Η Άβολη Σύζυγος

Άβολη σύζυγος

Η Σοφία ανέβαινε αργά προς την επιφάνεια του πόνου και των ήχων, λες και αναδυόταν από το βαθύ πηγάδι της λήθης.

Κυρία Σοφία Ανδρέου, μας ακούτε; Τα μηχανήματα δείχνουν πως είστε ξύπνια. Παρακαλώ, προσπαθήστε να ανοίξετε τα μάτια, η φωνή του άγνωστου ανδρός ακουγόταν μακρινή, θαμπή, σαν να ερχόταν από άλλον κόσμο.

Προσπάθησε να υπακούσει, αλλά τα βλέφαρά της ήταν βαριά, σαν μολύβι. Το σώμα της δεν υπάκουε, φάνταζε ξένο, και πόνος διαπερνούσε κάθε σημείο του. Τα αυτιά της γέμισαν με έναν συνεχή, ενοχλητικό ήχο.

Τη διέκρινε η γνώριμη μυρωδιά του νοσοκομείου· απολυμαντικό, ιώδιο, μια πικρή αίσθηση φαρμάκου που κανείς δεν μπερδεύει.

Έτσι μπράβο, είπε η φωνή, τώρα δίπλα της. Αναπνέετε μόνη σας, πολύ καλό.

Με δυσκολία, η Σοφία άνοιξε τα μάτια της. Το φως την τύφλωσε και ξανατα κλεισε αμέσως. Όλα γύρω θολά, λευκά τοίχοι και ταβάνι· ένας σωλήνας κατηφόριζε από το χέρι της.

Πάνω της έσκυβε το πρόσωπο ενός ηλικιωμένου άνδρα, βαθιά χαραγμένο από ρυτίδες. Μάτια αυστηρά κάτω από πυκνά, γκρίζα φρύδια. Καπέλο και μάσκα ιατρού.

Πού βρίσκομαι; ψιθύρισε ασθενικά, η φωνή της σαν θρόισμα φθινοπωρινού φύλλου.

Στην εντατική, απάντησε ήρεμα ο άνδρας, διορθώνοντας κάτι δίπλα στο κρεβάτι της. Κεντρικό Νοσοκομείο Αθηνών.

Τροχαίο… μουρμούρισε. Ήταν τροχαίο…

Η ανάμνηση φώτισε και χάθηκε ήλιος, μπροστινό τζάμι, δρόμος… Οδηγούσε, αλλά πού;

Ναι, τροχαίο. Θυμάστε;

Πήγαινα στην κλινική για προγραμματισμένη εξέταση. Με τον άντρα μου προσπαθούσαμε για εξωσωματική. Παιδιά… δεν ερχόντουσαν…

Σωστά τα θυμάστε, κούνησε το κεφάλι ο γιατρός. Είμαι ο γιατρός σας, αναστησιολόγος, Πέτρος Γεωργακόπουλος. Είχατε σοβαρό δυστύχημα.

Το μυαλό της ξεκαθάριζε, δειλά. Μαζί με τη μνήμη, σκιά φόβου επέστρεφε.

Ο άντρας μου… ξέρει; Είναι καλά;

Το γνωρίζει, είπε ακόμη πιο ψυχρά ο Πέτρος. Δεν τραυματίστηκε. Δεν ήταν μαζί σας στο αυτοκίνητο.

Η Σοφία προσπάθησε να βρει άκρη στις σκόρπιες αναμνήσεις. Ο Χρήστος, ναι, θα ερχόταν αργότερα, από τη δουλειά. Οδηγούσε μόνη.

Πόσο καιρό είμαι εδώ; ρώτησε, ο φόβος σκλήρυνε την καρδιά της.

Ο γιατρός έριξε για ένα δευτερόλεπτο το βλέμμα πλάγια και αναστέναξε βαρύ.

Πρέπει να γίνετε δυνατή. Ό,τι πω θα σας σοκάρει.

Πείτε μου, ψέλλισε.

Το ατύχημα συνέβη πριν πολύ καιρό. Ήσασταν σε καταστολή μεγάλο διάστημα.

Μεγάλο… πόσο; Μια, δύο βδομάδες;

Τρία χρόνια σε κώμα.

Ο κόσμος της Σοφίας βυθίστηκε ξανά στο σκοτάδι.

Όχι… τα χείλη της έτρεμαν. Κάποιο λάθος… αστειεύεστε…

Τρία χρόνια, επέμενε απότομα ο γιατρός. Βαρύ τραύμα στο κεφάλι, κατάγματα. Δύσκολα κρατηθήκατε στη ζωή.

Τρία χρόνια.

Η Σοφία κοίταξε το χέρι της, άσπρο και λεπτό. Ζωντανή, ακόμη.

Σταθήκατε τυχερή, μαλάκωσε ο γιατρός. Η ομάδα σας αίματος σπάνια. Χρειάστηκε πολύ αιμοδοσία και δεν υπήρχε διαθέσιμη.

Σώπασε, μετά πρόσθεσε:

Ο άντρας σας σας έσωσε. Ήταν συμβατός και σας έδωσε όσο αίμα μπορούσε. Σαν ήρωας. Κυριολεκτικά σας επανέφερε στη ζωή.

Η σκέψη έπεσε βαριά, ακόμα κι αν έπρεπε να τη γαληνέψει. Αντίθετα, μια κρυάδα τρύπωνε μέσα της. Θυμόταν καλά την ομάδα της, πολύ διαφορετική από του Χρήστου…

Δεν είχε κουράγιο να ρωτήσει. Ξαναβυθίστηκε στη μαλακή αγκαλιά του φαρμακευτικού ύπνου.

Όταν άνοιξε πάλι τα μάτια, ο θόρυβος των μηχανημάτων είχε γίνει συνήθεια. Κάποιος στεκόταν εκεί.

Γνώριμη, πικρή μυρωδιά ακριβού ανδρικού αρώματος. Ο άντρας της, σίγουρα.

Ο Χρήστος πλησίασε και ξεπρόβαλε το πρόσωπό του μέσα από τη μισοσκοτεινιά: πάντα ίδιο προφίλ, αυστηρό πηγούνι, μαύρα μαλλιά πίσω. Κάτι, όμως, είχε αλλάξει.

Το βλέμμα του, πάντα κλειστό, ψυχρό, τώρα μισούσε ψυχρή, σχεδόν αηδιαστική σκληρότητα.

Δίπλα η νοσοκόμα, μια στρουμπουλή πενηντάρα με ζεστά κουρασμένα μάτια, άλλαζε τον ορό. Η Σοφία έψαξε στο νου της: Ειρήνη λεγόταν.

Ο Χρήστος έσκυψε τόσο κοντά που ένιωσε το παγωμένο του στόμα.

Καλή μου, σιγανή, γλιστερή κουβέντα, για τα αυτιά μόνο τους. Χαίρομαι που σε βλέπω.

Χαμογέλασε κυνικά.

Όσο εσύ ήσουν εδώ τρία χρόνια χαμένη, εγώ πρόλαβα και κληρονόμησα.

Η Σοφία μπερδεύτηκε.

Ποια κληρονομιά;… Τι εννοείς;

Τα χαρτιά, Σοφία. Αυτά που τόσο γλυκά υπέγραψες πριν πας για την „επιχείρησή” σου σήκωσε αδιάφορα τους ώμους. Θυμάσαι; Πάντα υπέγραφες ό,τι σου έδινα. Διαχείριση όλης της περιουσίας.

Εγώ… δεν…

Ευχαριστώ που τα υπέγραψες, ψιθύρισε δηλητηριωδώς. Δεν ήλπιζα πώς η αφέλειά σου θα μου φέρει τέτοια τύχη.

Της ήρθε ξανά ένα φευγαλέο θυμητικό: ο Χρήστος, επείγοντα, τραυματισμένο χέρι, να της ζητά να υπογράψει αισθανόμενος πως „είναι μια τυπική συναίνεση”.

Η εταιρεία του πατέρα σου, εξήγησε τώρα ο Χρήστος. Θυμάσαι, ο Κωνσταντίνος σου την άφησε; Εσύ ποτέ δεν ασχολήθηκες. Κρίμα. Για τρία χρόνια την έκανα χρυσορυχείο.

Χαμογέλασε αυτάρεσκα.

Τώρα είναι δική μου. Εξ ολοκλήρου.

Η Σοφία τον κοίταξε παγωμένη. Αυτός δεν ήταν ο άντρας της.

Δεν γίνεται… μουρμούρισε.

Και όμως γίνεται, της απάντησε βαριεστημένα. Και ήδη έγινε.

Ίσιωσε το πουκάμισό του. Έγνεψε στην Ειρήνη:

Προσέχετε την κυρία.

Η Σοφία έκλεισε τα μάτια προσποιούμενη ότι ξανακοιμάται. Δεν άντεχε να τον κοιτάζει πια. Τα δάκρυά της ζέσταιναν τους κροτάφους.

Ο Χρήστος έφυγε χωρίς να γυρίσει πίσω.

Το χέρι της Ειρήνης σκούπισε απαλά τα μάγουλά της.

Ηρέμησε, καλή μου, ψιθύρισε η νοσοκόμα. Δεν του αξίζουν τα δάκρυά σου.

Ευχαριστώ… ψιθύρισε μετά βίας η Σοφία.

Αργότερα, όταν η Ειρήνη άλλαζε το επίδεσμο της, έσκυψε και μίλησε ήσυχα κοντά στο αυτί της:

Κάνε κουράγιο. Είσαι δυνατή γυναίκα. Αφού γύρισες απ τον θάνατο, θα τα καταφέρεις και μ αυτό. Οι άντρες… δεν είσαι ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία. Να συνέλθεις αυτό μετράει τώρα. Μετά όλα θα φτιάξουν.

Οι απλές, ανθρώπινες κουβέντες της Ειρήνης ήταν η πρώτη αχνή ακτίδα φως στη μαύρη νύχτα της.

Ειρήνη…

Ναι, παιδί μου;

Ο γιατρός είπε… πως ο άντρας μου έδωσε αίμα.

Το πρόσωπο της Ειρήνης σκλήρυνε.

Ποιος το είπε;

Ο κύριος Γεωργακόπουλος.

Η νοσοκόμα κούνησε το κεφάλι.

Άκουσε με προσεκτικά, χαμήλωσε τη φωνή της. Ο άντρας σου δεν έδωσε σταγόνα. Ούτε την ομάδα του δεν γνώριζε. Ήμουν εδώ. Τρεις φορές τον ρώτησα, και το απέφυγε.

Μα τότε…

Ήταν λάθος του γιατρού ίσως τον παρακίνησε κάποιος να το γράψει έτσι. Καταλαβαίνεις. Ο άντρας σου ήθελε να φαίνεται ήρωας. Παντού το ανέφερε 'η γυναίκα μου ζει από το αίμα μου’.

Και το αίμα…;

Από ανώνυμο δότη. Την τελευταία στιγμή βρέθηκε. Μόνο τύχη.

Της έπιασε απαλά τον ώμο.

Δεν του χρωστάς τίποτα. Κατάλαβες;

Η Σοφία έγνεψε. Όλα ήταν ψέματα. Το „ηρωισμό” τουεξίσου ψεύτικος με την παλιά του στοργή.

Τα βράδια, όταν ησυχούσαν όλα, σκεφτόταν πώς κατάφερε και λάθεψε τόσο σε άνθρωπο. Πού χάθηκε ο Χρήστος που είχε αγαπήσει…

Και τότε, για πρώτη φορά έπειτα από καιρό, θυμήθηκε πώς ξεκίνησαν όλα.

Τέσσερα χρόνια πριν.

Η Σοφία έτρεχε στον ηλεκτρικό, είχε βρεγμένα μαλλιά έσπασε το τακούνι της ενώ έτρεχε για μια συνέντευξη σε μεγάλο μεταφραστικό γραφείο. Ένιωσε γελοία, με πεσμένο τακούνι και το σακάκι βρεγμένο.

Μάλλον η Σταχτοπούτα έχασε την ελπίδα της αντί για το γοβάκι, άκουσε μια φωνή πίσω της, ντυμένη με χιούμορ.

Γύρισε. Ένας άντρας, με παλτό και τη σιγουριά του πετυχημένου, την κοιτούσε.

Μάλλον θα βάλω τα κλάματα, παραδέχτηκε προσπαθώντας να χαμογελάσει. Σε λίγο έχω συνέντευξη. Έτσι…

Εκείνος την κοίταξε με κριτικό μάτι.

Δεν θα σε πάρουν, είπε ξερά.

Ευχαριστώ πολύ για την ενθάρρυνση…

Δεν είμαι ευγενικός, πρακτικός είμαι, της άπλωσε το χέρι. Χρήστος.

Σοφία, απάντησε.

Πάμε, Σοφία. Μην ταλαιπωρείσαι άλλο.

Πού;

Θα σε πάω εγώ, κι ενδιάμεσα θα λύσουμε το θέμα του παπουτσιού.

Δεν γίνεται… Δεν σε ξέρω καν.

Τώρα με ξέρεις. Σκέψου το σαν επένδυση στο μέλλον. Είσαι μεταφράστρια, σωστά; Μάντεψα καλά;

Ναι, αλλά…

Δεν έχει „αλλά”. Έχεις λίγο χρόνο να πάρεις τη σωστή απόφαση.

Ο Χρήστος πάντα έτσι ήταν. Απότομος, γοητευτικός, αποφασιστικός λες και δεν του αντιστεκόταν κανείς.

Πράγματι, εκείνη τη μέρα την οδήγησε όπου έπρεπε, της αγόρασε παπούτσια (παρότι διαμαρτυρήθηκε).

Κοστίζουν μια περιουσία, μουρμούρισε.

Κοστίζουν τη νέα θέση σου, απάντησε εκείνος σοβαρά.

Πήρε τη δουλειά. Το ίδιο βράδυ ο Χρήστος της τηλεφώνησε:

Ε, τα παπούτσια βοήθησαν;

Πού βρήκατε τον αριθμό μου;

Τα ξέρω όλα, γέλασε. Θα βγούμε για δείπνο;

Η παύση κράτησε λίγο.

Ναι, απάντησε τελικά.

Εκείνο το „ναι” έγινε βραδιές, λουλούδια, ραντεβού και πολλή προσοχή ο Χρήστος ήξερε να γοητεύει. Τη βύθισε στη φροντίδα και πολυτέλεια που κανείς δεν της είχε δείξει ποτέ.

Η μικρή της αδερφή, η Αναστασία, παρακολουθούσε σκεπτικά και συχνά έλεγε πως «ο έρωτας είναι τυφλός, αλλά πιο τυφλά είναι όσα ακολουθούν».

Ύστερα, έγινε γνωριμία με τους γονείς του Χρήστου. Ο πατέρας του, Αργύρης, σκληρός παλιός άντρας, τη στραβοκοίταξε.

Μεταφράστρια, ε; Μικρό πράγμα. Οι γυναίκες πρέπει να κάνουν παιδιά και να νοικοκυρεύουν το σπίτι.

Πατέρα, δυσανασχέτησε ο Χρήστος Προσπαθούμε…

Μακάρι να τα καταφέρετε, γκρίνιαξε.

Η μάνα, Άννα, ήρεμη και σοφή δασκάλα, χαμογέλασε θερμά:

Κι εγώ μορφωμένη είμ η δασκάλα, είπε ήρεμα. Εσένα σ αγαπώ ήδη, βλέπω καθαρή καρδιά.

Όλο το βράδυ η Σοφία ένιωσε οικειότητα μ αυτήν. Ο πεθερός, όμως, ποτέ δεν τη δέχθηκε.

Σταχτοκούταλο, είπε φεύγοντας.

Ο Χρήστος επέμενε και την έπεισε να παραιτηθεί απ τη δουλειά.

Είσαι φτιαγμένη για άλλα, της είπε. Θα γίνεις στολίδι δεν σου αξίζουν τα συμβόλαια και οι μεταφράσεις.

Τη δουλειά μου την αγαπώ…

Θα αγαπήσεις την καινούρια σου ζωή.

Η Σοφία παραιτήθηκε, έγινε η τέλεια οικοδέσποινα στο εξοχικό, διοργάνωνε εκδηλώσεις, έλαμπε σε εκδηλώσεις.

Ύστερα ήθελαν παιδί.

Μια χρονιά, δύο, τίποτε. Οι γιατροί ήταν αμείλικτοι: ατεκνία.

Εγώ φταίω, έκλαιγε εκείνη.

Θα βρούμε λύση, έλεγε ο Χρήστος. Μην αγχώνεσαι, υπάρχει επιστήμη εξωσωματική, τα καλύτερα κέντρα, και κάποτε θα έχουμε γιο.

Η Σοφία πάλευε να ελπίζει, αγνοώντας το ψύχος στο βλέμμα του άντρα της, το νεύρο του.

Τότε αρρώστησε βαριά ο πατέρας της, Κωνσταντίνος. Η Σοφία και η Αναστασία έμειναν στο πλευρό του η μητέρα τους είχε πεθάνει όταν ήταν μικρές, ένα αθώο μανιτάρι έφερε πνευμονία και κατέληξε μοιραία.

Ο Κωνσταντίνος δημιούργησε μόνος του ένα μικρό γραφείο logistics, όχι πλούσιος μα νοικοκύρης και κυρίως ελεύθερος.

Πέθανε τρεις μέρες πριν τα πενήντα πέντε του, μια γιορτή που δεν πρόλαβε.

Οι μέρες μετά πέρασαν στην ομίχλη της οδύνης. Ο Χρήστος φαινόταν σεβαστικός μα συνέχεια μιλούσε για διαδικασίες κληρονομιάς.

Μέσα στη θλίψη της, η Σοφία δεν έδωσε σημασία στα χαρτιά που της έφερνε. Μεγάλο λάθος, το κατάλαβε αργότερα.

Δύο μέρες στο νοσοκομείο πέρασαν τα προβλεπόμενα. Ο Χρήστος δεν φάνηκε ξανά. Όταν βελτιώθηκε, μεταφέρθηκε σε θάλαμο τεσσάρων ατόμων όπου, αν μη τι άλλο, υπήρχε ζωή.

Την πρώτη μέρα μπήκε η Αναστασία. Δεν την αναγνώρισε αμέσως αντί για το φοιτητούδι που άφησε πίσω, είδε κοπέλα ταλαιπωρημένη απ τον χρόνο.

Σοφία μου… έπεσε στην αγκαλιά της κλαίγοντας.

Ηρέμησε, τι έγινε; Τόσο άλλαξες…

Τρία χρόνια… φοβόμουν τόσο…

Μόλις κάθισε, της είπε:

Έχω τραγικά νέα.

Χειρότερα γίνεται;

Αυτός, ο άντρας σου…

Πες το, Αναστασία. Είμαι έτοιμη.

Με πέταξε έξω, ψιθύρισε με τρεμάμενη φωνή. Από το σπίτι μας. Του πατέρα μας.

Η Σοφία πάγωσε.

Πώς το σπίτι είναι και δικό σου.

Ο Χρήστος είπε ότι τώρα το έχει εκείνος. Λέει έκανες εξουσιοδότηση πριν το τροχαίο. Δεν το πίστεψα, μα είχε χαρτιά. Άλλαξε λουκέτα. Ήρθα απ τη σχολή και τα πράγματά μου έξω, σε σακούλες.

Πάλι τα χαρτιά.

Κι ακόμη… έβγαλε τσαλακωμένο φάκελο. Πήρε δικηγόρο, ζητά διαζύγιο.

Η Σοφία διάβασε με χέρια που έτρεμαν.

Τι λέει;

Σε κατηγορεί για 'ηθική ανεπάρκεια και αγνωμοσύνη’. Είπε παντού πως σου έσωσε τη ζωή με αίμα.

Πρωτότυπο… γέλασε πικραμένα.

Μένω πλέον σε εστία, κατέβασε το κεφάλι η Αναστασία. Μοιράζομαι ένα ράντζο. Όλα χάθηκαν.

Θα δούμε, μουρμούρισε πεισματικά η Σοφία. Μόνο να σταθώ…

Το διάστημα σύρθηκε σαν αιωνιότητα. Το σώμα της, νέο και πεισματάρικο, άρχισε να συνέρχεται.

Ο Χρήστος απόφευγε να εμφανιστεί. Τι ήθελε πια; Να περάσει μια απλή γραμμή στο καρδιομοόνιτορ.

Δύο βδομάδες αργότερα, ήρθε εξιτήριο.

Στεκόταν μπροστά στην πύλη του νοσοκομείου με μια μικρή τσάντα. Η Ειρήνη της την είχε στείλει κρυφά.

Τηλεφώνησε στον Χρήστο.

Βγήκες; Τέλεια.

Χρήστο, δεν έχω λεφτά. Οι κάρτες μου…

Όλες μπλοκάρονται άμα δηλωθεί απώλεια. Τις μπλόκαρα.

Σώπασε στιγμιαία και ξαναμίλησε κοφτερά:

Ετοιμάσου για διαζύγιο. Δεν μπορώ να χάσω άλλα χρόνια πάνω σου. Ο δικηγόρος μου θα σε βρει. Μη με ξαναενοχλήσεις.

Το τηλέφωνο το κλεισε.

Η Σοφία κάθισε σε ένα παγκάκι. Η άνοιξη έλαμπε, τρεις χαμένες χρονιές, τρεις μηδενισμένες ελπίδες.

Πριν καλά-καλά σκεφτεί, η Αναστασία έφτασε με λευκό t-shirt και παλιό τζιν.

Έλα μαζί μου στην εστία, πρότεινε.

Η Σοφία, αδύναμη, ένιωσε σαν παιδί.

Το δωμάτιο λιλιπούτειο, σχεδόν κελί, αλλά γεμάτο σκίτσα και κουρέλια από τα μαθήματα μόδας της Αναστασίας.

Το βράδυ, καθισμένη στο παράθυρο, θυμήθηκε τα παλιά σαν σκηνικό για κάποιον άλλον.

Πρέπει να δουλέψω, της είπε.

Πλάκα κάνεις; Θέλεις ανάρρωση.

Ο γιατρός είπε πως δεν έχω απαγορεύσεις. Χρειαζόμαστε λεφτά, γνωρίζω τρεις γλώσσες.

Άνοιξε το παλιό laptop. Δοκίμασε να μεταφράσει κείμενο αγγλικό το καταλάβαινε, μα δεν μπορούσε να το αποδώσει στα ελληνικά. Τ αγγλικά ήταν εκεί στο μυαλό της, μα οι λέξεις στριμώχνονταν μόλις έπρεπε να τις ελληνίσει. Σφράγισμα ανάμεσα σκέψη και λόγο.

Το πρωί ξαναπήγε στο νοσοκομείο.

Ο Πέτρος της έκανε διαγνωστικές εξετάσεις και της είπε:

Είναι συνέπεια εγκεφαλικού τραύματος. Πρόσκαιρη αφασία. Θα επανέλθουν όλα θέλει υπομονή και άσκηση.

Μα χρειάζομαι λεφτά, τον παρακάλεσε.

Μην αγχώνεσαι. Ανάρρωσε. Τα άλλα θα έρθουν.

Το βράδυ, η Αναστασία της υπενθύμισε:

Φρόντιζες τεράστιο σπίτι. Μαγείρευες σαν σεφ.

Έχω διοικητική πείρα στο σπίτι… είπε ειρωνικά η Σοφία.

Την επόμενη μέρα πήγε σε γραφείο οικιακού προσωπικού.

Η υπάλληλος ήτανε ψυχρή.

Εμπειρία;

Μεσαίο σπίτι, μάγειρας, τάξη σε όλα.

Οικιακή βοηθός. Τίποτε άλλο;

Είδε την ουλή στο κεφάλι της.

Ε, μόλις βγήκα απ’ το νοσοκομείο.

Δείχνετε… εύθραυστη, απάντησε. Μόλις βγει κάτι θα σας ενημερώσουμε.

Σας ικετεύω, θέλω τόσο να δουλέψω…

Η υπάλληλος μαλάκωσε.

Υπάρχει μια περίπτωση, δύσκολη. Ο καρδιοχειρουργός, Μενέλαος Λέκκας, θέλει παιδαγωγό για την κορούλα του. Εννιά χρονών. Οι τρεις προηγούμενες νταντάδες έφυγαν μέσα σε μια μέρα. Η μητέρα σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό. Ο γιατρός δουλεύει συνέχεια, το παιδί κλείστηκε στον εαυτό του.

Το διαμέρισμα, στα νότια προάστια της Αθήνας, φάνταζε απέραντο και κρύο.

Ο Λέκκας παρουσιαστικός, απόμακρος, με βαθουλωτά μάτια και πρόσωπο πονεμένο.

Κυρία Σοφία Ανδρέου. Το γραφείο σας ενημέρωσε.

Γύρισε να φύγει.

Το δωμάτιο της μικρής στο τέλος. Πηγαίνετε.

Η Σοφία χτύπησε ελαφρά.

Ελένη;

Σιγή. Ήταν η κόρη του. Το παιδί καθόταν στο πάτωμα με ταμπλέτα, σχεδόν αόρατη.

Χαίρετε, Ελένη, είμαι η Σοφία. Θέλω να σε βοηθάω με τα μαθήματα.

Με τίποτα, η μικρή δεν απάντησε.

Τις πρώτες μέρες όλα ήταν δύσκολα. Ο Μενέλαος έλειπε ώρες. Η Ελένη νήστευε τη ζωή με πείσμα.

Ως που, τρίτο βράδυ, η Σοφία μπήκε στο δωμάτιο.

Ελένη, αρκετά με το tablet.

Ένα βλέμμα άγριο η μικρή ανασηκώθηκε.

Μικρή, εγώ έπλαθα μικρή κάστρα από πηλό. Θέλεις να φτιάξουμε;

Άρχισε να παίζει με τον πηλό, τα χέρια της ασύντακτα μα επίμονη.

Η Ελένη την παρατηρούσε σιωπηλή.

Έτσι, λάθος το κάνεις, είπε ψιθυριστά.

Πώς;

Το κάστρο, έβαλε άλλη μια γωνιά και το ύψωσε. Να το κάνει μεγάλο η πριγκίπισσα.

Έπαιζαν αρκετή ώρα.

Όταν τακτοποιούσαν, βρήκαν κάτω από το κρεβάτι άλμπουμ.

Αυτό τι είναι; ρώτησε η Σοφία.

Δικό της, της μαμάς! άρπαξε η Ελένη το άλμπουμ.

Η μαμά σου ζωγράφιζε;

Κούνησε το κεφάλι.

Τα σκίτσα μέσα, παιχνίδια έξυπνα για παιδιά με αυτισμό. Ένα λογότυπο: „Εργαστήριο Έλενας Ξεχωριστά παιχνίδια για ξεχωριστά παιδιά”.

Ήθελε να φτιάξει εργαστήριο παιχνίδια, είπε η Ελένη. Για παιδιά σαν τον Μιχάλη.

Ποιος είναι ο Μιχάλης;

Φίλος μου. Δε μιλά. Η μαμά είπε πως έχει ανάγκη άλλα παιχνίδια για να μάθει. Ο μπαμπάς έλεγε είναι χαμένος κόπος.

Το βράδυ, η Σοφία ξαγρύπνησε αποφάσισε, το όνειρο θα το υλοποιήσει.

Την άλλη μέρα πλησίασε τον Μενέλαο, όταν γύρισε.

Η Ελένη κοιμάται;

Ναι. Να μιλήσω για το άλμπουμ, παιχνίδια για παιδάκια…

Αφήστε το ήσυχο, της απάντησε ψυχρά. Προσωπικό.

Κάνετε λάθος! αντέδρασε η Σοφία. Είναι όνειρο, και της Ελένης, όχι μόνο της γυναίκας σας!

Μην αναφέρετε τη γυναίκα μου!

Τότε εμφανίστηκε η μικρή, με τις πιτζάμες.

Μπαμπά, γιατί φωνάζεις στη θεία Σοφία;

Εκείνος σάστισε.

Είναι το άλμπουμ της μαμάς. Και θα φτιάξουμε παιχνίδια, είπε η Ελένη.

Για πρώτη φορά κάτι ζωντάνεψε στα μάτια της.

Κάντε όπως θέλετε, είπε ο γιατρός. Όμως δεν έχω χρήματα ούτε χρόνο.

Η Σοφία το πήρε πάνω της.

Τηλεφώνησε στην Αναστασία.

Αννούλα, σύντομα θα σε χρειαστούμε. Σχεδιάζεις, έτσι;

Για τι;

Ένα όνειρο…

Στο δωμάτιο της νταντάς, μαζεύονταν. Η Αναστασία ήρθε με laptop και tablet. Ό,τι λεφτά είχαν πήγαν σε ξύλο, μπογιές, πανιά. Η Σοφία έκανε τα πρώτα δείγματα με απλή φροντίδα, κι η Αναστασία τα τελειοποιούσε.

Ο Μενέλαος αδιαφορούσε.

Μια μέρα, τον άκουσαν να μιλά στο τηλέφωνο:

Μαρίνα, γεια. Η νταντά εδώ φτιάχνει κάτι παιχνίδια… για παιδιά σαν τον γιο σου τον Μιχάλη… Έλα να δεις.

Την επόμενη, ήρθε η Μαρίνα, σαράντα ετών, έφερε τον Μιχάλη, αυτιστικό, αγκαλιασμένο στη φούστα της.

Χαίρετε. Ο γιατρός είπε…

Η Σοφία έβγαλε ένα ξύλινο παζλ-ουράνιο τόξο.

Ο Μιχάλης κοίταξε, σταμάτησε το φαίνεσθαι αμήχανος και έβαλε τα χεράκια του στις καμπύλες, τις επέστρεφε με τάξη.

Η Μαρίνα άρχισε να δακρύζει:

Δεν έχει ξαναπιάσει παιχνίδι άλλου…

Τα χρειαζόμαστε αυτά, της είπε. Θα τα πω και σε άλλες μαμάδες.

Η Μαρίνα έγινε η καλύτερη φίλη του εργαστηρίου. Έφερε και δεύτερη μητέρα. Σιγά-σιγά, στήθηκε ένα μικρό εγχείρημα.

Αννούλα, πρέπει να το δηλώσουμε στη ΔΟΥ, είπε με χαμόγελο η Σοφία.

Τέλεια! λάμπρισαν τα μάτια της Αναστασίας.

Το βράδυ, όταν ο Μενέλαος γύρισε και τις βρήκε να γελούν όλες μαζί φτιάχνοντας πακέτα για παραγγελίες, στάθηκε στην πόρτα.

Η Σοφία τον κοίταξε ήρεμα. Δεν είχε ούτε φόβο ούτε λάγνη προσμονή. Και ο γιατρός, πρώτη φορά, δεν έκανε πως κοιτάει αλλού.

Μαρίνα, είστε βέβαιη; τη ρώτησε αργότερα κρατώντας παραγγελία γεμάτη χρώμα κι ελπίδα.

Oceń artykuł
Η Άβολη Σύζυγος