Προσπαθήσαμε να μεταφέρουμε τα πράγματά σας στο γραφείο ευρημάτων, παρατήρησε ο αστυνόμος. Αλλά ο γάτος σας είναι πραγματικός μαχητής. Δεν μας άφησε να πλησιάσουμε. Καλύτερα να πάρετε τα πράγματά σας και το γάτο. Έχουμε κι εμείς τις δικές μας σκοτούρες
Σε κάθε σταθμό τρένων υπάρχουν αίθουσες αναμονής. Άλλες μεγάλες και γεμάτες φως, άλλες μικρές και δυσοίωνες, μερικές με μαλακές πολυθρόνες και άλλες με σκληρά παγκάκια. Διαφέρουν, αλλά έχουν ένα κοινό: την ατελείωτη αναμονή.
Σχεδόν κάθε ταξιδιώτης με το τρένο, έστω και μια φορά, φτάνει πολύ νωρίς στον σταθμό από φόβο μην αργήσει· κι ύστερα βασανίζεται στην αναμονή. Βαλίτσες στοιβάζονται στα πόδια, ο χρόνος κυλά βασανιστικά αργά, και κανείς δεν αποφεύγει να καταριέται μέσα του την τόση προνοητικότητα.
Έτσι κι εκείνη τη μέρα, οι άνθρωποι κάθονταν στην αίθουσα, αποφεύγοντας τα βλέμματα. Κάποιος ξεφύλλιζε μια εφημερίδα, άλλος ήταν βυθισμένος σε κάποιο βιβλίο, οι περισσότεροι έκρυβαν το πρόσωπό τους πίσω από το κινητό τους. Μερικοί έτρωγαν πρόχειρα φτιαγμένα τοστ ή πιτάκια. Σε αυτούς πλησίαζε
Η αίθουσα βρισκόταν στο ισόγειο, με είσοδο κατευθείαν από τον δρόμο. Ίσως οι μυρωδιές του φαγητού που δραπέτευαν από τις τσάντες να ήσαν που τον έφεραν εκεί.
Ήταν ένας μεγαλόσωμος, αναμαλλιασμένος γκρι γάτος. Φορούσε λουρί με ένα κινητό νούμερο.
Οι άνθρωποι τον απέφευγαν. Ιδιαίτερα αυστηρές ήταν οι μάνες που τάιζαν παιδιά:
Άντε φύγε από δω! Βρώμικος και γεμάτος ψύλλους. Θα κολλήσει το παιδί μου τίποτα, μακριά!
Ο γάτος αναστέναζε βαριά και έφευγε. Δεν επαιτούσε ακριβώς. Απλώς πλησίαζε, καθόταν δίπλα και κοιτούσε, κοιτούσε, κοιτούσε
Πεινούσε απελπισμένα. Μα δεν ήξερε ποτέ πώς να ζητήσει.
Μονάχα πριν λίγες μέρες είχε βρεθεί εκεί. Το αφεντικό του πέθανε ξαφνικά, κι οι συγγενείς, θέλοντας να πουλήσουν το διαμέρισμα, τον έβαλαν στο αυτοκίνητο και τον εγκατέλειψαν στον σταθμό λέγοντας:
Εδώ φαγητό θα βρει, δε θα πεθάνει από την πείνα, και έφυγαν.
Μα πώς να ζητήσει; Πώς να κάνει τους ανθρώπους να καταλάβουν πως πεινούσε; Ο γάτος αυτά δεν τα ήξερε.
Γι αυτό καθόταν σιωπηλός πλάι σε αγνώστους κι έριχνε βλέμματα γεμάτα ελπίδα. Εισέπνεε τις μυρωδιές και του γύριζε το κεφάλι απ την πείνα.
Οι άνθρωποι, εκνευρισμένοι και από μόνοι τους με την αναμονή, δε νοιάζονταν για έναν αδέσποτο γάτο. Το μόνο που ήθελαν ήταν να φύγουν και να ξεχάσουν τη μουντή αίθουσα.
Εκείνο το απόγευμα, ο Σταύρος είχε φτάσει νωρίτερα από τη Θεσσαλονίκη στον σταθμό Λαρίσης. Η αποστολή του ήταν σύντομηένα βράδυ στο δρόμο, μερικές ώρες δουλειάς στη δουλειά και πίσω. Είχε ακόμα σαράντα λεπτά μέχρι την αναχώρηση. Περιεργαζόταν τον κόσμο βαριεστημένος και πρόσεξε τον γάτο την ώρα που μια μάνα τον έδιωχνε επιθετικά.
Ο γάτος οπισθοχώρησε συνήθως και έκατσε σε μια γωνία. Στα βάναυσα λόγια είχε πια συνηθίσει.
Ο Σταύρος παρατήρησε το λουρί και σκέφτηκε πως το ζώο θα πρέπει να χάθηκεσίγουρα οι δικοί του τον αναζητούν. Άνοιξε το ταπεράκι που του είχε ετοιμάσει η γυναίκα του, η Ειρήνη, με μπιφτέκια. Ένα κύμα αρωμάτων ξεσήκωσε την πείνα του κι ο ίδιος χασκογέλασε.
Για να δείξουμε λίγη ανθρωπιά είπε, κοιτώντας τον γάτο. Έλα εδώ, γλυκέ μου. Έλα, θα σου δώσω.
Ο γάτος ανασηκώθηκε, έτοιμος να τραπεί σε φυγή. Δε ήθελε να φάει άλλο μια κλωτσιά.
Έλα, μη φοβάσαι τον καλόπιασε ο Σταύρος. Δε σου κάνω κακό.
Σιγά-σιγά ο γάτος ήρθε. Ο Σταύρος έβαλε ένα μπιφτέκι πάνω σε χαρτοπετσέτα. Ο γάτος νιαούρισε κι άρχισε να τρώει προσεκτικά, χωρίς να ρίξει ούτε ψίχουλο.
Εσύ ήσουν σπιτικός, φαινεται-φαίνεται μουρμούρισε ο Σταύρος.
Κοίταξε τον αριθμό στο λουρί και κάλεσε. Η απάντηση ήταν απογοητευτική: «Το νούμερο που καλέσατε είναι απενεργοποιημένο».
Έβρισε σιγανά. Το τρένο έφευγε σε είκοσι λεπτά, κι η κατάσταση ήταν πιο δύσκολη απ όσο νόμιζε.
Τι να κάνω τώρα; Τι; ψιθύριζε απορημένος, κοιτώντας γύρω του.
Το αίσθημα ανημποριάς τον κατέκλυζε. Πήρε τηλέφωνο την Ειρήνη, μίλησε βιαστικά και της είπε όλη την ιστορία:
Τι να κάνω; Είναι σπιτικός ο καημένος. Ο αριθμός νεκρός. Ούτε ξέρει να ζητήσει φαγητό
Μπλέκεις πάντα με κάτι περίεργα, Σταύρο, του απάντησε η Ειρήνη. Τι να τον κάνεις το γάτο;
Μα κατάλαβες; Του φέρονται όλοι σα σκουπίδι. Κι ούτε να ζητήσει φαγητό δεν τολμά!
Σε ποια αίθουσα είπες πως είσαι;
Στην αίθουσα αναμονής!
Και τον αριθμό του κινητού;
Πριν πάει στην αποβάθρα, οδήγησε τον γάτο δίπλα στον τοίχο και του άφησε όλο το ταπεράκι με τα μπιφτέκια.
Περίμενε εδώ, είπε χαϊδεύοντάς τον. Η γυναίκα μου θα έρθει να σε βρει.
Ο γάτος τον κοίταξε με εμπιστοσύνηήταν ο μόνος αυτές τις μέρες που τον τάισε, τον χάιδεψε, του μίλησε ήρεμα. Έσπρωξε ελαφρά το χέρι του άντρα και νιαούρισε χαμηλά.
Μπράβο. Μην πας πουθενά. Εκείνη θα σε βοηθήσει…
Την επόμενη μέρα, η δουλειά έκανε τον Σταύρο να περάσει όλη τη μέρα τρέχοντας. Το χάραμα βρήκε την ευκαιρία να πάρει τηλέφωνο την Ειρήνη.
Τι έγινε; ρώτησε ανυπόμονα. Τον βρήκες τον γάτο; Τον ταΐσες;
Όλο το βράδυ γύρισα τον σταθμό απάντησε εκείνη. Και έμαθα πως ο ιδιοκτήτης πέθανε, οι συγγενείς τον άφησαν απλά εκεί και έφυγαν
Ο Σταύρος έμεινε σιωπηλός.
Θα πάω πρωί να ξαναψάξω, συνέχισε η Ειρήνη.
Δεν ανησυχώ καθόλου, είπε ψεύτικα. Ξέρω πως θα τον βοηθήσεις.
Καλά, νομίζεις δεν καταλαβαίνω πως έχεις λαχτάρα; του φώναξε εκείνη. Θα βρεις το μπελά σου! Μην στενοχωριέσαι! Θα τον βρω. Τώρα θα πάρω και τη Σοφία με τον άντρα της, να με βοηθήσουν.
Έκλεισε το τηλέφωνο κι έκανε να ησυχάσει. „Κι αν δεν τα καταφέρουμε; Άλλωστε, πόσοι γάτοι υπάρχουν στους δρόμους” μα η ανησυχία δεν έφευγε. Η μοίρα του γάτου τον έκαιγε μέσα του.
Τη νύχτα κοιμήθηκε ελάχιστα. Ονειρεύτηκε πως χάιδευε τον γάτο, του ψιθύριζε λόγια καθησυχαστικά, κι εκείνος έγνεφε καταφατικά
Το πρωί, η Ειρήνη τηλεφώνησε με άσχημα νέα: έψαξαν παντού, ρώτησαν καθαρίστριεςο γάτος εξαφανίστηκε.
Ο Σταύρος αισθάνθηκε μια αλλόκοτη ενοχή, βαριά σαν πέτρα στο στήθος.
Έτρεξε στον σταθμό μόλις γύρισε στη Θεσσαλονίκη. Αντί να πάει σπίτι, άφησε τις βαλίτσες σε έναν συνεπιβάτη και ξεκίνησε με αγωνία νέα αναζήτηση για τον γάτο.
Το μεγαλύτερό του φόβο ήταν να μην τον βρει ποτέ ή, ακόμη χειρότερα, να αργήσει πολύ.
Μιάμιση ώρα γύριζε μες στον σταθμό και τριγύρω στα σκουπίδια, ψάχνοντας κάτω από θάμνους και παγκάκια.
Γύρω στα μεσάνυχτα, τον πλησίασε η Ειρήνη, τραβώντας τα μαλλιά της από το άγχος.
Στις δύο το βράδυ, εξαντλημένοι και με τα πόδια να πονάνε, κάθισαν σε ένα παγκάκι στο προαύλιο και άναψαν τσιγάρο.
Έχω διαλυθεί, είπε η Ειρήνη.
Κι εγώ Τι κάνουμε τώρα;
Ξεκουραζόμαστε και μετά συνεχίζουμε. Πού παράτησες τα πράγματά σου;
Ο Σταύρος χτύπησε το μέτωπο.
Μέσα στον σταθμό! Τα άφησα σε κάποιον αλλά σίγουρα έχει φύγει!
Πάμε πρώτα στα πράγματα. Αν δεν τα έκλεψαν, τα βάζουμε στο αυτοκίνητο και συνεχίζουμε το ψάξιμο.
Διέσχισαν τη μεγάλη αίθουσα. Μόλις έφτασαν στις βαλίτσες, τους σταμάτησε ένα περιπολικό της αστυνομίας.
Δικά σας τα πράγματα; ρώτησε ο αστυνομικός.
Δικά μας, απάντησαν ομόφωνα.
Γιατί τα παρατήσατε;
Ψάχναμε ένα γάτο, απαντάνε μαζί.
Ποιον γάτο; ο αστυνομικός γύρισε προς τις αποσκευές. Αυτόν εδώ, εννοείτε;
Πάνω στη βαλίτσα, κουλουριασμένος, κοιμόταν ο μεγάλος γκρι γάτος.
Πηγαίναμε να τα μεταφέρουμε στο γραφείο ευρημάτων, διευκρίνισε ο αστυνομικός. Μα ο γάτος σας είναι ντόμπρος. Όρμησε σαν λιοντάρι, δε μας άφησε να πλησιάσουμε.
Δεν χάθηκε, βλέπετε. Έφευγε μόνο για λίγο. Πάρτε τα πράγματά σας και το γάτο. Έχουμε κι εμείς αρκετές δουλειές.
Ο Σταύρος πλησίασε προσεκτικά τον γάτο. Μόλις τον αναγνώρισε, ο γάτος σηκώθηκε, νιαούρισε παιχνιδιάρικα και τρίφτηκε πάνω του.
Ο Σταύρος κάθισε στο παγκάκι, χάιδεψε την ραχοκοκκαλιά του και ξεφύσηξε ανακουφισμένος. Η Ειρήνη κάθισε δίπλα του.
Μια ζωή μπλέκεις σε απίθανες ιστορίες, του είπε γελώντας και τον φίλησε στο μάγουλο. Πάρε τα πράγματα και πάμε.
Πήρε ο Σταύρος τη βαλίτσα και τη τσάντα, η Ειρήνη σηκώνει στην αγκαλιά της τον μεγάλο, κακομοίρη γκρι γάτο. Εκείνος νιαούριζε χαρούμενος, κουτούλαγε το κεφάλι της, γουργούριζε δυνατά και επιχειρούσε να την γλείψει στο μάγουλο.
Η Ειρήνη γελούσε, προσπαθώντας να τον συγκρατήσει.
Στο σπίτι, τον έλουσε με ζεστό νερό, τον σκούπισε καλά με χοντρή πετσέτα, έβγαλε το λουρί και γέμισε το μπολ με σπιτικό κοτόσουπα.
Τη νύχτα, ο γάτος σέρθηκε ήσυχα στο υπνοδωμάτιο, στρογγυλοκάθισε πλάι στην γυναίκα. Την άγγιζε ελαφριά με τα πατουσάκια, σαν να ήλεγχε αν ήταν ακόμα εκεί πραγματικά.
Εκείνη ακούμπησε την παλάμη στην πλάτη του και ψιθύρισε με αγάπη:
Κοιμήσου, ψυχή μου, κοιμήσου. Εδώ είσαι πια…
Ο γάτος γουργούρισε και αποκοιμήθηκε βαθιά.
Κι ο Σταύρος κοιμήθηκε ήσυχος. Στα όνειρά του, έψαχναν πάλι μαζί το γάτο στο σταθμό.
Κι ο γάτος ονειρευόταν πως όλον αυτόν τον καιρό, αυτός πραγματικά έψαχνε τον άνθρωπό του.
Κι έξω από τον σταθμό, μια μικρή πορτοκαλί γατούλα περιπλανιόταν. Κοιτούσε ανήσυχη τους ανθρώπους στα μάτια και νιαούριζε παρακλητικά. Οι περαστικοί έστρεφαν το βλέμμα, βιαστικοί.
«Πόσες γάτες κι αν υπάρχουν… Όλες να τις σώσεις, δεν γίνεται!» σκέφτονταν, επιταχύνοντας το βήμα.
Έτσι είναιΌμως, κάποιοςίσως ένας κουρασμένος ταξιδιώτης, ίσως μια κοπέλα με σακίδιο, ίσως ο σταθμάρχης που τη στιγμή εκείνη σχολούσε σταμάτησε. Δεν την προσπέρασε. Έσκυψε, έβγαλε από την τσάντα λίγη μπουκίτσα, την ακούμπησε αναποφάσιστος στο χώμα. Η γατούλα πλησίασε, πρώτα δισταχτικά, ύστερα με μεγαλύτερη όρεξη. Κι ο άνθρωπος χαμογέλασε.
Το φως του πρωινού χύθηκε πάλι στην αίθουσα αναμονής. Τα τρένα ερχόταν και έφευγαν, βαλίτσες άλλαζαν χέρια, ψίθυροι κυλούσαν σαν ρυάκια μέσα στη βαβούρα. Όμως εκεί, σε μια γωνιά του σταθμού, είχε τώρα ανάψει μια μικρή σπίθα ανθρωπιάς, σχεδόν αόρατηκι όμως αληθινή. Ένα ζευγάρι χέρια, ένα βλέμμα τρυφερό, μια ευκαιρία για καινούργια αρχή.
Κάθε αίθουσα αναμονής κρύβει μια ελπίδα, μια συνάντηση τυχαία κι ανεκτίμητη. Και κάθε γάτος, κάθε πλάσμακάποτε, κάπου, βρίσκει τον άνθρωπό του. Αρκεί κάποιος να σταθεί για λίγο, να κοιτάξει προσεκτικά, και να ανοίξει την καρδιά του.
Άλλωστε, σ αυτόν τον κόσμο, όσο υπάρχουν χέρια να χαϊδεύουν και μάτια να καταλαβαίνουν, πάντα θα γεννιούνται ιστορίες αγάπηςστις αίθουσες αναμονής, στους σταθμούς και παντού.





