2 Νοεμβρίου, Τετάρτη
Είδες με τι αυτοκίνητο ήρθε σήμερα; Λένε πως ο μπαμπάς της της το χάρισε για τα γενέθλιά της.
Και η τσάντα; Είμαι σίγουρη ότι θα κόστιζε άνετα τρεις μισθούς!
Ασε την τσάντα. Για δες το μανικιούρ της μόνο τα στρασάκια κοστίζουν όσο το μηνιάτικο του μπαμπά μου!
Η Ελπίδα στραβοκατάπιε, ακούγοντας τα ψιθυρίσματα από πίσω. Η Άννα Νικολαΐδου, μοναχοκόρη γνωστού εργολάβου οικοδομών, καθόταν πάντα τελευταία σειρά, μόνη της, και έπαιζε αφηρημένη με το καινούριο χρυσό iPhone. Τα ξανθά μαλλιά της σχημάτιζαν τέλειες μπούκλες και το μακιγιάζ της σε έκανε να νομίζεις πως βγήκε από διαφήμιση ακριβού περιοδικού.
„Τι να έχει άραγε στο μυαλό της;”, συλλογίστηκε η Ελπίδα, κρυφοκοιτάζοντάς τη. Μέσα σε δύο χρόνια σπουδών, η Άννα είχε πει ελάχιστες κουβέντες με τους υπόλοιπους. Πάντα ερχόταν στη σχολή με πολυτελές αμάξι κάθε λίγες εβδομάδες και διαφορετικό αριστοτεχνικά έγραφε σε εξετάσεις και μετά εξαφανιζόταν, σα να μην την αφορούσε τίποτα πέρα από το μάθημα.
Σίγουρα μόνο τα ρούχα και τα ταξίδια την ενδιαφέρουν, ψιθύρισε η Κωνσταντίνα, κολλητή της Ελπίδας. Μόνο για Παρίσι και Μιλάνο άκουγα να μιλάει τις προάλλες.
Η Ελπίδα έγνεψε, αλλά βαθιά μέσα της ένιωθε πως κάτι δεν πήγαινε καλά με αυτή την εξήγηση. Πού και πού, στα μάτια της Άννας, έπιανε εκείνη την περίεργη σπιρτάδα λες και το μυαλό της ήταν μακριά, σε κάτι πολύ πιο βαθύ από παπούτσια και ταξίδια.
Θυμάσαι πώς παρουσίασε πέρυσι εκείνη τη μελέτη για τη σχέση του ανθρώπου με τα άγρια ζώα; αναρωτήθηκε δυνατά η Ελπίδα. Παράξενο για μια «χαϊδεμένη».
Μπα, όλο οι γραμματείς των μπαμπάδων της θα της τα γράφουν, αποκρίθηκε η Κωνσταντίνα. Εκείνη μόνο τα χείλη βάφει.
Όμως, η Ελπίδα θυμόταν τη στιγμή που η Άννα μιλούσε για τα αδέσποτα: τα μάτια της έλαμπαν, η φωνή της έτρεμε, ήταν μία άλλη, αληθινή κοπέλα, με πάθος. Μέχρι να ξαναφορέσει το προσωπείο της παγερότητας.
Η τυχαία συνάντησή μας έγινε ένα παγωμένο απόγευμα, έξω από το μεγάλο εμπορικό κέντρο στη Γλυφάδα. Καθώς έβγαινα βιαστικός, κρατώντας ψώνια, κόλλησα στη θέση μου. Στην είσοδο, γονατισμένη στο πεζοδρόμιο, η Άννα έδινε κομμάτια καπνιστού φιλέτου σε ένα αδέσποτο μεγαλόσωμο σκυλί, με βρόμικο τρίχωμα και πληγωμένο πόδι.
Ψιτ, σιγά σιγά Φαίνεσαι νηστικός, ε; τού μιλούσε γλυκά μια φωνή που δεν είχε τίποτα απ’ την ψυχρότητα της σχολής.
Ο αέρας σήκωνε το μακρύ μαλλί της και το κλασικό πανωφόρι της τσαλακωνόταν στα γόνατα, μα εκείνη δεν έδινε σημασία. Παρατήρησα τότε ότι μερικές φορές απουσίαζε απτα μαθήματα ξαφνικά ή απαντούσε μουδιασμένα στα τηλέφωνα. Θυμήθηκα ότι είχα δει τροφή για σκύλους στην τσάντα της το είχα αποδώσει σε κάποιο καθαρόαιμο που θα τάιζε στο σπίτι.
Τελειώνοντας την «λιχουδιά», η Άννα έσκυψε και έπιασε το σκυλί γεμάτη στοργή:
Σκαταλαβαίνω, να ξέρεις Είναι σκληρό να βλέπουν όλοι μόνο το απ έξω σου, έτσι;
Το σκυλί γρύλισε διακριτικά, και η Άννα, σχεδόν μονολογώντας, συνέχισε:
Μικρή, παρακαλούσα τους γονείς μου για έναν σκύλο. Ο πατέρας μου έλεγε πάντα: «Γιατί να πάρεις αδέσποτο; Θα σου πάρω καθαρόαιμο με χαρτιά!». Μα εγώ ήθελα έναν φίλο. Έναν αληθινό φίλο, όχι φιγούρα.
Ένιωσα για πρώτη φορά ότι ήξερα πραγματικά την Άννα όχι την κομψή βιτρίνα, αλλά μια ευάλωτη ψυχή, που έκρυβε τον εαυτό της βαθιά.
Φτάνει τόσο λυπές! είπε ξαφνικά, τινάχτηκε όρθια και τίναξε τα γόνατα. Εμπρός, πάμε!
Προς έκπληξή μου, το σκυλί τηνακολούθησε, και η Άννα χωρίς δεύτερη σκέψη άνοιξε την καθαρή της Mercedes.
Έλα, μικρέ, μέσα. Θα σε πάω στον κτηνίατρο και μετά θα δούμε.
Έλα, τι κάνεις εκεί; ξέφυγε από τα χείλη μου.
Η Άννα γύρισε και με κοίταξε στα μάτια. Δεν υπήρχε ντροπή, ούτε καμία πρόκληση, μόνο βαθιά λύπη και αποφασιστικότητα.
Κάνω αυτό που νιώθω σωστό, είπε απλά, βοηθώντας τον σκύλο να μπει. Καμιά φορά, πρέπει να κάνεις αυτό που πραγματικά είσαι, κι ας περιμένουν όλοι κάτι άλλο.
Με αυτά τα λόγια έφυγε, αφήνοντάς με εκεί στην είσοδο να αναρωτιέμαι τι να έχει πίσω η βιτρίνα της.
Τις επόμενες ημέρες, η Άννα δεν ήρθε στη σχολή. Ανησυχούσατι να απέγινε εκείνο το σκυλί; Τελικά, δεν άντεξα και ρώτησα μερικά παιδιά από τη σχολή που μου φάνηκαν δικοί της.
Πού χάθηκε η Νικολαΐδου;
Ποιος ξέρει, μου απάντησε ο Λευτέρης. Μάλλον πάλι να πήγε κάπου Ευρώπη. Α, τώρα που το λες, τελευταία βλέπω το αμάξι της συνέχεια δίπλα σε κάτι παλιά εργοστάσια στον Πειραιά.
Κάτι τέτοιο είχε ακούσει και η Ελπίδα στο τηλέφωνο: «Όχι μπαμπά, δεν μπορώ να έρθω τώρα. Έχω κάτι πολύ σημαντικό εδώ, πιο σημαντικό κι από τα ψώνια στο Μιλάνο!»
Αποφάσισα να ακολουθήσω το ένστικτό μου. Οδήγησα ως τον Πειραιά, στην παλιά βιομηχανική ζώνη. Εκεί, έξω από έναν παλιό αποθηκευτικό χώρο, ήταν παρκαρισμένο το αμάξι της Άννας και ακούγονταν γαβγίσματα.
Πλησίασα και κρυφοκοίταξα. Μέσα στην αυλή έτρεχαν, κοιμόντουσαν στον ήλιο ή έπαιζαν καμιά εικοσαριά σκυλιά, διάφορων μεγεθών. Στο κέντρο, με τζιν και παλιά φούτερ, η Άννα μοίραζε φαγητό στα μπολ.
Το ήξερα ότι κάποια στιγμή θα ερχόσουν, είπε χωρίς να γυρίσει.
Από πότε έχεις όλα αυτά; ψιθύρισα.
Σχεδόν έναν χρόνο. Πρώτα τα τάιζα στο δρόμο. Μετά πήγα να τα γιατρέψω κι έπειτα κατάλαβα, πως χρειάζονται σπίτι έστω κι ένα προσωρινό. Ο πατέρας μου πλήρωσε υποτίθεται για καινούριο αυτοκίνητο, εγώ πήρα αυτό το παλιό υπόστεγο και πέρασα όλο το καλοκαίρι να το φτιάχνω μόνη μου.
Ιδού γιατί ποτέ δεν έβγαινες μαζί μας.
Αυτή είναι η αλήθεια, Ελπίδα. Όλα τα άλλα είναι απλώς προσωπείο. Οι γονείς μου ζούνε στο όνειρό τους· εγώ όμως ζω εδώ, με αυτά τα πλάσματα.
Η Άννα με κοίταξε στα μάτια. Πίσω από το βλέμμα της δεν κρυβόταν κενοί καθωσπρεπισμοί, αλλά αγάπη βαθειά, ξεχειλισμένη για κάθε ψυχή που είχε βρει εκεί καταφύγιο.
Το σκυλάκι που είδες προχθές ήδη βρήκε σπίτι, μου χαμογέλασε. Μια χαρά πάνε οι υιοθεσίες, αρκεί να πω την αλήθεια για το κάθε ζώο. Θέλεις να βοηθήσεις; Τα χέρια δεν περισσεύουν.
Και ήθελα τόσο! Όλο και πιο πολύ έβρισκα τον εαυτό μου να μένω μαζί της ώρες, να μαθαίνω για όλα τα σκυλιά, για τις φροντίδες τους, να σπάω ακόμη και το ψυχρό περίβλημα των πιο φοβισμένων.
Κυλούσαν οι μέρες. Συχνά βρισκόμουν τα βράδια στο αυτοσχέδιο καταφύγιο, γινόμουν κι εγώ μέρος αυτής της μικρής αλυσίδας φροντίδας και αγάπης. Εκεί έμαθα πως η Άννα, πέρα από όσα δίνονταν στην επιφάνεια, ήταν άνθρωπος με δυνατή ψυχή. Ούτε σταμάτησε να ξοδεύει ευρώ από την τσέπη της για φάρμακα και φαγητό, ούτε κουράστηκε να γράφει στα social media ιστορίες για το κάθε ζώο γνήσια, άμεσα, χωρίς γκλαμουριά.
Πρέπει ο κόσμος να καταλάβει πως παίρνει φίλο, όχι αντικείμενο. Έτσι, μόνο, θα πάψουν να τα εγκαταλείπουν, εξηγούσε.
Ένα βράδυ, καθισμένοι μαζί στον καναπέ του γραφείου, τη ρώτησα για τα όνειρά της. Ήθελε να φτιάξει ένα αληθινό κέντρο μεγάλο, με πολύ προσωπικό, και για σκυλιά και για γάτες, με δυνατότητες θεραπείας. Όταν τη ρώτησα γιατί δεν το κάνει τώρα αφού λεφτά υπήρχαν χαμογέλασε πικρά:
Ο πατέρας μου τα θεωρεί αυτά τρέλες. Θέλει να δουλέψω στη δική του εταιρεία. Νoμίζει πως χαλάω τα χρήματα σε ρούχα και ταξίδια.
Εκείνη τη στιγμή της χτύπησε το τηλέφωνο: «Μπαμπάς» έγραφε στην οθόνη. Αρνήθηκε ευγενικά, προφασιζόμενη „κάτι πολύ σημαντικό”.
Τότε τόλμησα να της πω:
Πες του την αλήθεια. Δείξ του αυτό το μέρος.
Δεν θα καταλάβει
Πρέπει, Άννα. Όλοι αξίζουν μια ευκαιρία να γνωρίσουν το πραγματικό σου όνειρο.
Την άλλη μέρα, έκλεισε ραντεβού με τον πατέρα της. Είπε πως ήθελε να είναι κι εγώ εκεί, ως συμπαράσταση. Δέχτηκα χωρίς δεύτερη σκέψη.
Ο κύριος Νικολαΐδης, με το αυστηρό βλέμμα και το κοστούμι του, ήρθε στην ώρα του. Κοίταξε τριγύρω, ανασηκώνοντας το φρύδι.
Εδώ λοιπόν περνάς τα βράδια σου;
Ναι, μπαμπά. Αυτός είναι ο χώρος μου. Ταΐζω, φροντίζω, ψάχνω οικογένειες για τα σκυλιά.
Εκείνη τη στιγμή, ένα γερασμένο σκυλί, ο Μπρούνος, που πρόσφατα είχαμε μαζέψει από τη Λεωφόρο Ποσειδώνος, ήρθε κι έτριψε τη μουσούδα του στα παπούτσια του Νικολαΐδη. Εκείνος ξαφνιάστηκε, έπειτα μαλάκωσε:
Καλέ, φέρνει στον Τζακ, τον σκύλο που είχα μικρός!
Η Άννα χαμογέλασε και τότε του τα είπε όλα: πώς ονειρεύεται να ανοίξει ένα κέντρο περίθαλψης για ζώα, ότι περνάει νύχτες δουλεύοντας γι αυτό και ότι τα χρήματα του, τα ξόδευε σε αληθινά σημαντικά πράγματα.
Ο πατέρας της στάθηκε σιωπηλός λίγα λεπτά, χάιδεψε τον Μπρούνο, και στο τέλος είπε:
Κάποτε, πριν με καταπιεί η δουλειά, κι εγώ το ήθελα αυτό Έλα, δείξε μου τα σχέδιά σου.
Έξι μήνες μετά, στα εγκαίνια του πρώτου ολοκληρωμένου Κέντρου Περίθαλψης Ζώων «Πιστός Φίλος» στα Μεσόγεια, κόβαμε μαζί, πατέρας και κόρη, την κορδέλα. Στην πύλη, κόσμος, εθελοντές, δημοσιογράφοι όλοι εκεί να μιλήσουμε για μια νέα αρχή.
Τα κατάφερες, είπα στην Άννα σιγανά. Έγινες η γυναίκα που ήθελε ο πατέρας σου.
Με ποια έννοια;
Επιτυχημένη επιχειρηματίας απλά σε κάτι δικό σου, ξεχωριστό.
Δεν μου απάντησε. Μόνο χαμογέλασε, βλέποντας τον πατέρα της να εξηγεί στους δημοσιογράφους τα σχέδια για επέκταση του Κέντρου.
Καμιά φορά, αρκεί να βρεις το κουράγιο να βγάλεις τη μάσκα. Και θα δεις ότι πίσω από τις προσδοκίες των άλλων, πάντα υπήρχε κάτι αληθινό. Αρκεί να αφήσεις τον εαυτό σου να το δείξει.
Έσκυψε και χάιδεψε τον Μπρούνο, που τώρα είχε γίνει η μασκότ του Κέντρου.
Ε, Μπρούνο; είσαι ο πιο πιστός φίλος!
Ο Μπρούνο γάβγισε και σκόρπισε τα γέλια σε όλους γύρω.
Σήμερα, λοιπόν, καταλαβαίνω κάτι δικό μου: Ποτέ μην παίρνεις τους ανθρώπους από το περιτύλιγμά τους και πότε μην διστάζεις να δείξεις την αληθινή σου ψυχή, όσο κι αν τρομάζει. Μόνο έτσι χτίζεις κάτι σημαντικό τόσο για σένα, όσο και για τον κόσμο γύρω σου.





