Κάτω από το βάρος των ξένων προσδοκιών
Η Ειρήνη φώναζε, γεμάτη θυμό. Στεκόταν μπροστά στην κόρη της, σφιγμένη στις γροθιές, το βλέμμα της αυστηρό, σχεδόν καυτό. Η φωνή της αντηχούσε από ανοιχτή αγανάκτηση, κι έμοιαζε ικανή να λυγίσει και το σίδερο.
Ούτε που να το σκέφτεσαι! φώναξε δυνατά και σίγουρα. Τι νομίζεις, κορίτσι μου; Για το μέλλον σου καθόλου δεν νοιάζεσαι; Ξέρεις πόσο κόπο έχω κάνει για σένα;
Η Δανάη, βουρκωμένη, σήκωσε τα μάτια στην μητέρα της. Προσπαθούσε να σταθεί δυνατή, να κρατηθεί όρθια μπροστά της παρ όλη τη σύγχυσή της.
Μαμά Δεν σε καταλαβαίνω! απάντησε με φωνή που έτρεμε. Πήρε μια ανάσα και συνέχισε, πιο ήρεμα: Εσύ δεν έλεγες πως πρώτα πρέπει να σπουδάσω, να φτιάξω τη ζωή μου; Συγχύστηκα, μπέρδεψα τον έρωτα με την αληθινή αγάπη, αλλά δεν είναι αυτός λόγος να θυσιάσω το μέλλον μου! Μόλις δεκαοχτώ χρονών είμαι· δεν έχω ζήσει, δεν ξέρω καν τι θέλω
Η Ειρήνη δεν της άφησε χώρο ν απολογηθεί. Το πρόσωπό της έγινε πέτρινο και ο τόνος απόλυτος.
Ή θα παντρευτείς και θα μου κάνεις ένα εγγονάκι, ή θα μαζέψεις τα πράγματά σου και θα φύγεις από το σπίτι, είπε κοφτά, προφέροντας τα λόγια ένα προς ένα. Πήγε στο παράθυρο, τράβηξε τα στόρια απότομα και επέστρεψε: Και μην περιμένεις βοήθεια, μόνη σου θα τα βγάλεις πέρα! Ούτε ένα ευρώ από μένα! Είναι ίσως η μόνη μου ευκαιρία να ζήσω τη χαρά ενός εγγονού. Δεν είμαι νέα, πλησιάζω τα εξήντα και θέλω να προλάβω!
Η Δανάη ένιωσε όλο της το είναι να μαζεύεται από απελπισία, σχεδόν ψιθύρισε:
Μαμά
Άσ τα μαμά και μην κλαις την διέκοψε κοφτά η Ειρήνη. Τα έχω ήδη συζητήσει με τον Στέφανο, αυτός με κατάλαβε. Στην αρχή το έπαιξε δύσκολος, αλλά στο τέλος κατάλαβε ότι έχω το δίκιο με το μέρος μου. Ξέρω πώς να πείθω τους ανθρώπους όταν χρειάζεται συνέχισε με ύφος θριαμβευτικό.
Τι με αυτόν; ψέλλισε η Δανάη, πίσω της έκανε ένα βήμα, ανάστατη Πήγες και στον Στέφανο; Μαμά, δεν είναι δική σου δουλειά! Δεν αγαπιόμαστε, ένας τέτοιος γάμος θα είναι δυστυχία! Αυτό το μέλλον θες για μένα; Να είμαι δυστυχισμένη;
Μόνοι σας το φέρατε ως εδώ. Παιδί υπάρχει ήδη, τώρα είναι αργά, απάντησε απότομα η Ειρήνη, απορρίπτοντας κάθε ένσταση με μια κίνηση του χεριού. Θα πάρεις άδεια από τις σπουδές, εγώ θα βοηθήσω με το παιδί. Τα έχω σχεδιάσει όλα. Μιλούσε με τόση σιγουριά, σχεδόν αμείλικτα.
Η Δανάη στεκόταν ακίνητη, σαν χαμένη. Γιατί η μαμά της τόσο κάθετα αντιδρούσε στον τερματισμό της εγκυμοσύνης, ενώ παλιά έλεγε τα αντίθετα; Καταπιεσμένη, σκεφτόταν πως αν κρατούσε το στόμα της κλειστό, ίσως να πήγαινε σιγά και μόνη στο νοσοκομείο και τίποτε δεν θα γινόταν.
Και ο Στέφανος την εξέπληξε. Εκείνος ο πρώτος που της είπε ότι δεν αναλαμβάνει ευθύνες: Δεν φταίω εγώ, της είπε ψυχρά, με νύξεις που ακόμα την ανατρίχιαζαν. Τώρα όμως ξαφνικά δέχθηκε. Τι του είπε η Ειρήνη; Τι του υποσχέθηκε; Οι απαντήσεις δεν ήρθαν ποτέ. Ο Στέφανος είχε γίνει σιωπηλός και κακότροπος, της απαντούσε κοφτά, δεν την κοιτούσε στα μάτια κι απέφευγε κάθε συζήτηση για το μέλλον.
Η συνέχεια ήρθε γρήγορα και άχαρα. Ο Στέφανος την πήγε σιωπηλός στο Δημαρχείο, κατέθεσε το χαρτί για την εγκυμοσύνη, τους πάντρεψαν γρήγορα, χωρίς μάρτυρες και γιορτή. Τα δαχτυλίδια πρόχειρα, αγορασμένα χύμα την τελευταία στιγμή, κι η ατμόσφαιρα βαριά. Θυμάται η Δανάη να επαναλαμβάνει μηχανικά τις φράσεις, λες κι όλα γίνονταν σε μια άλλη ζωή. Κρύοι τοίχοι, χλωμός φωτισμός, καμία χαρά μόνο μια σφραγίδα και μια νέα, απροσδόκητη στροφή στη ζωή της.
Η Ειρήνη ήθελε να τους κρατήσει στο δικό της διαμέρισμα. Ήλεγχε τι έτρωγε η κόρη της, αν έπαιρνε βιταμίνες, αν κοιμόταν σωστά ακόμη και ποια βιβλία πρέπει να διαβάζει για να βγει ο γιος έξυπνος. Το κάθε πρωί άρχιζε με έλεγχο των γευμάτων ένα ολόκληρο πρόγραμμα διατροφής το πρότεινε, μέχρι λεπτομέρειας.
Η Δανάη βίωνε μια ήσυχη, επίμονη δυστυχία, ένιωθε αιχμάλωτη στο ίδιο της το σπίτι. Δεν είχε κουμάντο ούτε σε μικρά πράγματα: τι να φορέσει, τι τσάι να πιει, πότε να πέσει για ύπνο. Προσπαθούσε να μην κάνει θόρυβο, μην την ξαναμαλώσει η μητέρα. Μόνο το να φύγει και να αρχίσει από την αρχή σκεφτόταν, αλλά χρήματα δεν είχε. Η φαντασία της έπλαθε εικόνες που η πραγματικότητα βιαζόταν να γκρεμίσει: τα ενοίκια ήταν απλησίαστα σε ευρώ, δουλειά βραδινή μέσα σε φόβο το μόνο φοιτητικό διαμέρισμα στην περιοχή, επικίνδυνο ακόμη και να περάσει απ έξω.
Οι φίλες δεν έδωσαν κατανόηση. Κάποια μάλιστα της είπε: Εμείς, και παιδιά έχουμε, και δουλεύουμε. Άντε παράτα τα παράπονα, αν ήθελες θα την είχες βρει την άκρη!. Πόσο εύκολο να το λες, σκεφτόταν η Δανάη, όταν σε έχουν πρόσωπο η οικογένεια κι οι συνθήκες. Εκείνη, ούτε πατέρα είχε πια, ούτε παππούδες μόνο η μάνα να ορίζει τα πάντα καθημερινά.
Το μωρό τής είχε σμπαραλιάσει όλα της τα όνειρα. Εργασία απαγορευμένη, ακόμη και στο Πανεπιστήμιο τη συνόδευαν, μην κάνει κάτι απρόσεκτο Η Ειρήνη, πάντα καχύποπτη, πάντα αυστηρή.
***
Στέφανε, μπορείς να πας για λίγα ψώνια; του ζήτησε αγκομαχώντας η Δανάη, όταν η μάνα είχε φύγει για λίγες μέρες να επισκεφθεί φίλη της. Τώρα ένιωθε όλο το βάρος στα δικά της χέρια. Δεν αισθάνομαι καλά ζαλίζομαι, έχω ναυτία.
Ο Στέφανος δεν κοίταξε καν προς το μέρος της. Καθόταν μπροστά στον υπολογιστή, βυθισμένος στο παιχνίδι του.
Περπάτα λίγο, θα συνέλθεις, μουρμούρισε, χωρίς να σηκώσει τα μάτια. Εγώ δεν θέλω τίποτα.
Η Δανάη πήρε μια βαθιά ανάσα, στηρίχθηκε στην κάσα της πόρτας, τα χέρια της έτρεμαν.
Είμαστε παντρεμένοι, το θυμάσαι; Αν και εγώ δεν το ήθελα αυτό! είπε με σφιγμένα χείλη. Εσύ το δέχθηκες, εσύ υποσχέθηκες ότι θα βοηθήσεις. Όλα τα αφήνεις στην άκρη για τα παιχνίδια!
Ο Στέφανος γυρίζει επιτέλους, το ύφος του δηλητηριώδες:
Μόλις το παιδί γίνει ενός, χωρίζουμε. Το ξέρει κι η μάνα σου. Αυτό έχει σημασία: να γεννηθεί παντρεμένο.
Η Δανάη έμεινε ακίνητη, λες και την χτύπησε ρεύμα.
Πώς; Τι σου έδωσε η μάνα μου; ρώτησε πνιγμένη από δάκρυα.
Ένα αυτοκίνητο. Τα ξέρεις, δεν έχουμε λεφτά στην οικογένεια, και δεν θα άφηνα τέτοια ευκαιρία! Η μάνα σου πολύ ήθελε εγγόνια, δυο λόγια της είπα, κι έτοιμος ο καλός γαμπρός. Ξαναγύρισε στο παιχνίδι.
Η Δανάη έφυγε από το δωμάτιο σιωπηλή, η απογοήτευση να την πνίγει, μαζί και η αίσθηση ότι όλη της η ζωή είχε χαθεί. Έμεινε αρκετή ώρα έτσι τέσσερις μήνες μόνο έγκυος, κι όμως δεν ήθελε να δει το παιδί της, όσο κι αν η λογική της έλεγε πως το σφάλμα δεν ήταν του αγέννητου μωρού.
Βγήκε τελικά από το σπίτι παίρνοντας αργά τον δρόμο, μη βλέποντας ούτε το φως του ήλιου ούτε το τραγούδι των πουλιών. Από σκέψη σε σκέψη περπατούσε, όταν ξαφνικά ένας έντονος ήχος από κορναρισμένο αμάξι και γοερές φωνές, την τίναξαν. Γύρισε και είδε το αμάξι να τρέχει κατά πάνω της
***
Ξυπνήσατε; άκουσε τη φωνή μιας νοσοκόμας να φτάνει στ αυτιά της, σαν να την χώριζε μια θάλασσα. Θα φωνάξω τον γιατρό.
Καλύτερα να φέρεις, είπε ειρωνικά η Ειρήνη, πλησιάζοντας σκληρά προς το κρεβάτι. Στα μάτια της σκοτεινιά και κάτω από αυτά βαριοί κύκλοι. Το βλέμμα της βλοσυρό, γεμάτο παράπονο.
Η Δανάη προσπάθησε να εστιάσει, το σώμα της βαρύ, τα λόγια της μάνας μακρινά.
Τι κατάφερες; Τι σου λειψε και πήγες να πέσεις στις ρόδες; Αυτό μάθαινες από το σπίτι μας; η Ειρήνη μιλούσε σκυθρωπά, με σκληρή προφορά. Μη μιλάς! την έκοψε καθώς η Δανάη ήθελε κάτι να απαντήσει. Άκου να μαθαίνεις: έχασες το παιδί. Το εγγονάκι μου το περίμενα τόσο. Κι ούτε θα μπορέσεις ξανά να αποκτήσεις παιδί. Όλη μου η ελπίδα τώρα στη μεγάλη σου αδελφή Θα βρω τρόπο να τη βάλω κι εκείνη στη θέση της!
Τα λόγια της Ειρήνης ήταν κοφτά, απάνθρωπα. Σαν να ζητούσε ενημέρωση για λογαριασμό κι όχι να μιλά στη ρημαγμένη κόρη της.
Μαμά μπόρεσε μόνο να πει η Δανάη, τα δάκρυα να αυλακώνουν το πρόσωπό της. Ήθελε να πει κάτι, να εξηγήσει, όμως οι λέξεις χάνονταν στο πνιγμένο απόγευμα.
Τα πράγματά σου τα μάζεψα, θα τα πάρεις μόλις μπορέσεις, πέταξε με παγερή φωνή η Ειρήνη, κοιτάζοντας πια μακριά. Δύο κορίτσια άχρηστα έκανα! Ελπίζα νά 'χω έστω εγγονό αγόρι. Όμως η μεγάλη μόλις το άκουσε πήρε δρόμο! Εσύ, νόμιζα, θα ήσουν πιο φρόνιμη, έβαλα και τον Στέφανο στο κόλπο και πάλι τίποτα! Τώρα είσαι άχρηστη για μένα. Δεν σκοπεύω πια να σου δίνω, ούτε ευρώ! Μόνη σου, ό,τι μπορέσεις
Η Ειρήνη βγήκε έξω χωρίς να κοιτάξει πίσω ή ν αφήσει μια λέξη συμπόνιας.
***
Τις πρώτες μέρες η σωτηρία της Δανάης ήταν η φίλη της, η Λένια. Εκείνη εμφανίστηκε αμέσως, έφερε φρούτα, ένα ζεστό σάλι, και κάθισε ώρες δίπλα της, κρατώντας της το χέρι. Ήταν το στήριγμα που είχε ανάγκη η Δανάη.
Η Λένια πρότεινε να νοικιάσουν μαζί ένα μικρό διαμέρισμα σε μια ήσυχη γειτονιά. Την προσέλαβε στη δουλειά της, με ημιαπασχόληση αρχικά, όσο να δυναμώσει η Δανάη. Έδειχνε κατανόηση, εξηγούσε, ενθάρρυνε, γινόταν η φτερούγα που σκέπαζε κάθε ανασφάλεια. Κι έτσι, η Δανάη άρχισε δειλά να στήνει από την αρχή τα βήματά της.
Στο γραφείο γνώρισε τον κύριο Μανώλη προϊστάμενο, διαζευγμένο, με δύο μικρά αγόρια: τον Νικόλα και τον Πέτρο, τεσσάρων και έξι χρονών. Η μητέρα τους είχε φύγει για ξένη πόλη, αφήνοντας τα παιδιά στον πατέρα τους και τη γιαγιά τους μια γυναίκα ζεστή μα πια μεγάλης ηλικίας.
Ο κύριος Μανώλης ήταν συνετός, ευγενής. Πάντα ήξερε ποιος έχει γενέθλια, ρωτούσε πώς είναι όλοι, βοηθούσε όταν έβλεπε κάποιον κουρασμένο. Με τον καιρό, η Δανάη άρχισε να τον θαυμάζει και να συμπαθεί δειλά.
Μια μέρα, που βοήθησε με έναν δύσκολο απολογισμό, ο Μανώλης της πρότεινε να πιουν μαζί τσάι. Ήταν απόγευμα, χαμηλό φως, ήσυχη ατμόσφαιρα.
Δανάη, βλέπω πόσο καλή καρδιά έχεις, της είπε γλυκά. Θέλω να σου κάνω μια πρόταση, ελπίζω να μην τρομάξεις. Θέλεις να έρθεις στη ζωή μας; Να γίνεις μητέρα για τα αγόρια μου. Δεν το κάνω για το πάθος ή τη ρομαντζάδα, αν και νιώθω μεγάλο σεβασμό για σένα. Να προσφέρεις θαλπωρή, να μεγαλώσουμε οικογένεια, να βοηθήσω τις σπουδές σου αν το θες.
Η Δανάη πάγωσε από το απροσδόκητο, μα στα μάτια του είδε ειλικρίνεια.
Θέλω χρόνο να το σκεφτώ, ψιθύρισε.
Δεν βιάζομαι, καταλαβαίνω, είπε ήσυχα εκείνος.
Μετά από μέρες, η Δανάη είπε ναι. Διστακτικά, αλλά ναι. Ήξερε πως αν δεν το προσπαθούσε, ίσως ν απορούσε πάντα τι θα γινόταν αν.
Ο γάμος τους έγινε σε στενό κύκλο, με λίγους συναδέλφους κι αγκαλιά τα παιδιά. Ένα απλό, λιτό φόρεμα φόρεσε η Δανάη, και γρήγορα τα δυο αγόρια την αποκαλούσαν μαμά Δανάη, σαν να ήταν πάντα εκεί. Έψηνε κουλουράκια με σταφίδα, διάλεγε παραμύθια για το βράδυ, και κάθε μέρα δένονταν όλο και περισσότερο.
Ένιωθε για πρώτη φορά χρήσιμη όχι σαν μέσο αλλά σαν άνθρωπος. Μπορούσε να κουραστεί, να κάνει λάθη, να υπάρξει όπως είναι και να έχει νόημα η παρουσία της.
Με τον καιρό, ο γάμος από μια συμφωνία έγινε αγνή αγάπη. Ο Μανώλης φρόντιζε να βοηθάει σε όλα. Έπαιρνε τα παιδιά από το σχολείο για να ξεκουραστεί, ανέλαβε τα ψώνια, τη στήριζε στην νέα της προσπάθεια. Ο ίδιος ένιωθε να γεμίζει βλέποντας την να διαβάζει στον Πέτρο, να βοηθάει τον Νικόλα με το παζλ. Σιγά σιγά ήρθαν και τα λόγια αγάπης.
Ήθελα να είσαι μάνα για τα παιδιά μου, και έγινες ό,τι πιο σημαντικό για όλους μας, της είπε με δάκρυα χαράς. Σ αγαπώ αληθινά!
Η Δανάη κατάλαβε τότε πως μέσα από τον πόνο, μέσα από τα παλιά μαραζώματα, ανθίζει μια καινούρια ελπίδα.
Συνέχισε τις σπουδές της σε ανοιχτό πανεπιστήμιο. Ο Μανώλης τη στήριζε: της έκανε σημειώσεις, έβρισκε βιβλία, της θύμιζε προθεσμίες. Τα αγόρια μεγάλωναν γελαστά, σίγουρα, με αγάπη. Τα καλοκαίρια έπαιζαν στο πάρκο, τον χειμώνα έφτιαχναν χιονάνθρωπους, τα βράδια αγκαλιά διάβαζαν παραμύθια.
Όσο για την Ειρήνη, έμεινε γυμνή από προσδοκίες. Η μεγάλη κόρη της έφυγε για το εξωτερικό, αποφασισμένη να διεκδικήσει τη ζωή της αλλιώς. Σε ένα γράμμα, της έγραψε: Μαμά, είμαι ευτυχισμένη πια. Ζω για μένα. Η Ειρήνη, προσβεβλημένη, έμεινε να χτυπάει τηλέφωνα ακούγοντας απίστευτες αναμονές. Άρχισε τα γραπτά πρώτα αυστηρά, μετά έξαλλα, γεμάτα παράπονα. Η Δανάη, σταθερή πια, έκοψε κάθε δεσμό. Δεν θα ξαναζούσε για τα θέλω των άλλων, ούτε για τα άπληστα όνειρα της μάνας.
Και κάπως έτσι, η Δανάη απέκτησε οικογένεια που την εκτιμούσε για αυτό που είναι και μόνο. Για το χαμόγελό της, για τη ζεστασιά, γιατί απλώς υπήρχε. Πρώτη φορά στη ζωή της, ένιωσε πως ήταν αληθινά στο σπίτι της.
Χρόνια μετά, ένα ηλιόλουστο φθινοπωρινό απόγευμα, περπατούσε με τον Μανώλη και τα αγόρια στον Εθνικό Κήπο. Τα φύλλα πορτοκαλιά και κόκκινα, ο αέρας μυρωδάτος. Ο Νικόλας, δραστήριος όπως πάντα, φώναξε:
Μαμά, κοίτα τι μεγάλο φύλλο βρήκα!
Η Δανάη γελώντας γονάτισε, τον πήρε αγκαλιά, εισέπνευσε την τρυφερή μυρωδιά του, έριξε το βλέμμα στον Μανώλη, που την κοίταζε γεμάτος αγάπη. Μια γλύκα πλημμύρισε την καρδιά της, εκείνη η μελαγχολία που έχει χαρά μέσα της.
Ο Πέτρος, πιασμένος από το χέρι της, την τραβούσε κοντά στη λίμνη: Να δούμε πόσα σύννεφα χωράνε μέσα της, μαμά!
Η Δανάη, σφιγμένη από τις δυο πλευρές, βάδιζε νιώθοντας βαθιά μέσα της πως αυτό ήταν το αληθινό της μέλλον. Η πραγματική της ευτυχία το σπίτι, η αγκαλιά, το φως, η ζωή μαζί.
Δεν υπάρχουν λόγια να το περιγράψειςΜε αργά βήματα, προχώρησαν όλοι μαζί κατά μήκος του μονοπατιού, γελώντας, πετώντας τα φύλλα ψηλά, αφήνοντας πίσω τους μικρές σκηνές χαράς χαραγμένες στο χώμα του πάρκου. Η Δανάη στάθηκε για λίγο, κοίταξε γύρω της. Ο ήλιος έλουζε το πρόσωπό της με φως, οι φωνές των παιδιών γύριζαν στροβιλιστά μέσα στη ψυχή της, και στην καρδιά της χτυπούσε για πρώτη φορά κάτι γαλήνιο, δυνατό και αληθινά δικό της.
Έκλεισε τα μάτια μόνο για ένα δευτερόλεπτο, μέτρησε ήρεμα τις ανάσες της και ψιθύρισε μέσα της, σαν προσευχή: Εδώ. Εδώ που είμαι, αυτό είμαι. Και αυτό μου αρκεί.
Από κάπου ακούστηκε ένας ήχος: ένα μικρό κορίτσι τραγουδούσε, παρασύροντας κι άλλους σε έναν αυθόρμητο χορό. Τα παιδιά της έτρεξαν να συμμετέχουν και η Δανάη, αφήνοντας πίσω της για πάντα τις βαριές προσδοκίες των άλλων, έπιασε το χέρι του Μανώλη και μπήκε στον κύκλο μαζί τους.
Γιατί η ζωή, σκέφτηκε, μπορεί να ξεκινάει από χίλια αδιέξοδα αλλά όποιος βρίσκει το θάρρος να χαράξει τον δικό του δρόμο, γεύεται τελικά την ελευθερία. Και μες στη δική της αγκαλιά, ανάμεσα σε αυτούς που την αγαπούσαν, η Δανάη ήξερε πια ότι δεν υπήρχε τίποτα, απολύτως τίποτα, που να της λείπει.




