Παππούς πια δεν υπάρχει
Δάφνη μόλις είχε επιστρέψει από ακόμα ένα επαγγελματικό ταξίδι και δεν πρόλαβε καλά καλά να βγάλει τα παπούτσια της, πόσο μάλλον να ανοίξει τη βαλίτσα της, όταν χτύπησε το τηλέφωνο.
Η φωνή της μητέρας της, της Σμαρώς, ανησυχητική σαν να ραγίζεται το γυαλί. Όμως η Δάφνη, εξαντλημένη, δεν έδωσε σημασία η κούραση όλα τα έπνιγε στη σιωπή του ύπνου που της έλειπε.
Δαφνούλα μου, έφτασες σπίτι; Σε περίμενα.
Καλησπέρα, μαμά. Ναι, μόλις μπήκα. Κουβαλώντας ακόμα τη βαλίτσα… Τι συμβαίνει; Όλα καλά;
Ναι… δηλαδή, καλό είναι που είσαι σπίτι.
Η Δάφνη ένιωσε το παράξενο κενό σε αυτά τα λόγια, όπως τα βλέμματα που αποφεύγουν να σου πουν τα σημαντικά. Η μητέρα της μάλλον έψαχνε λέξεις, έκανε κύκλους γύρω από αυτό που την έκαιγε.
«Μάλλον μαζεύτηκε κανένα κουτσομπολιό από τη γειτονιά και βιάζεται να το πει…», συλλογίστηκε η Δάφνη. Μα δεν είχε όρεξη. Το μόνο που ήθελε ήταν να σωριαστεί στο κρεβάτι και να κοιμηθεί, μιας και το βράδυ στο τρένο ήταν ατέλειωτο χάος στο διπλανό κουπέ, τέσσερις νεαροί έκαναν γλέντι, παίζοντας μπουζούκι και τραγουδώντας:
„Μια βραδιά στο Μοναστηράκι,
άνθισε το βασιλικό…”
Αν ήταν σε καλή διάθεση, ίσως να χαμογελούσε. Μα εκείνη τη νύχτα ευχόταν να σπάσουν όλες οι χορδές του μπουζουκιού αλλά δεν έσπασαν.
Μαμά, θα ξεκουραστώ λίγο τώρα και μετά θα σε πάρω να τα πούμε, να συνέλθω λίγο…
Φοβάμαι πως δεν γίνεται… η φωνή της μητέρας σαν να πάγωσε.
Δεν κατάλαβα… Τι δεν γίνεται; για πρώτη φορά η Δάφνη ένιωσε πως κάτι ήταν πολύ λάθος.
Δεν θα ησυχάσεις, κόρη μου. Δεν θα καταφέρεις να ξεκουραστείς…
Μα γιατί; Ούτε καλεσμένους περιμένω, ούτε σκοπεύω να βγω. Να μην μου έχεις πάλι τίποτα έκτακτο…
Δαφνούλα… Ο παππούς έφυγε…
Τα γόνατά της τη λύγισαν. Κρατώντας το κινητό σαν σωσίβιο, βυθίστηκε αργά στον καναπέ. Δεν το περίμενε ποτέ έτσι, ξαφνικά, ολομόναχη στο σπίτι.
Με πήρε η γειτόνισσα, η Αρχοντούλα, το πρωί. Πήγε να του αφήσει φρέσκο τυρί και τον βρήκε, ξαπλωμένο στο κατώφλι, το χέρι στην καρδιά… Όλη τη νύχτα εκεί. Πρέπει να πάμε στο χωριό να τον αποχαιρετήσουμε, να κανονίσουμε την κηδεία. Οι γείτονες θα βοηθήσουν. Δάφνη, με ακούς;
Η Δάφνη έμεινε σιωπηλή, η θύελλα μέσα της δεν της επέτρεπε να βγάλει λέξη. Μόνο ένα αχνό „Ναι…” ψιθύρισε.
Η Αρχοντούλα ειδοποίησε τους συγγενείς… Μα δεν θέλησε κανείς να έρθει. Είπαν, άμα άφηνε κανένα σπίτι ή ευρώ, ίσως το σκεφτόνταν, αλλά για ένα παλιό σπίτι στο χωριό, ποιος νοιάζεται; – μονολόγησε η Σμαρώ και το είπε πικρά. Εγώ, αλήθεια σου λέω, καθόλου δεν θέλω να πάω εκεί. Κι ο ίδιος ο παππούς σου, ο Θοδωρής, μου το είχε πει: να μην ξαναπατήσω το πόδι μου στο σπίτι του. Ούτε στην κηδεία. Και του το υποσχέθηκα. Όλη η ελπίδα είναι σε σένα, κόρη μου. Θα πας, Δάφνη; Θα τον συνοδέψεις στο τελευταίο ταξίδι;
Η φωνή της σιγή. Η Δάφνη κοιτούσε άπραγη το κομοδίνο, όπου περίμενε το τελευταίο γράμμα απ τον παππού ταχυδρομική σφραγίδα, πριν από έναν μήνα. Δεν είχε προλάβει να το πάρει πάντα να ναι κάπου αλλού, σε κάποιο ταξίδι για τη δουλειά.
Ήταν η τρίτη της μετακίνηση σε εξήμισι μήνες κάθε φορά πήγαινε μόνο εκείνη, επειδή οι άλλοι συνάδελφοι είχαν παιδιά, ασθένειες, ή χίλιες δυο υποχρεώσεις. Μονάχα η ίδια έμοιαζε „ελεύθερη”.
Δαφνούλα, ησυχία δεν θέλω να έχουν οι γείτονες, να νομίζουν ότι τον ξεχάσαμε. Μπορεί να μην ήταν εύκολος άνθρωπος, αλλά ήταν άνθρωπος. Εσύ τα πήγαινες καλά μαζί του, έτσι; Τι να πω στην Αρχοντούλα λοιπόν; Θα πας;
Θα πάω, μαμά. Εννοείται… Μα δεν καταλαβαίνω… Πώς συνέβη; Ήμουν τα Χριστούγεννα και όλα ήταν καλά, χαμογελούσε, γεμάτος ζωή…
Παιδί μου, τι να σου πω… Άντρας μεγάλος ήταν, ογδόντα έκλεισε. Να λες δόξα τω Θεώ που έζησε τόσο. Τα υπόλοιπα, δεν είναι για ανθρώπους να τα ψάχνουν…
Η Δάφνη ήταν σοκαρισμένη, όλα γίνονταν βαριά, υγρά σύννεφα πάνω της. Ήταν η μόνη που διατηρούσε επαφή με τον παππού. Οι άλλοι συγγενείς, ούτε τηλεφώνημα, ούτε κάρτα. Εκείνη όμως τα καλοκαίρια μικρή τα χε περάσει στο χωριό του, εκείνο το πέτρινο σπίτι ανάμεσα σε λεμονιές, και οι δυο τους γράφαν ακόμα γράμματα ο Θοδωρής καμία σχέση με κινητά κι υπολογιστές!
Όλοι τον θεωρούσαν „παράξενο”. Ποιος σ αυτή την εποχή γράφει επιστολές; Και σε τι χρησιμεύουν όταν όλοι έχουν μήνυμα και βίντεοκλήση; „Τρελάθηκε μοναχός του…” έλεγαν οι γιαγιάδες στην πλατεία του χωριού, „πρώτα έχασε γυναίκα, μετά γιο τι να αντέξει η καρδιά του;”
Οι τελευταίοι μήνες στο χωριό ήταν όλο πιο παράξενοι· οι γείτονες έλεγαν πως μιλούσε με μια γάτα, μια Μαύρη, που κανείς ποτέ δεν είδε. Μονάχα ένα μαύρο ίσκιο περνούσε από τον φράχτη, κι ο Θοδωρής της μιλούσε λες και ήταν ψυχή.
Η Δάφνη, κλείνοντας τον απογευματινό ήλιο απ τα μάτια με το χέρι της, έκλαψε πονούσε που δεν είχε προλάβει. Είχε βάλει στόχο να πάει το Πάσχα, μα το ένα ταξίδι έφερνε το άλλο, και ο προϊστάμενος πάντοτε μ εκείνη εξαντλητικά χαμογελαστός:
Δια νόμου, κυρία Δάφνη, έχω το δικαίωμα να σας στείλω και αν δεν σας αρέσει, ξέρετε πού είναι η πόρτα. Θέλετε και παράπονα; Με τέτοιο μισθό;
'Ηταν όντως καλός ο μισθός. Γι αυτό ίσως έσκυβε το κεφάλι. Μια μέρα, κάποτε, θα επέστρεφε στην „κανονικότητα”. Ή έτσι νόμιζε.
***
Στο νεκροταφείο, όλα κινήθηκαν σαν βουβή θεατρική σκηνή. Μετά το τελευταίο καρφί στο ξυλοκατασκευασμένο φέρετρο, άντρες κατέβασαν με σχοινιά τον παππού στη γη της Αρκαδίας, και σταγόνες χώμα έπεσαν όπως η θύμηση στην ψυχή. Στεφάνια ανθισμένα – ο παππούς „ήταν” και πια „δεν είναι”; Πόσο παράξενο να σβήνει έτσι ένας άνθρωπος…
Πίσω ακολουθούσε τραπέζι κρασί, τσίπουρο, λόγια για τον εκλιπόντα που με τα μνημόσυνα αρνείται να σβήσει απ τη μνήμη. Μόνο στη σκέψη, μόνο στην καρδιά υπάρχει πια.
Μόλις το φαγητό και το κρασί τέλειωσαν, το χωριό διαλύθηκε σαν όνειρο. H Δάφνη ένιωσε μόνη, σαν να επιπλέει πάνω από το χώμα, μόνη σε ένα μοναχικό σπίτι.
«Δεν πρόλαβα, δεν πρόλαβα να του πω μια ακόμα κουβέντα…», μουρμούρισε, σαν προσευχή.
Για να διώξει τη μοναξιά, στρώθηκε στις δουλειές αέρισε το σπίτι, έπλυνε τα ξύλινα πατώματα, καθάρισε τις σκόνες από παντού, έβαλε το φαγητό στο ψυγείο. Ο παλιός πέτρινος οίκος είχε μια αρχέγονη ζεστασιά, ακόμα και με τα λίγα έπιπλα και τα οικογενειακά αντικείμενα.
Στο ηλιοβασίλεμα βγήκε στη βεράντα, κατέβασε μια ανάσα γεμάτη με άρωμα φρέσκου χώματος και θυμαριού. Το περιβόλι ήταν στρωμένο με κεντητές σειρές οι ντομάτες άσπαρτες ακόμη, μήπως το ήξερε ο παππούς πως ήρθε η ώρα; Στη μηλιά κάτω πήρε η Δάφνη το κινητό κι ειδοποίησε τη μάνα της πως τελείωσε το καθήκον.
Μπράβο, Δαφνούλα. Ήταν άνθρωπος, ό,τι και να λέμε.
Ήταν καλός, μαμά… Απλά η ζωή του τον έπνιξε στη μοναξιά. Μην του κρατάς κακία τον πατέρα μου τον αγαπούσε σαν θησαυρό, πόνεσε πολύ.
Εντάξει, Δαφνούλα… Δεν του κρατάω. Απλά, πες μου, πότε γυρίζεις; Σήμερα; Αύριο; Δεν φοβάσαι στην ερημιά;
Όχι ακόμα. Πήρα άδεια απ τη δουλειά θα κάτσω λίγο. Θέλω να ξεχαστώ, να ακούσω μόνο τα τριζόνια. Και είναι και το εννεαήμερο του παππού μήπως έρθεις κι εσύ;
Πού να τρέχω ως την Αρκαδία τώρα; Κι έχω κι εγώ τις δουλειές του εξοχικού! Μη το ξεχνάς, καλοκαίρι είναι…
Εντάξει, αλλά να θυμάσαι πως κι εδώ παίζει ο τάφος του πατέρα. Ούτε σε ένα μνημόσυνο δεν ήρθες…
Εγώ ήθελα τον τάφο του στην Αθήνα, στο χωριό ήθελε όμως ο πεθερός. Άσε τα τώρα… Έχει αρχίσει και το σίριαλ μου. Μιλάμε, ε;
Η Δάφνη χαμογέλασε, ένα γλυκόπικρο χαμόγελο. Μητέρα, πάντα να αποφεύγει τα δύσκολα με σίριαλ και προφάσεις.
Μέσα στο σπίτι, έβρασε τσάι από ξερό δυόσμο και μελισσόχορτο που βρήκε σε βάζα του παππού, ήπιε και πήγε να κοιμηθεί. Πριν νυστάξει, πήρε το γράμμα του παππού το ξαναδιάβασε. Μα δεν είχε νόημα. Όλο για κάποιον Μαυρούλη έγραφε, αλλά ποτέ ο παππούς δεν είχε κατοικίδια. Ποιος είναι αυτός ο Μαυρούλης;
„Να φανταστείς, εγγονή, ο Μαυρούλης λατρεύει το γάλα. Μου λένε πως στις μεγάλες γάτες κάνει κακό, μα ο δικός μας σχεδόν μισό λίτρο το ήπιε χθες. Και πρέπει πάλι αύριο να ζητήσω απ τη γειτόνισσα, θα γελάει μαζί μου… Και το ψυγείο άδειο, δεν ξέρω πια με τι να τον ταΐσω. Ακόμα δεν με πλησιάζει, μόνο βλέπω μια μαύρη σκιά να γλιστρά στο υπόστεγο και νιώθω το βλέμμα του στην πλάτη μου…”
Η Δάφνη διάβασε ξανά και ξανά δεν υπήρχε πουθενά γάτα στο σπίτι. Μα ούτε στη γειτονιά είχε δείξει ποτέ κανένα πλάσμα. Όμως αυτό το αίνιγμα έμεινε να τη βασανίζει αυτό το αόρατο βλέμμα, το γατίσιο.
«Θα ρωτήσω αύριο την Αρχοντούλα, τι ξέρει γι αυτή τη γάτα…»
—
Ξύπνησε μες στη δροσιά της αυγής, κι οι πρώτες αχτίδες γλίστρησαν απ τα παραθυρόφυλλα· έξω, τα σπουργίτια, οι κόκορες, το χώμα όλα τραγουδούσαν ένα άγνωστο ρεφρέν. Σαν ν ακούει ακόμα το γέλιο του παππού, να θυμάται πως κάνανε μαζί σπιτάκια για τα χελιδόνια μικρή.
Πήγε στη γειτόνισσα.
Ποια γάτα, παιδί μου; ξαφνιάστηκε η Αρχοντούλα.
Μα ούτε εγώ ξέρω… Ο Μαυρούλης. Όλο για αυτόν μου γράφει, μα δεν τον θυμάμαι ποτέ να είχε ζώο!
Α, τώρα το θυμήθηκα. χτύπησε το μέτωπό της. Ολόκληρες μέρες να τον ακούω να μιλάει σε κάποιον Μαυρούλη. Να τον παρακαλά να φανεί. Έβλεπα τον Θοδωρή να μονολογεί, μα κανέναν δεν βρήκα. Όλα τα χωριάτικα στόματα το ήξεραν και κανένας δεν είδε ποτέ γάτα εκεί. Μόνο ο ίδιος την ένιωθε, μάλλον.
Το περίεργο είναι, δεν φαινόταν να τα έχει χάσει! σκέφτηκε δυνατά η Δάφνη. Αλήθεια, υπάρχουν γάτες εδώ που εξαφανίστηκαν; Μαύρες ειδικά;
Τίποτα! Δεν υπάρχουν ούτε μαύρες γάτες καν στη γειτονιά αυτή!
Η Δάφνη γύρισε ξανά στο σπίτι και συνέχισε το καθάρισμα, μα το μυαλό της έψαχνε τον χαμένο Μαυρούλη, τον αόρατο φίλο του παππού.
Κι όμως, από μια χαραμάδα στο υπόστεγο, δύο κιτρινόμαυρα μάτια την παρακολουθούσαν. Ο Μαυρούλης, φοβισμένος, ένιωθε πως αυτή η κοπέλα κάτι του θύμιζε ίσως τη ζεστασιά εκείνου που του άφηνε πιατάκια με γάλα κάτω από τη μηλιά.
Την κοίταγε ώρες και μέρες, μα δεν πλησίαζε. Φοβόταν. Οι άνθρωποι τον χτύπησαν μικρό, έτρεχε από χωριό σε χωριό όλη του τη ζωή. Μόνο ο γέρος με τα γλυκά χέρια του τον έκανε να μην τρέμει τόσο. Μα ποτέ, ποτέ δεν τολμούσε να φανεί.
Ώσπου, εννιά μέρες μετά τον θάνατο, το ένστικτο τον πρόδωσε. Η Δάφνη τον είδε μια μαύρη αύρα, ανάμεσα στα κλήματα. «Εσύ είσαι, Μαυρούλη!» φώναξε και άπλωσε το χέρι. Μα η γάτα χάθηκε σαν σκιά στον αέρα.
Το είδε η Αρχοντούλα από τον φράχτη κι ανατρίχιασε μήπως η τρέλα του γέρου πέρασε στην εγγονή;
Το ίδιο απόγευμα, ο ουρανός σκλήρυνε σαν παλιά σκουριασμένη λαμαρίνα. Μια βροχή έσκασε απότομα, αστραπές διαμέλισαν το σκοτάδι, ο άνεμος ούρλιαζε, τα παράθυρα ανοιγόκλειναν κι η Δάφνη, στη μέση του κρεβατιού, ξαγρυπνούσε.
Ξαφνικά, στην κορυφή της κουρτίνας, αναβόσβησαν δύο κίτρινα μάτια. Ένα βρεγμένο σώμα όρμησε, στροβιλίστηκε στο δωμάτιο και κρύφτηκε κάτω από το κρεβάτι.
«Ο Μαυρούλης!» σκέφτηκε η Δάφνη.
Με κόπο τον έβγαλε έξω, τον σκούπισε με παλιά πετσέτα, τον ακούμπησε πάνω στα σεντόνια. Βροντούσε έξω μα εκείνοι, κορίτσι και γάτος, μοιράστηκαν ζεστασιά.
—
Το πρωί ξύπνησε γιατί ο Μαυρούλης ήθελε να ανοίξει το παράθυρο, να φύγει. Γύρισε και κοίταξε τη Δάφνη σα να ζητούσε συγγνώμη για τη στιγμή αδυναμίας.
Πού τρέχεις, φίλε μου; του χαμογέλασε.
Μιάου! απάντησε εκείνος, ξύνοντας το τζάμι.
Όχι ακόμα, Μαυρούλη. Πρώτα να φας, και μετά… Αν θες, μένεις. Αν θες, έλα μαζί μου στην Αθήνα. Ο παππούς, είμαι σίγουρη, θα το ήθελε.
Μόλις ετοιμάστηκε και βγήκε με τη βαλίτσα, βρήκε τη γάτα να την περιμένει στα σκαλοπάτια. Ο Μαυρούλης τρίφτηκε στα πόδια της είχε πάρει την απόφαση: ήθελε να συνεχίσει μαζί της.
Η Αρχοντούλα είδε τη Δάφνη με τη μαύρη γάτα στην αγκαλιά και έμεινε να κοιτάει.
Αυτή είναι η… γάτα;
Αυτή, ναι. Η Δάφνη γέλασε. Δεν ήταν παραμύθι του παππού. Ήταν απλά μια γάτα πολύ φοβισμένη. Τώρα όμως θα τα καταφέρει.
Ε, να προσέχεις το σπίτι, θα έρχεσαι;
Μαζί, όσο πιο συχνά γίνεται.
Να πάρε και μερικές τυρόπιτες για το δρόμο…
Στο λεωφορείο για την Αθήνα, η Δάφνη κοίταξε τα σύννεφα κι είδε, ή της φάνηκε, το πρόσωπο του παππού να της χαμογελά στον ουρανό. Ο Μαυρούλης χούφτωνε το τζάμι με τα πατουσάκια του.
Το σύννεφο χάθηκε· αλλά στο τέλος η Δάφνη ήξερε πως ο παππούς μένει μέσα της. Μένει σε κάθε κατοικίδιο βλέμμα, σε κάθε γράμμα, σε κάθε ζεστή αγκαλιά.
Καλή αντάμωση, παππού ψιθύρισε. Και η Αθήνα, στα όνειρά της, είχε πια έναν συνταξιδιώτη παραπάνω.




