Φίλοι μας ζήτησαν να έρθουν ταξίδι με το αυτοκίνητό μας, υποσχέθηκαν ότι θα βάλουν βενζίνη. Όταν φτάσαμε, μας είπαν: «Έτσι κι αλλιώς θα πηγαίνατε»

Όλα ξεκίνησαν όπως κάθε συνηθισμένος προγραμματισμός καλοκαιρινών διακοπών. Εγώ με τη σύζυγό μου, το παλιό μας SUV, διαδρομή πάνω από χίλια χιλιόμετρα προς μία κατεύθυνση, και η γλύκα της προσμονής για το ταξίδι. Πάντα μας άρεσαν τα οδικά ταξίδια για την ελευθερία που προσφέρουν: σταματάς όπου κι αν θες, επιλέγεις ρυθμό, αλλάζεις διαδρομή αν το θελήσεις. Χωρίς ωράρια τρένων, χωρίς μωρά που κλαίνε στο δίπλα κουπέ, χωρίς ακυρώσεις πτήσεων.

Αυτή τη φορά όμως κάναμε το μοιραίο λάθος αποκαλύψαμε τα σχέδιά μας.

Ήμασταν σε ένα κυριακάτικο τραπέζι με γνωστούς κι από τη συζήτηση που γινόταν ανέφερα πως σε λίγες μέρες θα ανεβαίναμε με το αυτοκίνητο στη Χαλκιδική.

Α, ποια μέρα φεύγετε; πετάχτηκε ζωηρά η Μαρίνα, που κάθισε απέναντι με τον φίλο της τον Στέλιο.

Με τη Μαρίνα και τον Στέλιο δεν ήμασταν ποτέ ιδιαίτερα κοντά, απλώς τυχαίναμε σε κοινές παρέες που και που.

Δεκαπέντε του μήνα φεύγουμε, απάντησα αμέριμνα.

Κι εμείς τότε έχουμε άδεια! είπε ενθουσιασμένος ο Στέλιος. Λέγαμε να κατεβούμε με το τρένο, αλλά δεν έχει πια εισιτήρια για καλές θέσεις. Λες να έρθουμε μαζί; Μισά τα έξοδα για τη βενζίνη, να ναι και πιο ευχάριστα! Είμαστε ήσυχοι, δε δημιουργούμε θέματα.

Κοίταξα τη γυναίκα μου η ματιά της έλεγε ξεκάθαρα «όχι», όμως ήμουν αμήχανος και άρχισα να ψελλίζω κάτι για το ότι είναι γεμάτο το αμάξι και πως πάμε με το πάσο μας και σταματάμε όπου μας αρέσει.

Έλα τώρα, ένα βαλιτσάκι έχουμε όλο κι όλο! επέμεινε ο Στέλιος. Και για τα χρήματα τέλεια, η βενζίνη έχει φτάσει στα ύψη! Μας σώζεις.

Τελικά δεχτήκαμε. Η οικονομία στην τιμή της βενζίνης μάς κέρδισε και, στην τελική, ντρεπόμασταν να πούμε «όχι» κατάμουτρα. Μία ακόμη κλασική αδυναμία που μας στοίχισε τις επόμενες δύο εβδομάδες.

«Άφησε το καλό να πάει χαμένο και θα το μετανιώσεις»

Συμφωνήσαμε να βρεθούμε έξω από το σπίτι μας στις 5 το πρωί. Ξυπνήσαμε νωρίς, φτιάξαμε το πορτμπαγκάζ με τάξη: βαλίτσες μας, νερά, εργαλεία, κουβέρτες. Ο Στέλιος και η Μαρίνα καθυστέρησαν σχεδόν σαράντα λεπτά.

Άργησε το ταξί, είπε η Μαρίνα χωρίς ούτε μισή συγγνώμη, τραβώντας μια τεράστια βαλίτσα και μερικές τσάντες με σνακ.

Μόνο λίγα πράγματα είπαμε! δεν κρατήθηκα.

Έλα τώρα, είναι γυναίκα, πρέπει να αλλάζει ρούχα! γέλασε ο Στέλιος.

Έπρεπε να παίξουμε «τέτρις» για να χωρέσουν όλα.

Μία ώρα μετά ξεκίνησε ο εφιάλτης. Στη Μαρίνα φάνηκε ζέστη βάλαμε το air condition στο τέρμα, μετά από λίγο ο Στέλιος πάγωνε. Η μουσική που είχα δεν τους άρεσε. Ακολούθησαν ατελείωτα «κάνε μία στάση»: για τουαλέτα, καφέ, τεντώματα, τσιγάρο.

Το πλάνο μου για να περάσουμε τα δύσκολα σημεία πριν τις κλασικές ουρές κατέρρευσε, και βρεθήκαμε να οδηγούμε σαν ταξί, σταματώντας κάθε λίγο και λιγάκι.

Η κορύφωση ήρθε σε ένα πρατήριο.

Γέμισα το ρεζερβουάρ όλα μαζί 100 ευρώ. Γυρίζω στο αμάξι, ο Στέλιος τρώει χαλαρός το σάντουιτς του.

Να βάλουμε ο καθένας τα μισά, ε; λέω.

Έλα, στο τέλος τα υπολογίζουμε όλα και τα μοιράζουμε, μου απαντάει αδιάφορα.

Με ξένισε αυτό, αλλά η γυναίκα μου μου ψιθύρισε «μη κάνεις θέμα, θα μας δώσουν όταν φτάσουμε». Έκανα υπομονή. Και τα διόδια εγώ τα πλήρωσα, χωρίς να δείξουν ενδιαφέρον για το ποσό.

Όλη τη διαδρομή έτρωγαν τα δικά τους σνακ, γεμίζοντας το αυτοκίνητο ψίχουλα. Όταν τους ζήτησα να προσέχουν, αρκέστηκαν να πουν γελώντας:

Σιγά, αμάξι είναι, με μία ηλεκτρική το καθαρίζεις!

Μετά από τόσες ώρες φτάσαμε αργά το βράδυ, εξαντλημένοι περισσότερο απ’ την παρέα παρά απ’ την οδήγηση.

«Απλά έτυχε να έρθουμε μαζί σου»

Το πρωί της επόμενης μέρας μαζευτήκαμε όλοι στην κουζίνα του ξενώνα. Έβγαλα το μπλοκάκι που σημείωνα τα έξοδα.

Λοιπόν: Βενζίνη 340 ευρώ, διόδια 60 ευρώ, σύνολο 400. Άρα τα μοιράζουμε, 200 ευρώ από εσάς.

Ο Στέλιος πνίγηκε με τον καφέ του και η Μαρίνα άνοιξε τα μάτια διάπλατα.

Τι εννοείς διακόσια; Σοβαρά μιλάς; ρώτησε εκείνη.

Φυσικά, αν θυμάσαι είπαμε μισά έξοδα.

Ο Στέλιος άφησε την κούπα κάτω και είπε:

Μα εσύ θα τα πλήρωνες έτσι κι αλλιώς, με ή χωρίς εμάς! Δικό σου είναι το αμάξι, έτσι κι αλλιώς βενζίνη θα έβαζες. Εμείς απλώς… γεμίσαμε τα πίσω καθίσματα.

Κάτσε, απαντώ, αρχίζοντας να εκνευρίζομαι. Όλα ήταν ξεκάθαρα από την αρχή. Ταλαιπωρηθήκαμε, αλλάξαμε ρυθμούς, βάλαμε extra αποσκευές, σεβαστήκαμε τα πάντα. Έπρεπε να μοιραστούμε το κόστος.

Ποια ταλαιπωρία; μούγκρισε η Μαρίνα. Καλά περάσαμε, παρέα ήμασταν. Γιατί τόσο αυστηρός; Να ξέραμε, θα ψάχναμε να βρούμε κάποιο carpool.

Ένας τυχαίος οδηγός θα σας άφηνε στη μέση της διαδρομής αν φερόσασταν έτσι, δήλωσε αγανακτισμένη η σύζυγός μου.

Λοιπόν, είπε ο Στέλιος τέλος. Μπορούμε να δώσουμε έτσι 40-50 ευρώ, τυπικά. Όχι να πληρώσουμε τα μισά, είναι παράλογο! Έχουμε υπολογίσει τα έξοδά μας.

Σηκώθηκα όρθιος.

Να μην δώσετε τίποτα. Σκεφτείτε το κέρασμα. Αλλά πίσω θα επιστρέψετε μόνοι σας.

Τι εννοείς; φώναξε ο Στέλιος. Δεν έχουμε εισιτήρια! Έτσι είχαμε κανονίσει!

Είχαμε κανονίσει ότι θα μοιραζόμασταν τα έξοδα ισότιμα. Αυτό δεν το τηρήσατε. Καλή συνέχεια στις διακοπές σας.

Ξεχωριστοί δρόμοι στις διακοπές

Τα υπόλοιπα δέκα μέρες απλώς… αγνοούσαμε ο ένας τον άλλον παρ’ όλο που μέναμε στο ίδιο χωριό. Τυχαία συναντηθήκαμε δυο-τρεις φορές στην παραλία γύρισαν πλάτη.

Την παραμονή της επιστροφής έλαβα μήνυμα από τον Στέλιο: «Έλα τώρα, άσε τα πείσματα. Να δώσουμε από 80 ευρώ ο καθένας για το πήγαινε κι έλα; Βοήθησέ μας, δεν βρίσκουμε εισιτήρια και η Μαρίνα ζαλίζεται στο πούλμαν».

Δεν απάντησα.

Συμμαζέψαμε, φορτώσαμε το αμάξι, ελέγξαμε λάδια και φύγαμε τα χαράματα. Ο δρόμος για την επιστροφή ήταν απόλαυση: δική μας μουσική, στάσεις όπου θέλαμε, ησυχία.

Αργότερα έμαθα από κοινούς φίλους ότι έγινα «ο κακός της παρέας». Ότι άφησα γνωστούς στα κρύα του λουτρού για μερικά ευρώ στη Χαλκιδική, κι αυτοί γύρισαν με λεωφορεία, αλλαγές και ταλαιπωρία. Τώρα συχνά μιλούν με άσχημα λόγια για εμάς.

Όμως εμείς μάθαμε πολλά. Πλέον, όταν κάποιος μου λέει διστακτικά, «Ωραία, πάτε για εκδρομή, μας παίρνετε μαζί;», απαντώ ήρεμα και σταθερά: «Συγγνώμη, προτιμώ να ταξιδεύουμε μόνο οι δυο μας».

Η εμπειρία μας έδειξε πως η καλοσύνη όταν δεν συνοδεύεται από αμοιβαίο σεβασμό, μετατρέπεται σε βάρος. Μάθε να ορίζεις τα όριά σου κι έτσι προστατεύεις τον εαυτό σου και τις διακοπές σου.

Oceń artykuł
Φίλοι μας ζήτησαν να έρθουν ταξίδι με το αυτοκίνητό μας, υποσχέθηκαν ότι θα βάλουν βενζίνη. Όταν φτάσαμε, μας είπαν: «Έτσι κι αλλιώς θα πηγαίνατε»