Η Σιωπηλή Ζύμη

Η Σιωπή της Ζύμης

Ελένη, καταλαβαίνεις τουλάχιστον ποιοι θα έρθουν το Σάββατο; Ο Νίκος στεκόταν στο κατώφλι της κουζίνας και με κοίταζε μ εκείνο το ύφος που είχε κάθε φορά που νόμιζε πως έκανα πάλι κάτι λάθος. Απλώς στεκόταν εκεί και περίμενε.

Εγώ μόλις είχα βάλει τη ζύμη πάνω στον πάγκο. Τα χέρια μου γεμάτα αλεύρι μέχρι τον αγκώνα.

Καταλαβαίνω. Οι συνεργάτες σου και οι γυναίκες τους. Το έχεις πει τρεις φορές ήδη.

Σου είπα όμως ότι δεν μιλάμε απλώς για συνεργάτες. Ο Παπαδόπουλος με τη γυναίκα του. Είναι συνεταίρος στην εταιρεία. Και ο Μάντελης. Ξέρεις ποιος είναι ο Μάντελης;

Νίκο, μαγειρεύω τώρα. Θα τα πούμε αργότερα.

Ήρθε μες στην κουζίνα, αν και συνήθως την απέφευγε. Η κουζίνα τον εκνεύριζε, με τις μυρωδιές της, τις κατσαρόλες, τις βρεγμένες πετσέτες στο χερούλι.

Όχι αργότερα. Θέλω να το καταλάβεις τώρα. Αυτοί οι άνθρωποι πάνε ταξίδια στην Ευρώπη. Οι γυναίκες τους ψωνίζουν από σχεδιαστές. Τρώνε μόνο σε μαγαζιά που δεν έχουν ούτε μενού στο τραπέζι.

Και τι να κάνω μ αυτό; τον κοίταξα.

Μην φτιάξεις τις πίτες σου. Να παραγγείλεις κάτι καλό. Υπάρχουν υπηρεσίες, φέρνουν το φαγητό όπως στα εστιατόρια, σε ωραία κουτιά. Θα σου δώσω χρήματα.

Χαμήλωσα τα μάτια. Κοίταξα τη ζύμη, μετά πάλι σ εκείνον.

Ήδη ζύμωσα.

Ελένη

Νίκο, ήδη σηκώθηκα στις έξι, ζύμωσα, θα πάω στη λαϊκή για το κρέας. Θα το κάνω όπως πρέπει, μην ανησυχείς.

Έκλεισε το κεφάλι του με εκείνο το ύφος που θυμίζει όταν μιλάς σε παιδί. Σαν να μη καταλαβαίνω τι γίνεται.

Δεν καταλαβαίνεις αυτούς τους ανθρώπους είπε και έφυγε.

Έμεινα λίγο κοιτώντας έξω απ το παράθυρο. Ήταν Μάρτης, μουντός και υγρός. Ένας περιστέρι καθόταν στο κλαδί και κοιτούσε αλλού. Ξαναχαμήλωσα το βλέμμα στη ζύμη και ξεκίνησα το ζύμωμα πάλι από την αρχή.

***

Ήμουν πενήντα δύο χρονών· είχα περάσει είκοσι οχτώ χρόνια με τον Νίκο. Γνωριστήκαμε στη Λάρισα, εκεί ήμουν λογίστρια σε τεχνική εταιρεία, και ο Νίκος μόλις είχε γίνει προϊστάμενος, φορούσε ακόμα κουστούμια των παλιών εποχών, φαρδιά στους ώμους. Τον θυμάμαι τότε να είναι αδέξιος απέναντι στις γυναίκες, να παίζει νευρικά με το κουμπί στο μανίκι του όταν αγχωνόταν. Γι αυτόν τον μικρό δισταγμό του τον ερωτεύτηκα, παράξενο κι όμως αληθινό.

Ήρθαν οι μετακομίσεις. Πρώτα Αθήνα, μετά Θεσσαλονίκη. Κάθε φορά μάζευα πράγματα, κουβαλούσα τη γάτα, γυρνούσα στις λαϊκές, έβρισκα ξανά φαρμακεία, χαιρετούσα καινούργιους γείτονες. Ο Νίκος ανέβαινε επαγγελματικά, κι όσο ανέβαινε άλλαζε κάτι μέσα του. Όχι απότομα, αλλά αργά, όπως αλλάζει μια όχθη αν την κοιτάς κάθε χρόνο.

Παιδιά δεν κάναμε δεν τύχε. Στην αρχή έλεγαν οι γιατροί το ένα, μετά το άλλο, στο τέλος δεν το αναφέραμε καν. Εγώ το πέρασα ήσυχα και μέσα μου, βρήκα έναν δικό μου τρόπο να αποδεχτώ. Έβαλα εκείνη τη χαμένη μητρική ενέργεια στο σπίτι: στο μαγείρεμα, στο μικρό μπαξέ στο μπαλκόνι, στα λουλούδια, ακόμη και στα γειτονόπουλα, που τους έκανε μερικές φορές από κανένα γλυκό.

Οι πίτες μου ήταν ο δικός μου τρόπος να μιλήσω. Το ήξερα ακόμη κι αν ποτέ δεν το είχα πει έτσι. Όταν τα λόγια δεν έβγαιναν ή δεν έπιαναν τόπο, έμπαινα στην κουζίνα. Όταν ήμουν χαρούμενη, το ίδιο. Τη ζύμη την καταλάβαινα καλύτερα με τα χέρια μου παρά με θερμόμετρα κι οδηγίες. Ήξερα πότε ήταν έτοιμη από την ελαστικότητα, τη ζεστασιά, από το πώς κάθονταν κάτω απ τις παλάμες.

Ο Νίκος έτρωγε τα φαγητά μου για είκοσι οχτώ χρόνια. Έτρωγε και σιωπούσε. Αυτό το καταλάβαινα πια. Τη σιωπή του την έπαιρνα για αποδοχή.

***

Το βράδυ της Παρασκευής ήμουν όρθια μέχρι τα μεσάνυχτα. Έφτιαξα πίτα με μοσχάρι και κρεμμύδι, με τη συνταγή της γιαγιάς μου εκείνη τη χρυσοκόκκινη που μοσχοβολάει ολόκληρη η πολυκατοικία. Έφτιαξα και τυροπιτάκια με φέτα, σπανακόπιτα και σαλάτα με ξινολάχανο, καρότο και ρόδι. Βάλα τη χοιρινή μπριζόλα να σιγοψήνεται με σκόρδο και δεντρολίβανο στο φούρνο.

Ο Νίκος γύρισε κατά τις έντεκα και μόλις τα είδε, δεν είπε κουβέντα. Απλώς πέρασε στην κρεβατοκάμαρα.

Καθάρισα την κουζίνα, έβγαλα την ποδιά και κάθισα λίγο στο σκαμπό κοντά στο παράθυρο. Ήπια τσάι. Αύριο θα έρθει ο κόσμος, θα καθίσουν στο τραπέζι κι εγώ θα τους ταΐσω όπως ξέρω καλύτερα απ τον καθένα. Ήταν απλό αυτό ήξερα.

Κοιμήθηκα αμέσως μόλις ξάπλωσα κατά τις μισή μία.

***

Οι καλεσμένοι ήρθαν στις επτά. Ήταν έξι: ο Παπαδόπουλος με τη γυναίκα του, η Μαρία, ο Μάντελης με τη Βάσω κι ένας ακόμη που τον παρουσίασε ο Νίκος, με ιδιαίτερη σοβαρότητα, ως κύριο Γιάννη, δίχως άλλα στοιχεία κατάλαβα ότι ίσως ήταν ο πιο σημαντικός.

Η Μαρία Παπαδοπούλου, κομψή, γύρω στα σαράντα πέντε, με μαύρο φόρεμα που θα άξιζε πιθανότατα μια σύνταξή μου. Μπήκε, σκάναρε με μια ματιά το σπίτι, τα έβαλε όλα σε σειρά: διαμέρισμα, έπιπλα, κουρτίνες, εμένα.

Η Βάσω Μάντελη, πιο νέα, βαμμένη ξανθιά, με λεπτά φρύδια και έντονο άρωμα το ένιωσα απ τον διάδρομο κιόλας. Χαμογελούσε πολύ, ανεπιτήδευτα, σα να πάτησαν διακόπτη όταν μπήκε.

Ο κύριος Γιάννης, γύρω στα εξήντα, γεροδεμένος, χέρια μεγάλα, μάτια που σε πρόσεχαν. Ήταν ο μόνος που μου έσφιξε το χέρι και είπε:

Η οικοδέσποινα! Χάρηκα.

Τους οδήγησα στο σαλόνι, το τραπέζι έτοιμο με λινό τραπεζομάντιλο, κεντητό, κεριά, τα σερβίτσια σωστά όπως τα θυμόμουν. Το φαγητό στη θέση του: ζελέ κρέατος με μυρωδικά, τυροπιτάκια, πίτα, ψωμί, μπριζόλα χοιρινή, όλα μυρωδάτα.

Κάθισαν. Ο Νίκος άνοιξε ένα μπουκάλι κρασί, ελληνικό αυτή τη φορά. Σέρβιρε.

Η Μαρία κοίταξε το τραπέζι και είπε χαμηλόφωνα μα να ακουστεί:

Α, ζελέ κρέατος! Έχω καιρό να δω ζελέ.

Υπήρχε κάτι παγωμένο στη φωνή της, μια μικρή ειρωνία, σαν μια μυρωδιά αερίου που αργείς να συνειδητοποιήσεις ότι πρέπει ν ανοίξεις το παράθυρο.

Περάστε, δοκιμάστε είπα. Έχει επίσης πίτα με μοσχάρι, τυροπιτάκια, και η μπριζόλα εδώ.

Μπριζόλα! είπε η Βάσω, κοιτάζοντας τη Μαρία. Έχω να φάω πάνω από δεκαπέντε χρόνια. Πολύ λιπαρή!

Γεμάτη νοστιμιά! πετάχτηκε η Μαρία γελώντας. Εκείνο το γέλιο που σε κάνει να κοιτάξεις χαμηλά, μην πάτησες κάτι.

Οι άντρες έβαλαν απ όλα. Ο Παπαδόπουλος έφαγε ζελέ και έγνεψε, ο Μάντελης πήρε κομμάτι πίτα. Ο κύριος Γιάννης σέρβιρε νερό, κοιτώντας σκεφτικός το τραπέζι.

Νίκο, εσύ μάλλον δεν μαγειρεύεις; ρώτησε η Βάσω.

Όχι, η Ελένη είναι η μαγείρισσα εδώ είπε ο Νίκος, με τόνο σαν να εξήγησε κάτι λίγο αστείο, αλλά ανεκτό.

Από μικρή οικογένεια είσαι; ρώτησε η Μαρία, τσιμπώντας σαλάτα. Επαρχία;

Λάρισα λέω.

Να! έγνεψε με ικανοποίηση. Εκεί κρατούν ακόμη αυτά. Σπίτι, φαγητό, πίτες, ζελέ. Βαθιά επαρχία αλλά δίχως παρεξήγηση! Οι διατροφολόγοι λένε πάντως πια ότι η ζελατίνη είναι κίνδυνος για τα αγγεία.

Την κοίταξα στα μάτια.

Όταν γίνεται σωστά, η ζελατίνη είναι κολλαγόνο της είπα ήσυχα. Κάνει καλό στις αρθρώσεις.

Αυτά είναι ξεπερασμένα απάντησε με το χέρι. Εμείς δεν τρώμε πια κρέας, μόνο ψάρια και «superfoods». Νίκο, έχεις δοκιμάσει; Ξέρω διατροφολόγο άψογο.

Ο Νίκος γέλασε ευκολόπιστα, πράγμα που κάνουν όταν θες να φανείς «δικός τους».

Η Ελένη είναι παλιομοδίτισσα είπε.

Αυτή η λέξη, «παλιομοδίτισσα», καρφώθηκε μέσα μου σαν νόμισμα που κανένας δεν σηκώνει.

Ήπιαν, έφαγαν λίγο, συζητούσαν για εστιατόρια με μοριακή γαστρονομία, για σπίτια στη Γλυφάδα και το Κολωνάκι, κι εγώ κατάλαβα πως στο τραπέζι ήμουν διακόσμηση. Μια οικοδέσποινα που στρώνει απλώς το τραπέζι και μετά πρέπει να χαμογελάει.

Χαμογέλασα.

Σέρβιρα κρασί, έβγαζα πιάτα, μάζευα αυτά που τελείωναν με προσοχή. Ρωτούσα αν θέλουν κάτι παραπάνω. Κανείς δεν με ευχαρίστησε.

Κάπου στις εννιά η Μαρία ξανακοίταξε την πίτα που έμενε σχεδόν ανέπαφη:

Θέλω να το πω μεταξύ μας, αυτή η κουζίνα είναι πολύ επαρχιώτικη. Συγγνώμη, Ελένη. Αλλά όταν βρισκόμαστε σε κύκλο λίγο πιο «ανωτέρου επιπέδου», δεν ταιριάζουν αυτά. Καταλαβαίνεις; Άλλη κλάση.

Η σιωπή έπεσε σαν σύννεφο. Κοίταξα τον Νίκο.

Ο Νίκος χάζευε το ποτήρι του.

Ε, έχουν όλοι τις δικές του παραδόσεις είπε σιγανά ο κύριος Γιάννης, και στη φωνή του υπήρχε κάτι που έκανε τη Μαρία να σιωπήσει γρήγορα.

Μα ο Νίκος ήδη πετάχτηκε:

Ελένη, σου το είπα να παραγγείλεις κάτι σωστό. Πάλι τα δικά σου.

Σηκώθηκα, μάζεψα πιάτα κι έφυγα σιγά γιατί ένιωθα δυσβάσταχτη. Έβαλα τα πιάτα στο νεροχύτη. Κοντοστάθηκα στο παράθυρο. Έξω σκοτεινιά, φώτα στις κολώνες, ψιλή βροχή.

Άκουσα να γελάνε ξανά στο σαλόνι. Ήχος γυαλιού, κάποιο ποτήρι ακουμπούσε τραπέζι.

Έβγαλα την ποδιά, την κρέμασα, την κατέβασα, την δίπλωσα προσεκτικά στη καρέκλα.

Γύρισα στο σαλόνι.

Με συγχωρείτε είπα. Έχω πονοκέφαλο. Όλα είναι έτοιμα, σερβιριστείτε.

Κανείς δεν έδωσε σημασία ιδιαίτερη.

***

Μάζεψα το φαγητό περίπου στη μία τα ξημερώματα, όταν είχαν φύγει όλοι. Ο Νίκος κοιμήθηκε δίχως κουβέντα, απλώς έκλεισε τη πόρτα του υπνοδωματίου.

Μάζεψα την πίτα σε μεγάλο ταψί, την τύλιξα με μεμβράνη. Τυροπιτάκια έβαλα σε κατσαρόλα· το ζελέ σε χαρτί, τη χοιρινή μπριζόλα ξεχωριστά.

Όλα τα κουβάλησα κάτω κατά τις δυόμισι. Ευτυχώς το εργοτάξιο ήταν δίπλα έκτιζαν νέα πολυκατοικία, και παρά την ώρα, αχνοφέγγει φως στ αυτοσχέδια παραπήγματα.

Καθόντουσαν τρεις εργάτες, πίναν τσάι από θερμός. Ο ένας κάπνιζε, άλλοι ζέσταιναν τα χέρια με τις κούπες.

Καλησπέρα τους είπα. Συγγνώμη για την ώρα. Έφερα σπιτικό, μήπως θέλετε;

Με κοίταξαν σα να ήρθα από άλλο πλανήτη.

Τι φέρατε; ρώτησε αυτός που κάπνιζε.

Πίτα με μοσχάρι, τυροπιτάκια, μπριζόλα, ζελέ, αν και θέλει ψυγείο.

Αντάλλαξαν βλέμματα.

Μα αλήθεια; σηκώθηκε ο ένας Να βοηθήσω να τα κουβαλήσετε.

Τα έβαλαν στο τραπεζάκι μπροστά τους. Ο ένας έσκισε αμέσως τη μεμβράνη, δοκίμασε και το πρόσωπό του φώτισε μ έναν τρόπο που με έκανε να νιώσω κάτι ζεστό και σπάνιο μέσα μου.

Σπιτικό είπε μασουλώντας. Μμμ, σπιτικό!

Η μάνα μου αυτό έφτιαχνε είπε άλλος, παίρνοντας τυροπιτάκι. Ακριβώς το ίδιο.

Είστε από δω; ρώτησε ο τρίτος. Κάτι γιορτάζατε;

Είχα κόσμο είπα. Δεν έφαγαν.

Κρίμα. Καλό φαΐ.

Το ξέρω είπα.

Έμεινα τρία λεπτά ακόμη. Τους κοίταζα που τρώγανε με αληθινή όρεξη, χωρίς τύπους. Ο ένας ήδη έπαιρνε δεύτερη μερίδα.

Ευχαριστούμε είπε κάποιος.

Εγώ ευχαριστώ απάντησα και γύρισα σπίτι.

***

Εκείνο το βράδυ δεν έκλεισα μάτι. Ήμουν στον καναπέ στο σαλόνι, κοιτούσα το ταβάνι. Η κρεβατοκάμαρα σιωπηλή, ο Νίκος απ’ ό,τι καταλάβαινα κοιμόταν βαθιά.

Σκεφτόμουν πως είκοσι οχτώ χρόνια είναι μια ολόκληρη ζωή. Σκεφτόμουν πως είπε: «Πάλι τα δικά σου». Όχι «έκανες λάθος» ή «δεν συμφωνώ». Το «πάλι» είχε όλη τη βαριά συνήθεια των ετών.

Σκεφτόμουν τους εργάτες που έφαγαν χωρίς κουβέντες και με ευγνωμοσύνη. Που είπαν «καλό φαΐ» με εκείνη την αλήθεια που δεν τη σκέφτεσαι αν είναι η ώρα ή όχι να την πεις.

Σκεφτόμουν πως σε αυτό το σπίτι δεν είναι πια η δική μου θέση. Όχι για μένα ως πρόσωπο γι αυτό ίσως και να χαίρονται. Αλλά όχι για μένα ως εγώ, με τις πίτες μου, τη λαϊκή στις έξι το πρωί, τη συνταγή της γιαγιάς. Για αυτό που ήμουν, δεν υπήρχε πια χώρος.

Αυτό το χώρο τον είχαν πιάσει άλλα πράγματα.

Λίγο πριν τις τέσσερις το πρωί, πήρα απόφαση. Ήσυχα, χωρίς δράματα όπως παίρνεις απόφαση να πας στο γιατρό, όταν το αναβάλεις καιρό: ήρθε η ώρα.

***

Έγραψα σημείωμα σε φύλλο από τετράδιο. Ο γραφικός χαρακτήρας μου πάντα ευανάγνωστος, μεγάλα γράμματα, πρόσεχα να μη δυσκολεύονται να το διαβάσουν ποτέ.

«Νίκο. Φεύγω. Όχι γιατί θύμωσα. Αλλά γιατί κατάλαβα. Ευχαριστώ για τα χρόνια. Τα κλειδιά στο κομοδίνο. Ελένη».

Άφησα τα δύο κλειδιά δίπλα. Της πόρτας και του γραμματοκιβωτίου.

Πήρα μια μικρή τσάντα με τα βασικά: χαρτιά, ένα αλλαγή ρούχων, κινητό, φορτιστή, χρήματα από την κάρτα. Δεν πήρα καλάθι με φαγητό κι αυτό μου φάνηκε συμβολικό: έφευγα χωρίς τα δικά μου φαγητά. Σαν να άφηνα πίσω ένα μέρος του εαυτού μου, για να πάω να δω πώς είναι να ζεις πιο ελαφριά.

Έξω χάραζε, πέντε παρά. Η βροχή είχε σταματήσει, ο δρόμος γυάλιζε στα φώτα. Πήρα ταξί, ζήτησα να με πάει στη φίλη μου, τη Μαρίνα, στην άλλη άκρη της πόλης.

Η Μαρίνα με υποδέχτηκε με ρόμπα, μισοκοιμισμένη, τα μαλλιά ανακατεμένα, και δεν ρώτησε τίποτα. Απλώς έκανε άκρη και είπε:

Να βάλω τσάι;

Βάλε.

Καθίσαμε στην κουζίνα της Μαρίνας, πίναμε σχεδόν σιωπηλά. Κάποιες φορές με κοίταζε ερωτηματικά αλλά δεν με πίεζε. Ήταν παλιά φίλη απ αυτούς που ξέρουν να σιωπούν δίπλα σου.

Έφυγες; με ρώτησε τελικά.

Έφυγα.

Για τα καλά;

Το σκέφτηκα.

Για πάντα.

Έγνεψε. Μου γέμισε πάλι το φλυτζάνι.

***

Οι πρώτες εβδομάδες ήταν παράξενες. Ο Νίκος τηλεφώνησε. Μια φορά σύντομα: «Πού είσαι, γύρνα πίσω». Μετά πιο μακροσκελώς: «Να μιλήσουμε». Μετά: «Καταλαβαίνεις τι κάνεις;». Και μετά σταμάτησε.

Έμενα με τη Μαρίνα. Κοιμόμασταν χώρια· τρώγαμε μαζί, καμιά φορά βλέπαμε σειρές. Η Μαρίνα δεν έδινε συμβουλές και για αυτό τη λάτρευα.

Στην τρίτη εβδομάδα άρχισα να τρέχω τις διαδικασίες. Ήμουν τακτική, λογίστρια, οπότε τα χαρτιά για το διαζύγιο τα έκανα μόνη μου, γρήγορα. Το σπίτι ήταν αγορασμένο στον γάμο, ο Νίκος μου πρότεινε να μου δώσει τη μερίδα μου σε ευρώ. Συμφώνησα. Δεν ήθελα δικαστήρια και σαματά.

Τα χρήματα μπήκαν στην κάρτα. Τα κοιτούσα και σκεφτόμουν: αυτά είναι είκοσι οχτώ χρόνια. Καλά ή κακά; Δεν ήξερα. Ήξερα μόνο ότι φτάνουν για λίγο.

Δουλειά άρχισα να ψάχνω μετά από ένα μήνα. Ένιωθα ότι έπρεπε να πάρω αέρα πρώτα. Βολτάριζα στην Αθήνα, έμπαινα σε μικρά καφέ, έπινα καφέ, παρατηρούσα τους ανθρώπους. Ήμουν πενήντα δύο κι πρώτη φορά μετά από χρόνια ήμουν απλώς εγώ, όπως και να είχε.

Μια μέρα, πήγα σ ένα μικρό καφέ στη Νέα Σμύρνη, απ αυτά που είναι δίπλα στο δρόμο, πολλά δέντρα τριγύρω, καμία φανταχτερή διακόσμηση, ξύλινα τραπέζια, ο κατάλογος γραμμένος με κιμωλία στον τοίχο. Το όνομά του: «Δίπλα». Κανένας σχεδιαστής, απλώς μυρωδιά από ψωμί.

Ζήτησα τσάι και πιτάκι βύσσινο. Ήταν έτοιμο από άσχετη σφολιάτα, όχι με αγάπη. Φαινόταν.

Πίσω απ τον πάγκο μια γυναίκα κυματιστή, γύρω στα εξήντα, με γαλάζια ποδιά.

Σου άρεσε η πίτα; με ρώτησε.

Είναι λίγο ξερή της απάντησα ειλικρινά.

Αναστέναξε.

Το ξέρω. Ο ζαχαροπλάστης έφυγε αρχές του μήνα. Τώρα παίρνουμε απ τον φούρνο δίπλα αλλά του εμπορίου, φαίνεται.

Στάθηκα λίγο.

Ψάχνετε ζαχαροπλάστη;

Με κοίταξε επίμονα.

Εσύ ξέρεις;

Ξέρω της είπα.

***

Τη λέγανε κυρία Παναγιώτα. Άνοιξε το καφέ πριν οκτώ χρόνια, όταν βγήκε στη σύνταξη και δεν άντεξε να κάθεται σπίτι. Το μαγαζί της ήταν η ζωή της, καμιά φορά έμπαινε μέσα-μέσα, αλλά πάντα ζωντανό. Ήταν απ τους ανθρώπους που αποφασίζουν με το ένστικτο.

Έλα αύριο το πρωί, να δοκιμάσουμε είπε.

Την επόμενη στις επτά ήμουν εκεί. Έβαλα ποδιά, είδα το χώρο, μικρός αλλά καλά οργανωμένος.

Έφτιαξα πίτες με πατάτα-κρεμμύδι, ψωμάκια με κανέλα, και ένα κέικ μήλου με μαγιά.

Η κυρία Παναγιώτα μπήκε στις οχτώ, στάθηκε στην είσοδο κι έμεινε να με παρατηρεί.

Από πού ξεφύτρωσες; με ρώτησε.

Από τη ζωή της είπα.

Οι πρώτοι πελάτες δοκίμασαν τις πίτες στις οχτώμισι. Μια γυναίκα πήρε δύο, γύρισε μετά από λίγο για άλλο ένα. Ένας εργάτης πήρε μια σακούλα με ψωμάκια και είπε: «Αυτό είναι!». Ένας φοιτητής διάλεγε ανάμεσα σε μήλο και πατάτα, τα πήρε τελικά και τα δύο.

Η κυρία Παναγιώτα μέτραγε τα ρέστα πίσω από τον πάγκο.

Το μεσημέρι τα βρήκαμε. Συμφωνήσαμε σε καθημερινό ωράριο, επτά με τρεις, εκτός Κυριακής. Τα λεφτά μέτρια, μα η κυρία Παναγιώτα είπε: «Άμα πάει καλά, θα το δούμε».

Και πήγαν.

***

Σε τρεις μήνες το «Δίπλα» το ήξεραν στη γειτονιά όχι από διαφημίσεις, αλλά από στόμα σε στόμα. Οι ιστορίες της ζωής, αυτές που λένε απλά: «Πίτες σαν της γιαγιάς πήγαινε».

Σκάρωσα ημερήσιο μενού. Δευτέρα ψαροπιτάκια, Τρίτη τυρόπιτα, Τετάρτη ψωμί, Πέμπτη κρέπες με σπιτική μαρμελάδα, Παρασκευή μεγάλη ταψιού με κιμά έφευγε πριν το μεσημέρι.

Τα Σάββατα πήγαινα στη λαϊκή, όχι γιατί έπρεπε μα γιατί το ήθελα. Διάλεγα μήλα, μύριζα φρούτα, έπιανα κουβέντα με μανάβισσες. Έπαιρνα βούτυρο απ την ίδια πάντα γυναίκα, το όνομά της το ήξερα πια.

Έμενα μόνη τώρα, ένα νοίκι, γκαρσονιέρα κοντά στο καφέ, ήσυχη, με παράθυρο στην αυλή, παλιά γερά έπιπλα. Έβαλα λινές κουρτίνες στην κουζίνα, γλάστρα με γεράνι στο περβάζι. Ζεστασιά.

Η Μαρίνα ερχόταν δυο φορές το μήνα. Πίναμε τσάι.

Φαίνεσαι καλύτερα έλεγε.

Κοιμάμαι καλά της απαντούσα.

Φαίνεται.

Τα απογεύματα, μετά τη δουλειά, διάβαζα, έβλεπα ταινίες ή απλώς καθόμουν στο παράθυρο κι άκουγα τα φύλλα στη μικρή αυλή. Εκείνες τις ήρεμες ώρες τις θεωρούσα ανεκτίμητες να σαι απλώς εσύ.

***

Τον άνδρα που λεγόταν Σταύρος τον είδα πρώτη φορά τον Οκτώβριο. Ήταν Τετάρτη, μέρα ψωμιού, ήρθε αργοπορημένος και δεν είχε πια ψωμί.

Άργησα; ρώτησε η κυρία Παναγιώτα από τον πάγκο.

Άργησα είπε πικραμένος. Θα υπάρχει αύριο;

Ψωμί μόνο Τετάρτη. Αύριο πίτες.

Κοίταξε τον πίνακα με το μενού. Πήρε καφέ και πίτα λαχανικών. Κάθισε στο παράθυρο με ένα βιβλίο ταλαιπωρημένο.

Την επόμενη Τετάρτη, μισή ώρα πριν ανοίξουμε, ήταν ήδη εκεί και πήρε δύο καρβέλια. Εγώ έβγαζα το ταψί ακόμα.

Τώρα ήρθες στην ώρα! του είπα.

Γέλασε. Είχε πρόσωπο κουρασμένο, μακρόστενο, με ζάρες γύρω απ τα μάτια από ζωή ή από σκέψεις.

Θα κάθομαι εδώ από Τρίτη βράδυ, να μην το χάσω.

Η κυρία Παναγιώτα κλείνει στις οχτώ.

Θα κοιμηθώ στα σκαλιά αν χρειαστεί!

Έτσι γνωριστήκαμε. Μέσα από το ψωμί, το χιούμορ και τη μικρή καθημερινή ανοησία που γίνεται αληθινή οικειότητα.

Ο Σταύρος ήταν πενήντα οχτώ, μηχανικός, χώρισε πριν εφτά χρόνια, είχε δυο παιδιά, μεγάλα, που είχαν πάρει ήδη το δρόμο τους. Ήταν ήρεμος, χωρίς φανφάρες.

Άρχισε να μένει περισσότερο. Με ρωτούσε για δουλειά, αλήθεια, όχι από τυπικότητα. Του εξηγούσα για τη ζύμη, γιατί το ψωμί με προζύμι κρατάει. Άκουγε προσεκτικά.

Μια μέρα του είπα:

Κάποιος μού είπε πως όλα αυτά πίτες, ζελέ, σπιτικό είναι ξεπερασμένα.

Ο Σταύρος σώπασε λίγο.

Ό,τι είναι ξεπερασμένο είναι το προσποιητό. Αυτό μόνο.

Τον κοίταξα.

Ωραία το είπες.

Προσπαθώ είπε απλά.

***

Οι γυναικείες ζωές δεν πάνε ευθεία. Το ήξερα πια καλά. Η χαρά δεν έρχεται μονομιάς, αλλά λίγο λίγο. Μόνο αν κοιτάξεις πίσω θα δεις πως έχει γεμίσει το πηγάδι.

Με τον Σταύρο ξεκινήσαμε να βγαίνουμε Μάρτιο. Χωρίς πρεμούρα. Μια μέρα πρότεινε να πάμε σινεμά. Είπα ναι. Μετά φάγαμε κάπου δίπλα, σε μικρό ταβερνάκι. Παράγγειλε σούπα και ζήτησε ψωμί.

Καλό το ψωμί; ρώτησα.

Δοκίμασε, σκέφτηκε:

Όχι όπως το δικό σου.

Το είπε απλά, δίχως κολακεία. Το κράτησα.

Το καφέ είχε μεγαλώσει, η κυρία Παναγιώτα άνοιξε το μενού, έβαλε μεσημεριανό τραπέζι με κυρίως πιάτο, πήρε βοηθό. Συζητούσαμε να βάλουμε τραπεζάκια έξω το καλοκαίρι.

Εγώ ονειρευόμουν δικό μου καφέ. Κάπου ήσυχα, σε μια γειτονιά. Ν ανοίγεις το πρωί και να μοσχοβολάει ο τόπος ψωμί. Ήταν μια θαμπή, αχνή ευχή, αλλά ήταν δική μου.

Δεν βιαζόμουν. Έμαθα να μη βιάζομαι.

***

Ο Νίκος εμφανίστηκε Απρίλη.

Τον είδα απ το παράθυρο του καφέ. Στεκόταν έξω, κοιτούσε την ταμπέλα. Στην αρχή δεν τον γνώρισα, δεν τον περίμενα, μετά σκίρτησε η καρδιά μου για μια στιγμή.

Μπήκε μέσα.

Η κυρία Παναγιώτα ήταν αποθήκη. Στο κατάστημα μερικοί. Εγώ πίσω απ τον πάγκο.

Γεια σου, είπε ο Νίκος.

Είχε γεράσει, ή μάλλον είχε γίνει πια αυτό που πάντα ήταν. Πιο πολλές ρυτίδες, το βλέμμα όχι καθαρό.

Γεια, του απάντησα.

Σε βρήκα από τη Μαρίνα. Μου είπε πως δουλεύεις εδώ.

Δουλεύω.

Κοίταξε το χώρο, τα ξύλινα τραπέζια, τον πίνακα, τη βιτρίνα με τα γλυκά. Κάτι πέρασε στο πρόσωπό του, δεν το κατάλαβα: ούτε λύπηση, ούτε θαυμασμός.

Θες καφέ; ρώτησα.

Ναι.

Σέρβιρα. Ήπιε σιωπηλός.

Άκουσα ότι πας καλά εδώ.

Πηγαίνει.

Σε προτείνουν, λένε πως η καλύτερη πίτα της περιοχής είναι εδώ.

Να σαι καλά.

Άφησε το φλιτζάνι.

Ελένη, δεν περνάω καλά. Με τον Παπαδόπουλο τα χαλάσαμε, η εταιρεία ανακατατάξεις… Δύσκολα.

Τον κοίταξα. Δεν έκαιγε μέσα μου καμία κακία. Υπήρχε μια προσεκτική συμπόνοια ήρεμη.

Λυπάμαι για τις δυσκολίες σου είπα.

Θέλω να γυρίσεις.

Στην καφετέρια απλώθηκε μια σιγή. Ή μου φάνηκε.

Μπορούμε να ξαναρχίσουμε. Έχω ιδέες. Θέλω να φύγουμε, να πάμε αλλού, να αρχίσουμε απ την αρχή.

Νίκο.

Περίμενε. Το εννοώ. Ξέρω ότι τότε φέρθηκα… πως έπρεπε αλλιώς. Το σκέφτηκα.

Χαίρομαι που το σκέφτηκες.

Δηλαδή με ακούς.

Σταύρωσα τα χέρια στον πάγκο.

Σε ακούω. Αλλά πες μου, θυμάσαι όταν το Σάββατο εκείνο βγήκα στην κουζίνα κι είπες: «Πάλι τα δικά σου»;

Σώπασε.

Θυμάμαι.

Δεν είπες ποτέ πως το φαγητό ήταν καλό. Είπες μόνο «πάλι». Αυτή η μικρή λέξη είναι όλα τα χρόνια μαζί.

Κοίταξε κάτω.

Είχα άγχος. Σημαντικοί άνθρωποι, ήθελα όλα να…

Σημαντικοί άνθρωποι επανέλαβα. Θυμάμαι. Κι εκείνοι οι εργάτες που τρώγαν το ίδιο βράδυ τις πίτες μου με τα χέρια, έμεναν σημαντικοί άνθρωποι. Μα δεν τους γνωρίζεις.

Με κοίταξε.

Μερικές φορές δεν σε καταλαβαίνω.

Το ξέρω είπα απαλά. Κι αυτό είναι η απάντηση.

Η μηχανή του καφέ άρχισε να δουλεύει. Μπήκαν δύο πελάτες. Γύρισα να τους εξυπηρετήσω.

Μισό λεπτό είπα γυρνώντας στον Νίκο. Έχω δουλειά τώρα.

Ελένη…

Νίκο, δεν σε κρατώ κακία. Αλλά δεν θα γυρίσω. Όχι από πείσμα. Εδώ είμαι στη θέση μου. Για πρώτη φορά μετά από χρόνια, είμαι στη θέση μου.

Με κοίταξε σιωπηλός, κούνησε αργά το κεφάλι όπως κάνουν όταν δεν θέλουν να δεχτούν κάτι, αλλά δεν υπάρχει άλλη επιλογή.

Καλά είπε.

Πήρε το μπουφάν. Πριν βγει:

Δείχνεις πραγματικά καλά είπε. Ήταν μια διαπίστωση, όχι δικαιολογία.

Ευχαριστώ είπα.

Η πόρτα έκλεισε.

***

Εξυπηρέτησα δυο πελάτες ένας πήρε ψωμί και πίτα, άλλος ρώτησε για τη σούπα. Εξήγησα πως βγαίνει στις δώδεκα.

Πέρασα στην κουζίνα, γέμισα ποτήρι νερό. Το ήπια όρθια στη γωνιά κοντά στη φωτιά. Ήταν σχεδόν έντεκα ώρα να φτιάξω πάλι ζύμη για αύριο.

Ζύγισα αλεύρι, έβαλα προζύμι, την καλλιέργεια που τάιζα κάθε μέρα, μικρή και ζωντανή, στη γυάλα της.

Τα χέρια ήξεραν μόνα τους.

***

Το απόγευμα ο Σταύρος μπήκε στο καφέ κατά τις τρεις όπως συνήθιζε συχνά στο τέλος της βάρδιας.

Πώς πήγε η μέρα; με ρώτησε.

Ήταν ιδιαίτερη του απάντησα.

Θα μου πεις;

Περπατήσαμε λίγο έξω. Η μέρα ήπια ζεστή, ήλιος ανοιξιάτικος, σκιές μακριές. Περπατήσαμε αργά.

Ήρθε ο άντρας μου. Ο πρώην.

Ο Σταύρος δεν σταμάτησε, προχώρησε όπως πάντα.

Και;

Ήθελε να γυρίσω.

Είπες όχι.

Είπα όχι.

Έκανε λίγο να μιλήσει.

Δύσκολο ήταν;

Το σκέφτηκα.

Όχι όσο φανταζόμουν. Λίγο τον λυπήθηκα. Έδειχνε σαν να έφτασε κάπου και να μην υπάρχει τίποτα τελικά εκεί.

Δικό του δρόμο διάλεξε.

Ναι. Αλλά πάλι, τον λυπήθηκα.

Ο Σταύρος έγνεψε. Ήταν από αυτά τα καλά νεύματα που σου λένε «σε ακούω κι ας μη σχολιάζω».

Ξέρεις μου είπε. Ήθελα καιρό να σου πω κάτι και δεν εύρισκα στιγμή.

Πες το.

Δεν ξέρω άνθρωπο που τα χέρια του κάνουν αυτά που κάνουν τα δικά σου. Δεν είναι μόνο για το ψωμί. Είναι για κάτι περισσότερο. Καταλαβαίνεις τι λέω;

Τον κοίταξα στο πλάι.

Νομίζω καταλαβαίνω.

Ωραία. Ήθελα απλώς να το ξέρεις.

Συνεχίσαμε αργά. Μέσα στα σοκάκια, δίπλα σε παγκάκια με συνταξιούχους και παιδική χαρά. Από πάνω γαλάζιος ουρανός με λίγα σύννεφα.

Σταύρο του λέω.

Ναι.

Αυτό το χρόνο κατάλαβα πως χρόνια περίμενα να με αναγνωρίσουν. Να ακούσω «μπράβο, σωστά». Και μόλις σταμάτησα να περιμένω, ξαλάφρωσα.

Τον εαυτό σου πρέπει πρώτα να αξιολογείς.

Αυτό. Αλλά άργησα.

Ποτέ δεν είναι αργά είπε. Μερικοί δεν το μαθαίνουν ποτέ.

Χαμογέλασα ήσυχα.

***

Το «Δίπλα» δούλευε φουλ ως το καλοκαίρι. Έβγαλαν τραπέζια έξω πάντα γεμάτα στις καλές μέρες. Η κυρία Παναγιώτα διαπραγματευόταν για δεύτερο χώρο, ήθελε να το μεγαλώσει. Μου πρότεινε να μπω στη συνεταιρία. Είπα πως θα το σκεφτώ.

Σκέφτηκα λίγο. Είπα «ναι».

Είναι απλή, γυναικεία σοφία όχι των βιβλίων, μα αυτή που βγαίνει μέσα σου: μην φοβάσαι αυτό που ξέρεις να κάνεις καλά. Μην το κρύβεις, μην απολογείσαι για αυτό. Βρες το μέρος που το χρειάζονται και μείνε εκεί.

Έμεινα.

***

Ένα βράδυ του Ιουνίου, που ζέστανε αρκετά, καθόμουν στην κουζίνα μου κι έγραφα σ ένα μπλοκάκι. Όχι ημερολόγιο απλές σκέψεις, συνταγές μαζί με σκόρπια λόγια. Πάντα το έκανα.

Απ το παράθυρο το φύλλωμα του πλατανιού θρόιζε. Στο περβάζι άνθιζε η γεράνια. Στο ψυγείο το προζύμι περίμενε.

Έγραψα: «Το πιο παράξενο στη ζωή είναι πως το καλύτερο έρχεται όταν νομίζεις πως όλα τελείωσαν».

Το διέγραψα.

Έγραψα άλλο: «Η πίτα πετυχαίνει όταν δεν βιάζεσαι».

Χαμογέλασα. Έκλεισα το μπλοκ.

***

Η Μαρίνα πήρε πρωί πρωί Κυριακής.

Πώς είσαι;

Καλά. Κοιμήθηκα ως τις οκτώ.

Ωχ, μπράβο! Ειλικρινά χαίρομαι για σένα.

Έλα. Έβαλα πίτα να ψήνεται.

Με τι;

Με μήλα και κανέλα.

Έρχομαι, είπε και το έκλεισε.

Oceń artykuł
Η Σιωπηλή Ζύμη