Δεν θα έρθεις, λέει ο Δημήτρης, χωρίς να την κοιτάζει. Στέκεται μπροστά στον καθρέφτη στο χωλ και φτιάχνει τη γραβάτα του. Είναι καινούρια, μπλε σκούρα, από κάποιο ιταλικό μετάξι δύσκολο να το ξεχωρίσει κανείς αν δεν είναι ειδικός. Το έχω ήδη αποφασίσει.
Δηλαδή πώς δεν θα έρθω; Η Βέρα βγαίνει από την κουζίνα κρατώντας μια πετσέτα. Μόλις έχει πλύνει τα πιάτα του δείπνου. Δημήτρη, είναι τα είκοσι χρόνια της εταιρείας. Είκοσι χρόνια και εγώ πάντα δίπλα σου.
Ακριβώς για αυτό δεν είναι ανάγκη, απαντά χαμηλόφωνα, με ύφος από business meeting όπως ακριβώς μιλούσε σε παρουσιάσεις που της έδειχνε αργότερα για να «κρίνει το ύφος του». Θαναι σοβαρός κόσμος εκεί, Βέρα. Επενδυτές, εταίροι από Αθήνα. Καταλαβαίνεις;
Όχι, του λέει. Εξηγήσέ μου.
Τότε γυρνά να την κοιτάξει με αυτό το βλέμμα που χαρίζεις σε μια φθαρμένη καρέκλα, ή ένα ξεθωριασμένο τραπεζομάντηλο: γνώριμο, λίγο κουρασμένο.
Δεν ταιριάζεις σ αυτό το περιβάλλον. Θα έχει dress code, συζητήσεις, ένα πλαίσιο που δύσκολα θα μπορείς να ακολουθήσεις. Δεν θέλω να αισθανθείς άβολα.
Η Βέρα αφήνει πολύ αργά την πετσέτα πάνω στη συρταριέρα.
Δεν θέλεις να αισθανθώ εγώ άβολα, επαναλαμβάνει.
Ναι.
Ή δεν θέλεις εσύ να νιώσεις αμήχανα.
Γυρνά ξανά στον καθρέφτη.
Μη το τραβάς, Βέρα. Σε μία ώρα φεύγω.
Το βλέπει από πίσω του. Το σακάκι που του είχε προτείνει η ίδια είχε βρει το ακριβές μοντέλο στον κατάλογο, είχε εξηγήσει γιατί του ταιριάζει το χρώμα. Δεν είχε διαλέξει σωστά ο ίδιος, αλλά εκείνη τον έπεισε. Το φοράει τώρα, άψογος.
Καλά, του απαντά.
Επιστρέφει κουζίνα. Βάζει νερό στο βραστήρα. Κάθεται μπροστά στο παράθυρο, χαζεύοντας τα φώτα της πόλης. Είναι Νοέμβρης, ψιλοχιονίζει και τα φώτα των κολώνων διαχέονται σε κίτρινα στίγματα πάνω στο μωσαϊκό της βεράντας.
Ύστερα από είκοσι λεπτά ακούγεται η πόρτα. Η Βέρα κάθεται ακόμα. Το νερό έχει βράσει και κρυώσει ούτε να βάλει τσάι δεν μπήκε στον κόπο.
Σκέφτεται πως πριν τρεις εβδομάδες άλλαξε το password σε ένα αρχείο. Είχε τίτλο: «Στρατηγική Ανάπτυξης. ΤεχνόΠαλς. 20252030». Δούλευε μήνες πάνω του, νύχτες ολόκληρες, ενώ ο Δημήτρης κοιμόταν. Μάζευε δεδομένα, έκανε μοντέλα, διόρθωνε, ξανάφτιαχνε. Εκείνος της έδινε σκόρπιες σκέψεις ή πρόχειρες σημειώσεις κι εκείνη τα έκανε κείμενο που μετά εντυπωσίαζε τα στελέχη.
Το password το έβαλε λίγες μέρες μετά, όταν της έφερε εκείνο το φόρεμα. Ήταν γκρι βαμβακερό, με κλειστό λαιμό και μακριά μανίκια. «Για το σπίτι, βολικό» της είπε, σε σακούλα από πολυκατάστημα, χωρίς κουτί, χωρίς κορδέλα.
Εκείνη τη μέρα είχε δεί το τιμολόγιο για το κοστούμι του. Κόστιζε όσο ο μηνιαίος μισθός της εκεί που έκανε γραμματειακή υποστήριξη μια θέση ταπεινή. Όλα, όπως είχαν συμφωνήσει χρόνια πριν.
Σηκώνεται, πίνει ένα ποτήρι νερό κρύο. Ανοίγει το laptop.
Το password: «Λεύκα». Το χωριό που δεν υπάρχει πια.
Η Λεύκα ήταν 160 χιλιόμετρα έξω από την Αθήνα, σε μια καμπύλη του ποταμού που οι ντόπιοι έλεγαν Μανώλα. 207 σπίτια, κοινοτικό κτίριο με ραγισμένο πρόπυλο, σχολείο για 120 παιδιά που μετά μετά βίας γέμιζε 40, μαγαζί με ιδιοκτήτρια τη θειά-Νίκη που ήξερε τους πάντες. Το χωριό ανέπνεε αργά, σεμνά. Το καλοκαίρι μύριζε σανό και ρετσίνι, χειμώνα καμένο ξύλο και ζυμωτό ψωμί.
Όταν η Βέρα ήταν επτά, είχε σπάσει το χέρι της πέφτοντας από μια μηλιά. Η γειτόνισσα, η κυρά-Καλλιόπη, την κουβάλησε στο αγροτικό ιατρείο, της έλεγε καθ όλη τη διαδρομή, ότι «Τα δέντρα είναι αρχαία, ξέρουν τη γη, πρέπει να τα σέβεσαι». Δεν τα καταλάβαινε όλα, αλλά θυμόταν πάντα αυτή τη θαλπωρή στη φωνή.
Πριν επτά χρόνια η Λεύκα καταστράφηκε, για να επεκτείνει μεγάλη βιομηχανία το εργοστάσιο της. Έδωσαν αποζημίωση στους κατοίκους, μετέφεραν το νεκροταφείο. Οι μηλιές κόπηκαν. Τώρα εκεί στέκει μια αποθήκη κι ένας φράκτης από μπετό, συρματοπλέγματα.
Η μητέρα της είχε φύγει πριν τη διάλυση του χωριού. Ο πατέρας μετακόμισε στη θεία της, έζησε εκεί τρία χρόνια ακόμα και έφυγε κι εκείνος. Μια φορά πήγε η Βέρα ξανά, τότε, αλλά δεν βρήκε ούτε τη γειτονιά της όλα ίσιωμα, ένα τίποτα.
Τότε ο Δημήτρης της είπε: «Υπερβάλλεις. Θα πέθαινε έτσι κι αλλιώς το χωριό. Έστω να βγεί κάτι καλό»
Χρόνια μετά το θυμόταν: γιατί δεν σταμάτησε τότε;
Δεν σταμάτησε επειδή είχαν ήδη την κόρη τους, τη Χριστίνα, που ήταν 16 εκείνο το διάστημα. Επειδή μόλις είχαν αγοράσει αυτό το διαμέρισμα. Επειδή πίστευε ότι αν ξέρεις την ιστορία κάποιου, τον καταλαβαίνεις. Ο Δημήτρης είχε μεγαλώσει σε φτωχή, καλλιεργημένη οικογένεια μπαμπάς φιλόλογος στη Λαμία, μαμά στην τοπική χορωδία. Η γνώση και οι γνωριμίες ήταν η μόνη λύτρωση. Ντρεπόταν για τη φτώχεια του. Η Βέρα το κατανοούσε κι έδινε συγχώρεση.
Είχαν γνωριστεί στη Σχολή Οικονομικών. Εκείνη 22, εκείνος 25. Πίστεψε πως ήταν άνθρωπος που αφουγκραζόταν τον άλλο.
Μετά κατάλαβε, σιγά-σιγά, ότι αφουγκραζόταν μόνο όταν τον βόλευε. Είκοσι ολόκληρα χρόνια γλιστρούσε η διαπίστωση αυτή.
Στην αρχή όλα φυσιολογικά. Δούλευαν και οι δύο. Ο Δημήτρης ανέβαινε βήμα-βήμα, εκείνη μια χαρά στην εταιρεία ορκωτών λογιστών. Μετά γεννήθηκε η Χριστίνα. Μετά πήρε προαγωγή ξαφνική, άρχισαν τα επαγγελματικά ταξίδια, οι υπερωρίες και κάποιος έπρεπε να μένει σπίτι.
Καταλαβαίνεις, τώρα είναι ευκαιρία, της είχε πει. Αν τη χάσω, δε θα ξανάρθει. Είναι προσωρινό. Μέχρι να ορθοποδήσουμε.
Έκοψε ώρες στη δουλειά. Μετά τα παράτησε τελείως, όταν η κόρη τους αρρώστησε σοβαρά. Όταν θέλησε να ξαναμπεί στην αγορά, ήταν αργά θέσεις κλεισμένες, άλλες εποχές. Ο Δημήτρης πια έφερνε καλά λεφτά. «Μη χαλιέσαι, φρόντισε το σπίτι», της είπε.
Φρόντισε το σπίτι. Και τη δουλειά του. Έβλεπε τα λάθη του στα αρχεία, τον βοηθούσε. Στην αρχή με ερωτήσεις, μετά αυτονόητα.
Όσο έφτανε ψηλόβαθμος στη «ΤεχνόΠαλς», πάνω από τα μισά που υπέγραφε τα είχε γράψει εκείνη.
Δεν παραπονιόταν. Σκεφτόταν: οικογένεια είμαστε. Ό,τι πετυχαίνει εκείνος, το πετυχαίνω κι εγώ. Το αποτέλεσμα μετρά. Δεν έχει σημασία ποιο όνομα είναι στο εξώφυλλο. Έβρισκε πάντα κάτι να τη βοηθά να συνεχίσει.
Μέχρι που της έφερε εκείνο το γκρι φόρεμα.
Κάτι τότε άλλαξε όχι θορυβώδικα, ήσυχα, όπως σαλεύει το χώμα στο βάλτο όταν πατάς λίγο πιο βαθιά.
Μετά το επετειακό πάρτι, ο Δημήτρης γύρισε ξημερώματα. Η Βέρα άκουγε πώς προσπαθεί σιγά να βγάλει τα παπούτσια να μην την ξυπνήσει. Δεν κοιμόταν. Κοιτούσε το ταβάνι. Ο φανοστάτης έξω έριχνε κίτρινα σκιές:
Πρωί επόμενης, ζωηρός.
Όλα πήγαν καλά, λέει αλείφοντας βούτυρο στο ψωμί. Γιάννης (ο CEO) ήταν ευχαριστημένος. Επενδυτές από Θεσσαλονίκη ενδιαφέρθηκαν για το project. Τον Ιανουάριο ίσως νέα συνάντηση.
Χαίρομαι για σένα, λέει η Βέρα, και καταλαβαίνει ότι μπέρδεψε τα γένη από συνήθεια.
Δεν το προσέχει ο Δημήτρης.
Ήταν μια αμήχανη στιγμή. Ο Σταύρος ο Πρόεδρος ρώτησε για σένα. Είπα πως ήσουν άρρωστη.
Ο Σταύρος; (τον έχει δει μόνο σε αναφορές, σοβαρό άνθρωπο, έξυπνο.) Και το πίστεψε;
Φυσικά. Γιατί να μην το πιστέψει;
Η Βέρα συμπληρώνει τον καφέ της. Ησυχία.
Θέλω να καταλάβεις κάτι.
Από το πρωί;
Ναι. Θέλω να ξέρεις ότι δεν πρόκειται να δουλεύω άλλο ανώνυμα. Θέλω τ όνομά μου στα έγγραφα που φτιάχνω.
Αφήνει το μαχαίρι. Την κοιτάζει μ’ ένα ξάφνιασμα που την πληγώνει: λες και είπε αστείο.
Το λες σοβαρά, Βέρα;
Απόλυτα.
Δηλαδή να είσαι συνυπογράφουσα στα πακέτα εργασίας μου; Σε εταιρεία που είμαι διευθυντής; Που κανείς δεν σε έχει δει;
Ακριβώς αυτό.
Σηκώνεται, παίρνει την κούπα, την πάει νεροχύτη, στέκεται γυρισμένος.
Μη στήσεις θέμα. Βοηθάς τον άντρα σου όπως κάθε σύζυγος. Αυτό λέγεται οικογένεια.
Οικογένεια λέγεται όταν και οι δύο έχουν υπόσταση. Όχι όταν ο ένας δεν φαίνεται τότε λέγεται αλλιώς.
Υπερβάλλεις. Τα έχεις όλα: σπίτι, αυτοκίνητο, κάρτα, η Χριστίνα σπουδάζει δίχως έξοδα. Τι θέλεις παραπάνω;
Τον κοιτάει ώρα.
Θέλω να λογίζουν κι εμένα για άνθρωπο. Όχι για διακοσμητικό.
Ξαναβάζει το «κατάλαβα» βλέμμα κουρασμένος για να εξηγεί.
Αργώ, μιλάμε το βράδυ.
Γύρισε βαρύς, αμίλητος. Δεν άνοιξε ποτέ αυτό το θέμα. Μέσα του ήξερε να αποφεύγει σκηνές. Το κατάφερνε άψογα.
Η Βέρα συνέχισε τη στρατηγική. Δεν ήξερε να αφήνει στη μέση. Τη μάγευε η ίδια η δουλειά, όχι το όνομα. Αλλά ήξερε ήδη τι θα κάνει. Ήξερε απλώς πως δεν είναι η ώρα ακόμη.
Η ιδέα ήρθε νύχτα. Το φως μόνο ενός πορτατίφ, χιόνι έξω. Έγραψε για τη διαφοροποίηση πόρων, διόρθωσε φράσεις, άνοιξε το properties στο Συγγραφέας: Δημήτρης από το εταιρικό laptop του.
Έκλεισε το laptop. Πήγε παράθυρο τα φώτα της πόλης μακριά, σαν άστρα σε χιόνι.
Θυμήθηκε τον πατέρα της. Πώς της έλεγε «Ό,τι είναι δικό σου, θα επιστρέψει σε σένα, όποιος κι αν στο πάρει». Τότε νόμισε για το καλάμι που του είχε κλέψει ο γείτονας. Τώρα καταλάβαινε για τι μιλούσε.
Το πάρτι των είκοσι χρόνων έγινε Παρασκευή, στο «Αστέρια», πολυτελές venue στο κέντρο. Το είχε βρει ίδια, είχε φτιάξει λίστα με επιλογές που ο Δημήτρης παρουσίασε ως δική του ανάλυση.
Τρεις μέρες πριν το event, ο Δημήτρης της φέρνει το menu.
Θέλω γνώμη για τα ορεκτικά, είναι λίγα τα vegeterian.
Έρχεσαι να ζητήσεις βοήθεια για το μενού, αλλά να μη σε δω στο event;
Δεν είναι το ίδιο.
Όχι, δεν είναι.
Πρόσθεσε τρεις επιλογές με μολύβι, του τις δίνει, την ευχαριστεί χωρίς να το δείξει καν.
Την Παρασκευή το πρωί ήταν νευρικός. Ξανάδεσε τη γραβάτα δυο φορές, ρώτησε για τα μανικετόκουμπα, αν φαίνεται καλός.
Ετσι είσαι, του λέει.
Φεύγει στις τέσσερις, να ετοιμάσει τον χώρο. «Μη με περιμένεις, θα αργήσω.»
Η Βέρα κάνει μπάνιο, χτενίζεται, φοράει το πράσινο φόρεμα που αγόρασε μόνη, που αναδείκνυε το κύρος της. Χαμηλά τακούνια, σκουλαρίκια από τη Χριστίνα όταν είχε πάει Θεσσαλονίκη. Λίγο άρωμα «Αρτεμίδα», ένα μπουκαλάκι που φυλάει.
Κοιτάει τον εαυτό της, θυμάται την κυρά-Καλλιόπη με τις μηλιές. Η γη ξέρει ό,τι δεν ξέρουμε.
Παίρνει την τσάντα, βγαίνει.
Το «Αστέρια»: θολωτά ταβάνια, κρύσταλλα που διαθλούν φως σε πολύχρωμα τόξα στους τοίχους. Τραπέζια με λευκά τραπεζομάντηλα, ποτήρια τρία-τρία μπροστά σε κάθε κάθισμα, live μουσική, ακριβό άρωμα παντού. Κόσμος, γυναικείες τουαλέτες, άντρες με κοστούμια οι «αρχηγοί» στημένοι με χαλαρό ύφος στο μπαρ.
Ο Δημήτρης απέναντι, ψηλά σε τραπέζι με δυο εύπορους άντρες. Δεν έχει προσέξει τη Βέρα.
Παίρνει νερό από σερβιτόρο, στέκεται δίπλα σε μια κολόνα και παρατηρεί. Τον βλέπει: ήρεμος, άνετος, το ύφος που ίδια τον είχε διδάξει πριν τις παρουσιάσεις.
Μια στιγμή κοιτούν γρήγορα οι ματιές τους. Το πρόσωπο του αλλάζει κάτι ανάμεσα σε οργή και ευγένεια.
Ζητά συγγνώμη στους άλλους, έρχεται προς το μέρος της.
Τι κάνεις εδώ; της ψιθυρίζει. Σου είπα
Ήρθα, ψιθυρίζει ίδια. Είπες πως δεν ανήκω εδώ. Ήθελα να δω.
Βέρα, δεν είναι σωστό. Φύγε. Σε παρακαλώ.
Πόσες φορές το «σε παρακαλώ» σημαίνει «κάνε αυτό που θες εσύ»; Τι θέλεις, Δημήτρη;
Να μην καταστρέψεις τη βραδιά.
Όχι ακόμα δεν έχει καταστραφεί.
Τότε τους πλησιάζει ο Σταύρος, ο πρόεδρος του ΔΣ. Ψηλός, με κύρος η Βέρα τον αναγνωρίζει από τις ετήσιες εκθέσεις.
Δημήτρη, σύστησέ με στη σύζυγό σου. Δεν βρεθήκαμε ακόμα.
Σύντομη παύση.
Σταύρο, η Βέρα, η γυναίκα μου.
Χάρηκα πολύ, λέει ο Σταύρος και της σφίγγει το χέρι. Μου έχουν πει πως δούλευες ως αναλύτρια.
Και συνεχίζω, απαντά η Βέρα.
Σε ποιον τομέα;
Στρατηγική, αγορά, data analysis ό,τι και ο Δημήτρης.
Ο Δημήτρης βήχει.
Με βοηθάει που και που.
Όχι περιστασιακά, λέει ήρεμα η Βέρα. Έγραψα τη στρατηγική που θα παρουσιαστεί σήμερα.
Ο Σταύρος τους παρατηρεί.
Ενδιαφέρον, λέει μόνο. Τα λέμε μετά.
Απομακρύνεται ευγενικά.
Ο Δημήτρης στρέφεται αυστηρός.
Καταλαβαίνεις τι έκανες;
Ναι, του λέει.
Φύγε. Σοβαρολογώ.
Θα μείνω στην παρουσίαση.
Αναγκάζεται να φύγει, σχεδόν τρέχει μακριά της.
Παίρνει μια καρτέλα με όνομα από το τραπέζι, τη βάζει στην τσάντα. Προχωρά στη γωνιά που στέκονται μερικές σύζυγοι στελεχών. Τη βλέπουν, χωρίς ιδιαίτερη θέρμη. Μια εύσωμη, με χρυσά σκουλαρίκια, τη ρωτά:
Είστε από την «ΤεχνόΠαλς»;
Όχι, σύζυγος του Δημήτρη Χριστοδούλου.
Α, Η ματιά της αλλάζει. Μας έλεγε ότι η γυναίκα του ασχολείται με το σπίτι.
Παλιά, λέει η Βέρα. Τώρα βγήκα και λίγο μόνη μου.
Η γυναίκα γελά ξαφνικά. Της συστήνεται: «Λουκία, γυναίκα του οικονομικού διευθυντή».
Βέρα.
Συζητούν για λίγο. Η Λουκία εξομολογείται: «Δούλευα παλιά σε τράπεζα έκανα παύση με τα παιδιά. Πέρασαν δεκαπέντε χρόνια. Μερικές φορές αναρωτιέμαι πού πήγε η γυναίκα που καταλάβαινε έναν ισολογισμό με τη μια».
Δεν χάθηκε, απαντά η Βέρα.
Το πιστεύεις εσύ;
Το ξέρω.
Η παρουσίαση ξεκινά. Γενικός Διευθυντής κάνει λόγο για την πορεία και την ομάδα. Κομβικό σημείο πενταετές στρατηγικό πλάνο από τον Διευθυντή Στρατηγικής Δημήτρη Χριστοδούλου.
Βγαίνει ο Δημήτρης στη σκηνή.
Κοστούμι, ψυχραιμία, χαμόγελο μίγμα που του είχε δώσει και η Βέρα όλα αυτά τα χρόνια.
Αρχικά, όλα κυλούν context αγοράς, ανταγωνισμός, τάσεις. Μετά, το βασικό αρχείο της πενταετίας. Οθόνη: αίτηση κωδικού.
Σιγή. Πληκτρολογεί. «Λανθασμένος κωδικός».
Ξανά. Ξανά λάθος.
Κάποιος μέσα σιγοψιθυρίζει, τεχνικός τρέχει.
Η Βέρα κάθεται σταθερή. Το password: το ξέρει μόνο εκείνη.
Ο Δημήτρης την ψάχνει με βλέμμα. Καταλαβαίνει.
Μικρή τεχνική παύση, λέει με ήρεμη φωνή. Συγγνώμη.
Κατεβαίνει ευθεία σε αυτήν.
Τον κωδικό, της λέει.
Λεύκα, του απαντά.
Κλείνει τα μάτια του μια στιγμή.
Το σκηνοθέτησες εσύ.
Είναι το έγγραφό μου. Έβαλα κωδικό. Επιτρέπεται.
Βέρα, όχι τώρα.
Αυτή τη φορά θέλω σωστό το «σε παρακαλώ».
Σηκώνεται.
Όλοι περιστοιχίζουν με βλέμματα, κοσμικός τρόπος να κοιτάξεις έναν καυγά χωρίς να φανεί.
Η Βέρα παίρνει το μικρόφωνο.
Παρακαλώ συγγνώμη για τη διακοπή, λέει χωρίς να τρέμει η φωνή της. Ο κωδικός είναι το όνομα του χωριού μου που δεν υπάρχει πια: Λεύκα. Έγραψα το αρχείο αυτό. Τέσσερις μήνες δουλειάς. Θα δώσω τον κωδικό και συνεχίζει η παρουσίαση αλλά ήθελα να είναι σαφές ποιο όνομα πρέπει να βρίσκεται στο εξώφυλλο.
Η σιωπή είναι απόλυτη. Ακούει το κλιματιστικό. Συνεχίζει:
Ονομάζομαι Βέρα Χριστοδούλου. Έχω πτυχίο οικονομικών, δεκαπέντε χρόνια εμπειρία στη στρατηγική ανάλυση, έστω κι αν τα τελευταία χρόνια ήταν αόρατη. Ο κωδικός: Λεύκα με κεφαλαίο. Ευχαριστώ.
Αφήνει το μικρόφωνο. Παίρνει την τσάντα.
Φεύγω, λέει στον Δημήτρη. Δεν είναι θέατρο. Απλώς δε θέλω άλλο να είμαι αόρατη.
Φεύγει με βήμα σταθερό.
Στην γκαρνταρόμπα περιμένει το παλτό. Ο υπάλληλος την κοιτά με περιέργεια ή έτσι της φαίνεται. Φοράει το παλτό, βγαίνει στον δρόμο.
Χιονίζει ξανά. Η ανάσα της γίνεται σύντομη, παγωμένη. Νιώθει κάτι σχεδόν μελαγχολικό, κάτι οικείο όπως όταν κοιτάζει κανείς το μέρος που κάποτε βρισκόταν ένα σπίτι.
Εκείνο το βράδυ παίρνει τηλέφωνο τη Χριστίνα.
Η Χριστίνα απαντά στο τρίτο κουδούνισμα. Είναι σχεδόν μεσάνυχτα.
Μαμά; Τι έγινε;
Τίποτα, λέει η Βέρα. Όλα καλά.
Ακούγεσαι περίεργα.
Είμαι εντάξει. Ήθελα να ακούσω τη φωνή σου.
Όλα καλά με τον μπαμπά;
Σιωπή.
Όχι, λέει η Βέρα. Αλλά θα στα διηγηθώ όταν σε δω. Να ξέρεις πως εγώ είμαι καλά.
Σίγουρη;
Εντελώς.
Σιγανή παύση.
Μαμά, ήθελα καιρό να το πω. Βλέπω τι κάνεις. Δεν είμαι μικρή. Έχω καταλάβει τα κείμενα του μπαμπά είναι δικά σου. Νομίζεις δεν το πρόσεξα;
Δεν απαντά η Βέρα για μερικά δευτερόλεπτα.
Ναι, το πρόσεξες.
Και να ξέρεις ότι είμαι πάντα με το μέρος σου.
Η Βέρα σφίγγει το τηλέφωνο. Έξω πέφτει χιόνι.
Ευχαριστώ, ψιθυρίζει. Κοιμήσου τώρα. Θα τα πούμε μετά.
Δεν περιμένει τον Δημήτρη να επιστρέψει.
Εκείνος γυρνά δύο τα ξημερώματα. Στέκεται στο διάδρομο. Παύση έξω από την κρεβατοκάμαρα, καταλήγει να κοιμηθεί στο σαλόνι. Δεν λέει λέξη.
Πρωί, δεν μιλούν μεταξύ τους. Εκείνος φεύγει νωρίς, η Βέρα πίνει τον καφέ της και σχεδιάζει τα επόμενα βήματα.
Οι βδομάδες που ακολουθούν είναι δύσκολες μεν, αλλά πρακτικά σαν να βλέπεις γεμάτα κουτιά μετά από μετακόμιση. Ξέρει ότι πρέπει να ταξινομήσει τη ζωή της, όχι ακόμα όμως.
Ο Δημήτρης δεν αναφέρει καν το βράδυ εκείνο ούτε «συγγνώμη», ούτε «πώς είσαι;».
Η Βέρα γράφει ένα e-mail στον Σταύρο. Δυο μικρές παραγράφους. Του εξηγεί, επισυνάπτει αποσπάσματα αρχείων με ημερομηνίες που αποδεικνύουν την αυθεντικότητα της δουλειάς της. Προτείνει να συναντηθούν.
Ο ίδιος απαντά αμέσως: «Θα χαρώ να σας δω Τετάρτη, αν σας βολεύει».
Πάει στη συνάντηση με το ίδιο πράσινο φόρεμα. Το γραφείο του Σταύρου ευρύχωρο, θέα στον Ιλισό και τη γέφυρα, λιτό. Τη δέχεται προσωπικά.
Τα διάβασα, της λέει. Τα τσέκαρα η δουλειά είναι δική σας.
Ναι.
Ο Δημήτρης το ξέρει αυτόν τον διάλογο;
Όχι. Και δεν μιλάμε γι αυτόν. Μιλάμε για μένα.
Την παρατηρεί προσεκτικά, με ένα βλέμμα βετεράνου.
Έχετε δίκιο, λέει. Μιλήστε μου για τα σχέδιά σας.
Η Βέρα μιλάει.
Και ξαναμιλά. Μήνες ολόκληρους δίνει ραντεβού, εξηγεί σε κόσμο τι μπορεί να κάνει, πώς μπορεί να βοηθήσει δεν είναι εύκολο, δεκαπέντε χρόνια αορατότητας αφήνουν αποτύπωμα στον τρόπο που μιλάς για τον εαυτό σου. Πρέπει να αφήσει πίσω τις «μικρές βοήθειες» και τα «λίγη εμπειρία». Δουλεύει με τον εαυτό της.
Το διαζύγιο βγαίνει αθόρυβα, έξι μήνες μετά. Ο Δημήτρης προτείνει να της μείνει το σπίτι, εκείνη ζητά και το μερίδιό της από τις αποταμιεύσεις. Τη βοηθά μια δικηγόρος που της βρίσκει η Χριστίνα νεαρή, αποφασιστική και ευγενής. Ο Δημήτρης το δέχεται: φαίνεται πως ένιωσε ότι έτσι τελειώνει καλύτερα.
Σε ένα χρόνο, η Βέρα έχει δικό της συμβουλευτικό γραφείο. Μικρό σχήμα δύο συνεργάτες και ίδια. Κάνει στρατηγική ανάλυση για μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Διαλέγει τα έργα προσεκτικά, να μην πάρει παραπάνω από όσα πρέπει. Ο πρώτος πελάτης, μια βιοτεχνία λίγο έξω από τη Λάρισα, θέλει μια τριετία σχεδίου. Τρεις μήνες δουλειά και επιστρέφει υπερήφανη για το αποτέλεσμα η εταιρεία ανανεώνει το συμβόλαιο.
Μετά έρχεται δεύτερος πελάτης. Μετά τρίτος.
Ο Σταύρος τη συστήνει σε άλλους. Και η Λουκία, η γυναίκα που γνώρισε τότε στο Αστέρια, τηλεφωνεί 8 μήνες μετά. Θέλει να ξαναρχίσει, της ζητά βοήθεια να βρει πού να πιαστεί.
Δεν κάνω coaching καριέρας, λέει η Βέρα. Μόνο επιχειρήσεις.
Κι αν εγώ είμαι επιχείρηση; αστειεύεται η Λουκία.
Σκέφτεται η Βέρα.
Έλα Τετάρτη.
Το γραφείο της, λιτό: δύο γραφεία, βιβλιοθήκη, καναπές δίπλα στο παράθυρο με πλεκτή κουβέρτα που έστειλε θεία της απ τη Χαλκίδα. Ένα τοπίο πάνω από το ποτάμι εκτύπωση από διαδίκτυο: θυμίζει Μανώλα πρωινό.
Δίπλωμα, βραβεία δε βάζει στον τοίχο: δεν θέλει να απολογείται ή να δικαιολογείται.
Μια μέρα παίρνει τηλέφωνο ο Δημήτρης Μάρτης, σχεδόν έναν χρόνο μετά το Αστέρια. Ελέγχει ένα μοντέλο στο laptop.
Βέρα, λέει με φωνή αλλιώτικη από παλιά. Θέλω να μιλήσουμε.
Λέγε.
Έχω νέο έργο, δύσκολο, χρειάζομαι άνθρωπο με στρατηγική σκέψη. Σκέφτηκα
Όχι, σταματά η Βέρα.
Ούτε να τελειώσω
Κατάλαβα, όχι.
Σε πληρώνω κανονικά, επίσημα. Ξέρω ότι παλιά
Δημήτρη, σηκώνει τη φωνή. Δεν δουλεύω με ανθρώπους που δεν εμπιστεύομαι. Δεν είναι θέμα αρχής. Έτσι είναι απλά πιο εύκολα.
Μεγάλη παύση.
Κατάλαβα, αναστενάζει.
Η Χριστίνα πώς πάει;
Έκλεισε την εξεταστική, όλα καλά.
Το ξέρω. Μου τα είπε. Χαίρομαι.
Άλλη μία παύση.
Καλά δείχνεις. Σε είδα στην Ερμού την προηγούμενη εβδομάδα. Δεν πρόσεξες.
Μάλλον δούλευα.
Έτσι φαίνεται.
Ξανά σιωπή.
Ήθελα να πω πως ξέρω ότι έφταιγα. Όχι μόνο τότε γενικά.
Η Βέρα κοιτά το τοπίο. Θυμάται το ποτάμι.
Καλά έκανες που το κατάλαβες.
Τίποτε παραπάνω;
Όχι.
Κλείνει το τηλέφωνο περιμένει ώσπου να φύγει το μούδιασμα, ανοίγει το αρχείο, συνεχίζει.
Καμιά φορά θυμάται τη Λεύκα.
Νύχτες που δεν κοιμάται, βρίσκει το μέρος στο ίντερνετ, ψάχνει στην εικόνα το σχήμα της Μανώλα, τις παλιές γειτονιές. Τίποτα μόνο αν ξέρεις, διαβάζεις τα ίχνη.
Σκέφτεται ότι μερικά πράγματα χάνονται όχι επειδή είναι αδύναμα, αλλά επειδή κάποιος τα θεώρησε άχρηστα. Χωριά. Άνθρωποι. Χρόνια.
Όσο όμως θυμάσαι το άρωμα του χορταριού τον Ιούλιο, το πρωί στο ποτάμι είναι ακόμη εκεί. Μέσα σου. Ένα όνομα κρυμμένο στο password.
Λεύκα. Με κεφαλαίο.
Τον Απρίλη μπαίνει στο γραφείο ένας νέος πελάτης, τριάντα πέντε χρονών περίπου, ιδρυτής μικρής logistics εταιρείας. Αγχωμένος, γρήγορος, ανοίγει φάκελο, μιλάει για ανταγωνιστές, επενδυτές, για ανάπτυξη. Η Βέρα ακούει. Μετά ζητά να δει το εξής τμήμα.
Αυτή είναι η περιουσία σας;
Ναι.
Έχετε υπολογίσει λάθος την απόσβεση. Χάνετε 12% πραγματικής αξίας.
Σαστίζει.
Πώς το βλέπετε τόσο γρήγορα;
Κοιτάζω αριθμούς. Το κάνω χρόνια.
Χαμογελάει για πρώτη φορά.
Ωραία. Σας ακούω.
Η Βέρα παίρνει μολύβι.
Ξεκινάμε από την αρχή.
Έξω μύριζε άνοιξη οι τρεις λεύκες στην αυλή ετοιμάζονται να βγάλουν φύλλα. Σε δυο βδομάδες ολόκληρη η αυλή θα μυρίζει άνοιξη. Κάτι νέο, που μόλις ξεκινά.
Η Βέρα γυρίζει στη δουλειά της. Καφές, χαρτιά, απ έξω συζητά χαμηλόφωνα η Ναταλία, η βοηθός της. Περνά ένας διανομέας. Καθημερινότητα. Κανονική ζωή.
Κι εκεί, αυτή ακριβώς είναι η αλήθεια.
Όχι στο πάρτι. Ούτε στην αίθουσα με τα κρύσταλλα. Ούτε στο password. Αυτά χρειάστηκαν να αλλάξει το τοπίο. Η αλήθεια ήταν εδώ, σ αυτό το δωμάτιο, με το μολύβι, με τον καφέ και τον καινούριο άνθρωπο απέναντι που είπε «σας ακούω».
Είκοσι χρόνια. Τα μετρούσε καμιά φορά. Δεν τα λυπόταν απλά τα μετρούσε. Είκοσι χρόνια είναι πολλά. Δεν θα τα πάρει πίσω. Μα τα επόμενα, ό,τι κι αν είναι, θα παιχτούν αλλιώς.
Λοιπόν, είπε και έσκυψε στο φάκελο, ας ξεκινήσουμε με τα assets.
***
Λίγους μήνες μετά, η Χριστίνα έρχεται διακοπές σπίτι. Κάθονται βράδυ, πίνουν τσάι. Η Χριστίνα την κοιτάει περίεργα.
Μαμά, αρχίζει, είσαι ευτυχισμένη;
Η Βέρα το σκέφτεται χωρίς πίεση.
Δεν ξέρω αν είναι αυτή η σωστή λέξη, λέει. Αλλά σέβομαι τον εαυτό μου. Αυτό μάλλον σημαίνει περισσότερα.
Η Χριστίνα γνέφει αργά.
Νομίζω αυτό είναι η ευτυχία. Άλλα φαίνεται διαφορετική από ό,τι στις ταινίες.
Ναι, λέει η Βέρα. Διαφορετικό.
Έξω βαθύ βράδυ. Η πόλη ένα βουβό μουρμουρητό. Η Χριστίνα έχει φτιάξει τσάι με δυόσμο που μυρίζει όλη η κουζίνα. Κάπου στον κάμπο της παλιάς Λεύκας τώρα θα είναι κι εκεί νύχτα σιωπηλή, χωρίς φώτα. Μόνο γη και ουρανός.
Η Βέρα βάζει κι άλλο νερό στο τσάι της. Ζεσταίνει τα χέρια γύρω από το φλιτζάνι.
Πες μου για τις σπουδές, ρωτάει. Πώς πάει η οικονομική θεωρία;
Δύσκολη, λέει η Χριστίνα. Μας έβαλε ο καθηγητής μια μελέτη και μπερδεύτηκα.
Για να δω, της λέει η Βέρα.
Η Χριστίνα παίρνει το laptop από τον σάκο της, το βάζει στο τραπέζι ανάμεσα στις δυο τους.
Εδώ, δες.
Η Βέρα κοιτάζει την οθόνη, παίρνει το μολύβι της και πλησιάζει.
Εδώ, της λέει απαλά, κοίτα καλάΜαζί σκύβουν στη μελέτη, χαμογελώντας στα λάθη, σημειώνοντας με το μολύβι, συζητώντας μοντέλα και τύπους. Η κουζίνα φωτίζεται απαλά, έξω η σιωπή αγκαλιάζει τα τζάμια. Στην οθόνη, αριθμοί και διαγράμματα μοιάζουν τώρα λιγότερο τρομεροί· σε κάθε απορία, μια ήρεμη φωνή βρίσκει απάντηση.
Κάποια στιγμή, η Χριστίνα την κοιτάζει διστακτική:
Μαμά Πιστεύεις πως μπορώ;
Η Βέρα σηκώνει το βλέμμα της μέσα από τα γυαλιά.
Φυσικά, της λέει. Όλα ξεκινούν όταν πρώτα τολμήσεις να φαίνεσαι. Να μη φοβηθείς να γράψεις και το δικό σου όνομα.
Η Χριστίνα χαμογελά και γράφει προσεκτικά στο αρχείο: «Συγγραφέας: Χριστίνα Χριστοδούλου.»
Σμίγουν τα μέτωπά τους πάνω από το laptop. Έξω η νύχτα μυρίζει άνοιξη. Κάπου, ένα φως ανάβει στη γειτονιά ένας άνθρωπος ακόμα ξαγρυπνά, ίσως για μια δική του αρχή.
Για πρώτη φορά, η Βέρα νιώθει μια χαρά ήσυχη, πυκνή σαν τη ρίζα που απλώνεται βαθιά στο χώμα. Κρατά το χέρι της Χριστίνας. Καμία Λεύκα, πουθενά στον χάρτη, αλλά ένας τόπος καινούργιος, φτιαγμένος από φωνή, από μνήμη, από επιλογή. Και κάθε νύχτα που θα ρχεται, γίνεται λιγότερο βαριά περισσότερο δική τους.
Πάμε να κοιμηθούμε, λέει.
Έλα εσύ πρώτη, απαντά η Χριστίνα. Θα τελειώσω αυτή τη γραμμή.
Η Βέρα σηκώνεται, στέκεται για λίγο στην πόρτα, της χαμογελά. Κι όσο κλείνει το φως, ξέρει: είναι σπίτι. Στο φως, στη δουλειά, στη φωνή της.
Η κάθε αρχή ακόμη κι αν μοιάζει μικρή, μοιάζει δύσκολη αλλάζει τον κόσμο. Μια γυναίκα, μια κόρη, δυο ονόματα στο εξώφυλλο. Ένα νέο τοπίο, που τώρα κανένας δεν μπορεί να τους το πάρει.




