρας ο πεθερός, ήταν ένας χαμένος άνδρας στη νύχτα.

Αυτό δεν διέλυσε τον εκνευρισμό· απλώς τον έκανε πιο πολύπλοκο.

***

Κάποια φορά το γύρισε σε χιούμορ.

Καλοκαίρι αρχές, η νύχτα δροσερή, το παράθυρο ανοιχτό. Το κουδούνι, όπως πάντα στην ώρα του. Η Μαρία, αντί για τη ρόμπα, φόρεσε μεταξωτό μπουρνούζι γεμάτο λουλούδια, στον ύπνο της φόρεσε μάσκα που της είχε πάρει η Κωνσταντίνα. Την μάσκα στο κούτελο να βλέπει αλλά, αξεσουάρ.

Έτσι μπράβο ηθοποιός!, έκανε χιούμορ ο Νίκος.

Ε, κάπως θα αντέξω, ψιθυρίζει η Μαρία. Σήμερα, μεταμεσονύχτιος κινηματογράφος στο σπίτι του Παναγιώτη.

Ανοίγει με μεγαλοπρέπεια.

Καλησπέρα, τον υποδέχεται. Καλώς ήρθατε στον αποκλειστικό μας νυχτερινό κύκλο: τσάι, μπισκότα, αϋπνία.

Ο Παναγιώτης γελά δυνατά.

Παναγία μου, τι νεολαία! τονίζει. Κι εγώ νόμιζα πέσατε για ύπνο από τις δέκα, σαν συνταξιούχοι!

Στην κουζίνα επίτηδες βγάζει νέα συσκευασία καφέ, δίνει μια στο ξυπνητήρι.

Να καθιερώσουμε: «μεσάνυχτα α λα ελληνικά»! προτείνει. Τσάι, μπισκότα, μπουζούκια, αλλά δυστυχώς ο ξυπνητήρι δε συγχωρεί.

Καλά λες, λέει ο Παναγιώτης. Τα καλύτερα λόγια, νύχτα τα κάναμε στη Στερεά. Θυμάσαι, Νίκο; Ύπνος στους συρμούς, οι καλοί παρέα.

Και κλείνει: Στη ζωή, οι πόρτες δεν πρέπει να κλείνουν νύχτα ποτέ δεν ξέρεις ποιος χρειάζεται είσοδο.

Η φράση καρφώνεται στη Μαρία τρυφερή, αλλά ταυτόχρονα επώδυνη.

«Και μες το σπίτι να μην ξεχνάμε πως υπάρχουν και άλλοι άνθρωποι», σκέφτεται. Απαντά δυνατά:

Υπάρχουν και παράθυρα όμως, και καλό είναι να τα κλείνουμε, να μην αρπάξουμε καμιά πούντα!

Αλλ ο Παναγιώτης αγνοεί το υπονοούμενο. Συνεχίζει την αφήγηση χώρια που πια στο βλέμμα της Μαρίας χώνεται αγανάκτηση.

***

Κάποια βραδιά δεν ανοίγει η Μαρία καν.

Η Ειρήνη έχει πυρετό. Ο Νίκος στη δουλειά, εκείνη μονάχη. Το κουδούνι, επίμονο όπως κάθε φορά. Η Μαρία παγώνει. Και όταν δεν ξαναχτυπά, μετράει: μέχρι το εκατό, δυοκόσια. Μάταια προσπαθεί να πείσει τον εαυτό της ότι «δεν έγινε και τίποτα».

Το πρωί, βγάζοντας τα σκουπίδια, βρίσκει έξω τη σακούλα με το γνωστό μπισκότο, λιγάκι νοτισμένη πια. Δίπλα, σημείωμα: «Κοιμάστε. Δεν ήθελα να σας ενοχλήσω. Π.»

Καμία μομφή, καμία γκρίνια. Ένα μπισκότο.

Η Μαρία τα χάνει: ταυτόχρονα ντρέπεται και θυμώνει. «Γιατί εγώ πρέπει να νιώθω κακιά μόνο και μόνο επειδή θέλω ύπνο;»

***

Κάθε μετά από νυχτερινή επίσκεψη το σπίτι μοιάζει παλιό, βαρύ.

Η Ειρήνη αρπάζει κρύωμα πάει και έρχεται στην κουζίνα όσο ο Παναγιώτης διηγείται ανέκδοτα. Ξενυχτάει όλη νύχτα, η Μαρία με κύκλους κάτω από τα μάτια στη δουλειά προσπαθεί να κρατηθεί στα πόδια της.

Το βράδυ ξαναπιάνει το κεφάλι.

Δεν μπορώ άλλο, λέει χωρίς να σηκώσει τα μάτια.

Τι εννοείς; ο Νίκος βάζει το βραστήρα.

Εννοώ πως δε θα ζω άλλο με νυχτερινό πρόγραμμα πατέρα σου. Δεν είμαστε διανυκτερεύον καφενείο! Έχουμε παιδί, δουλειά. Είναι το σπίτι μας να το νιώσω πια δικό μου θέλω.

Ο Νίκος είναι έτοιμος για το κλασικό «είναι ο πατέρας μου», αλλά η Μαρία τον σταματάει.

Όχι. Τα ακούω κάθε φορά: «είναι μόνος του», «έχει πρόβλημα», «τον αγαπάμε». Κι εγώ τι είμαι; Είμαι μάνα, γυναίκα, άνθρωπος με ανάγκες. Κι εκεί που έλεγες «ναι», σιγά-σιγά παραιτήθηκα.

Η φωνή της ξεκαθαρίζει τα πάντα.

Άκου, λέει τελικά ο Νίκος Το βράδυ που θα έρθει, να τα πούμε τρεις μαζί. Χωρίς ελαφρότητα, χωρίς «δέκα λεπτάκια». Θα του εξηγήσουμε πως χρειαζόμαστε τη νύχτα ΚΛΕΙΣΤΗ.

Τι θα του πεις; ρωτά διστακτικά ο Νίκος.

Να έρχεται μέρα ή το αργότερο ως τις εννιά. Δεν τον διώχνω. Αλλά πρέπει να διώξω τη νύχτα από τη ζωή μας.

Ο Νίκος ψιθυρίζει:

Μπορεί να στεναχωρηθεί

Κι εγώ στεναχωρήθηκα, λέει απαλά η Μαρία. Εσάς και τον ίδιο να παριστάνω την ανεκτική. Τέλος.

Τα λόγια ηχούν αληθινά και ελευθερωτικά.

Το βράδυ θα γίνει, συμφωνεί ο Νίκος. Θα είμαι δίπλα σου.

***

Βλέπει την κούτα με την ταινία στα χέρια του Παναγιώτη, και όλα δένουν μέσα της.

«Γιορτές οικογενειακές 1979» γράφει το κουτί. Ο Παναγιώτης, έχοντας αφήσει το παλτό στην καρέκλα, το βάζει με περηφάνια στο τραπέζι.

Να το δεις, λέει συνεχώς ολόκληρη ζωή εδώ μέσα.

Να μιλήσουμε πρώτα; προτείνει διστακτικά η Μαρία όσο ο Νίκος φτιάχνει τσάι.

Να τα χαλάσουμε πάλι; χαμογελάει τεχνητά ο Παναγιώτης. Γιατί όχι πρώτα να χαρούμε;

Το βλέμμα της αμηχανίας. Ο Νίκος σιγοντάρει.

Κάθεται απέναντι του. Αισθάνεται το σφυγμό στο λαιμό της.

Κύριε Παναγιώτη, του λέει. Χαιρόμαστε που το βρήκατε. Και που έρχεστε. Μα κάτι πρέπει να πούμε.

Τέτοιο σοβαρό στη νύχτα; προσποιείται αστείο ο πεθερός.

Ακριβώς για τη νύχτα, σοβαρεύει η Μαρία.

Σταματάει το χαμόγελο.

Σας ακούμε, λέει όσο πιο ψύχραιμα γίνεται.

Έρχεστε αργά, πάντα μετά τη μία. Για εσάς η νύχτα είναι η ώρα των ζωντανών αναμνήσεων. Με εμάς είναι ώρα ύπνου. Ο Νίκος δουλεύει, εγώ το ίδιο. Η Ειρήνη το σχολείο. Ξυπνάμε πάντα διάσπαρτοι.

Ο Παναγιώτης ζαρώνει.

Εγώ σας εμποδίζω δηλαδή; σιγοψιθυρίζει.

Ο Νίκος πετάγεται:

Δεν μας ενοχλείς ως πρόσωπο, αλλά περνάει η δυναμη. Πραγματικά, τα βράδια, με τόσο κουρασμένους που είμαστε, η Μαρία ιδιαίτερα και το παιδί, δεν αντέχεται άλλο.

Η Μαρία γνέφει.

Φοβάμαι πια μετά τις δέκα να ακούσω κουδούνι, παραδέχεται. Το στήθος σφίγγει. Η Ειρήνη λέει ονειρεύεται πως κάποιος χτυπάει την πόρτα και δεν αντέχει.

Ο Παναγιώτης φέρνει βλέμμα από τη Μαρία και τον Νίκο στην ταινία.

Νόμιζα ήταν όπως τότε. Η Μαρώ κι εγώ τσάι ως το ξημέρωμα. Πάντα ανοιχτά. Πιστεύαμε πως αν κάποιος έρθει νύχτα, το χει πραγματικά ανάγκη.

Εμείς τη νύχτα έχουμε ανάγκη να κοιμηθούμε, λέει η Μαρία γλυκά. Δεν είναι θέμα αγάπης. Είναι ζήτημα σεβασμού στον εαυτό μας και στο παιδί.

Σιωπή.

Δηλαδή, ψιθυρίζει τελικά, με αποφεύγετε;

Τίποτε τέτοιο, τον βεβαιώνει η Μαρία. Ελάτε όταν θέλετε, αρκεί πριν τις δέκα. Πάρτε τηλέφωνο. Θα είμαστε έτοιμοι, θα έχουμε το τσάι σας και μαζί σας.

Ο Νίκος συμπληρώνει:

Μαζί πάντα! Απλά ας είναι άλλη ώρα.

Ο Παναγιώτης, σαστισμένος, μετά από μικρή παύση:

Δεν σκέφτηκα πως κουράζω. Νόμιζα πως αφού δεν κοιμάμαι εγώ, δεν κοιμάται κανείς

Ελαφρώνει η Μαρία. Δεν ήταν αυταρχικός είχε σταματήσει ο χρόνος του με το θάνατο της γυναίκας του.

Ας δούμε το φιλμ Σάββατο μεσημέρι όλοι μαζί. Σαν να είναι Πρωτοχρονιά. Σαν παλιά.

Ο Παναγιώτης κοιτάζει την κούτα και μετά τη Μαρία.

Αν βράδυ στεναχωρηθώ

Αν συμβεί κάτι σοβαρό, χτυπάτε μας, τον κόβει απαλά. Μόνο για τσάι, όμως στο φως της μέρας.

Ο Νίκος υπογράφει.

Σε θέλουμε παρών και μέρα, του λέει. Μην ξοδεύουμε δυνάμεις σε άδειες ώρες. Δεν θυμάμαι πια τι μας λες εκείνη την ώρα

Ο Παναγιώτης χαμογελά θλιμμένα.

Άχρηστος γέρος έγινα, παραδέχεται. Νόμιζα, «δέκα λεπτά» δεν είναι παράξενο.

Τα δέκα λεπτά έγιναν χρόνος, λέει γλυκά η Μαρία.

Εκείνος γνεύει.

Καλά, το παμε Από το Σάββατο αρχίζει το νέο πείραμα. Τώρα πάω.

Θα σας συνοδεύσω, λέει η Μαρία.

Στο διάδρομο παλεύει με το μπουφάν.

Μαράκι, αν χτυπήσω μια φορά αργά

Θα σκεφτώ ότι ζορίζεστε, τον διαβεβαιώνει. Αλλά όχι πάντα θα ανοίγω. Άνθρωπος είμαι κι εγώ.

Στα μάτια του κάτι αλλάζει ίσως σεβασμός.

***

Μετά από λίγες μέρες, ήρθε το Σάββατο.

Το τραπέζι μετατράπηκε σε κινηματογραφική αίθουσα: στον τοίχο ένα σεντόνι, ο Νίκος φέρνει παμπάλαιο προβολέα από γνωστό του, η Ειρήνη αγκαλιά με λούτρινο δυόσμο, ο Παναγιώτης σαν αγόρι έτοιμος να δει όλο το χαμένο παρελθόν.

Ο προτζέκτορας ψιθυρίζει, η φλόγα του φωτός ζωντανεύει τη νέα εποχή.

Νεαρή γυναίκα με φορεματάκι, το γέλιο της σαν να μπαίνει ήλιος στο δωμάτιο. Δίπλα της ο Παναγιώτης, νεαρός, αγκαλιάζει σφιχτά. Στη μέση τους ο μικρούλης Νίκος.

Στην οθόνη, πρωτοχρονιάτικο τραπέζι: μανταρίνια, γιρλάντες. Η κάμερα πιάνει καρτέλα στην πόρτα: «Το σπίτι μας ανοιχτό πάντα, ακόμα και τη νύχτα, για δικούς μας».

Η Μαρία παίρνει μια τσιμπιά συγκίνησης.

Ο Παναγιώτης κλαίει αθόρυβα.

Εκείνο, ψελλίζει, το έγραψε η Μάρω Να ξέρουμε, να μην ξεχνάμε.

Το φιλμ δείχνει τη Μαρία να ανοίγει τη νύχτα, να γελά, να καλεί, το ρολόι δείχνει «1:05» Κείμενο: «Το σπίτι ανοιχτό για τους δικούς του πάντα».

Ο Παναγιώτης λυγίζει προσεκτικά.

Η Μαρία αισθάνεται ζεστασιά ένα κομμάτι ζωής ξαναβρίσκει θέση.

Η μικρή κοιμάται πάνω της, ένα χέρι της στη μαμά.

Το σπίτι, για πρώτη φορά, είναι γαλήνιο, αληθινό ανοιχτό όταν υπάρχει αμοιβαιότητα, τα όρια όταν υπάρχει αγάπη.

***

Ο προβολέας κλείνει. Ησυχία απλώνεται, η κόρη κοιμάται αγκαλιά στη μαμά.

Ο Παναγιώτης σκουπίζει το πρόσωπο.

Συγγνώμη, λέει σιγά. Πίστεψα πως φέρνω κάτι καλό πηγαίνοντας τη νύχτα. Πως έτσι δεν μένω μόνος.

Η Μαρία τον διαβεβαιώνει τρυφερά:

Εδώ είστε πάντα. Αλλά τώρα, ας αφήσουμε τις νύχτες για ύπνο.

Δύο μέρες αργότερα αγοράζει η Μαρία μπισκότα βρώμης σε πράσινη συσκευασία και ένα θερμός ασημί με βουνά. Βάζει στη σακούλα μαζί ένα μικρό κλειδί σε μπρελόκ.

Σε μια καρτούλα γράφει: «Κύριε Παναγιώτη, το σπίτι μας σας περιμένει πάντα ιδιαίτερα το πρωί! Το θερμός για να κρατάει ζεστασιά, το κλειδί αν ξεχάσετε. Τηλεφωνείστε πριν έρθετε. Σας αγαπάμε. Μαρία, Νίκος, Ειρήνη».

Τον παίρνει η ίδια μέρα, πρώτη φορά μέρα.

Κύριε Παναγιώτη, λέει. Αύριο τσάι εδώ το πρωί. Όποτε θέλετε, αλλά ως τις δώδεκα.

Γέλια ελαφριά στην άλλη άκρη.

Επίσημη πρόσκληση ε; ρωτάει.

Καινούρια παράδοση, του απαντά. Όχι άλλο νυχτοκάματο.

Το άλλο πρωί, δέκα η ώρα, έρχεται. Ειδοποιεί με SMS «ξεκίνησα». Φοράει καθαρό πουκάμισο, κρατάει μια ανθοδέσμη μαργαρίτες.

Για σένα, Μαράκι, λέει ντροπαλά. Για την υπομονή.

Υπό μάλης ένας λούτρινος αρκούδος με σκουφάκι ύπνου.

Για την Ειρήνη μας, συνεχίζει. Να της κρατάει συντροφιά, να ακούει παραμύθια στα όνειρα.

Η Μαρία χαμογελά αληθινά.

Περάστε, του λέει. Το τσάι σάς περιμένει.

Στην κουζίνα, ο ήλιος ζωγραφίζει φωτεινά τετράγωνα στο τραπέζι. Το τσάι καυτό, τα μπισκότα τραγανά. Η Ειρήνη ξεκούραστη, αγκαλιάζει τον αρκούδο. Ο Νίκος αφηγείται με χαρά καθημερινά νέα, ο πεθερός απαντά με ανέκδοτα για λάθη στα τρένα.

Ίδιος άνθρωπος· άλλο ρολόι. Πραγματικό πρωινό, αληθινή επίσκεψη.

Το βράδυ, η Μαρία ρωτάει την κόρη:

Σου φάνηκε ο παππούς σήμερα;

Όχι, χαμογελά η μικρή. Σήμερα απλά κοιμήθηκα. Το πρωί τον είδα αληθινά!

Η Μαρία χαμογελά στη σιωπή.

Μακάρι να μείνει έτσι, ψιθυρίζει.

Νύχτα. Το ρολόι δείχνει 1:15. Ησυχία απόλυτη. Κανένα κουδούνι. Η Μαρία ξυπνά πρώτη φορά επειδή ξεκουράστηκε.

Έμαθε να βάζει τα όριά της στη γλώσσα που χρειάζεται όχι με καυγά, όχι με ενοχή, αλλά με λόγια. Και τίποτα δεν κατέρρευσε.

Ο Παναγιώτης δεν χάθηκε από τη ζωή τους, απλώς σταμάτησε να μπαίνει πάντα στις μία τη νύχτα.

Και αυτό είναι νίκη, δική της και κάθε νοικοκυριού που μαθαίνει να ζητά τα αυτονόητα.

Oceń artykuł
Ο Νυχτερινός Συγγενής και το Τίμημα της Ηρεμίας