Η Ταμάρα Ιωάννα ανακάλυψε ότι ο άντρας της έχει σχέση με τη γειτόνισσα στο εξοχικό, όταν πήγε να της ζητήσει λίγο αλάτι για το τουρσί αγγουριών.

Παλιά ιστορία, πριν χρόνια πολλά στα προάστια της Αθήνας, στη Νέα Πεντέλη, όταν τα εξοχικά ήταν ακόμα γεμάτα με φωνές παιδιών κι αρώματα βασιλικού. Η Άννα Μιχαήλ, μια ήσυχη, καλόκαρδη γυναίκα, έμαθε πως ο άντρας της, ο Γιάννης, είχε σχέση με τη γειτόνισσα απ το απέναντι εξοχικό. Το ανακάλυψε εντελώς τυχαία, όταν πήγε να της ζητήσει λίγο αλάτι για τα αγγουράκια τουρσί.

Ο Γιάννης άνοιξε την πόρτα. Ο δικός της Γιάννης, μόνο με το εσώρουχό του και μια φανέλα.

Γιάννη; κατάφερε μόνο να ψελλίσει η Άννα.

Πάγωσε εκείνος, άσπρισε, μετά έγινε κατακόκκινος, και ξανά χλωμός.

Άννα… μπορώ να σου εξηγήσω…

Πίσω του φάνηκε η Ειρήνη, η γειτόνισσα εδώ και χρόνια, χήρα από παλιά. Φορούσε ένα μπουρνούζι, χαλαρά δεμένο πάνω σε γυμνό σώμα.

Γιάννη, ποιος είναι στην πόρτα; ρώτησε και σαν είδε την Άννα, έμεινε έκπληκτη. Αχ…

Τρεις άνθρωποι ταμπουρώθηκαν ο ένας απέναντι στον άλλον. Η Άννα γύρισε κι έφυγε προς την αυλόπορτα, σχεδόν τρέχοντας.

Άννα! Περίμενε! Ο Γιάννης την ακολούθησε έτσι, όπως ήταν, με τη φανέλα και το εσώρουχο.

Όλος ο δρόμος από τα δώδεκα εξοχικά της γειτονιάς πετάχτηκε έξω να δει.

Ο Γιάννης Μιχαήλ, αξιοσέβαστος κύριος, πρόεδρος του εξοχικού συλλόγου, να τρέχει ξεβράκωτος πίσω απ τη γυναίκα του.

Τσίρκο ήρθε στη γειτονιά, είπε σιγανά ο κύριος Στέλιος απ τις διπλανές μονοκατοικίες.

Η Άννα μπήκε στο σπίτι και κλείδωσε μέσα. Ο Γιάννης χτυπούσε τις πόρτες.

Άννα, άνοιξε! Άσε με να σου εξηγήσω!

Πόσα χρόνια; φώναξε αυτή πίσω απ την πόρτα.

Τι;

Πόσα χρόνια είσαι μαζί της;

Ο Γιάννης σώπασε. Ύστερα, σιγανά:

Δεκαοκτώ.

Η Άννα σωριάστηκε στο πάτωμα, με την πλάτη στην πόρτα. Δεκαοκτώ χρόνια. Όσων χρονών ήταν ο μικρός τους, ο Κωνσταντίνος.

Η αυλόπορτα ξανάνοιξε κι ήρθε η Ειρήνη, ντυμένη και φτιαγμένη τώρα.

Άννα, βγες έξω. Πρέπει να μιλήσουμε.

Εξαφανίσου, φίδι.

Άννα, είμαστε μεγάλοι άνθρωποι. Μην κάνεις έτσι.

Συγκρατήθηκε η Άννα, βγήκε και κάθισε στο σκαλοπάτι. Η Ειρήνη δίπλα της. Ο Γιάννης στεκόταν παράμερα.

Δεκαοκτώ χρόνια, είπε σιγανά η Άννα. Πώς;

Θυμάσαι που είχες θέμα με τη μέση; Ήσουν στο νοσοκομείο μήνες;

Θυμόταν… Εγχείρηση, μακρύς και δύσκολος καιρός μετά. Τότε ο Γιάννης στέγνωσε τα αγγουράκια, σάπισαν οι ντομάτες. Απόρησε τότε κιόλας πώς τα έβγαζε πέρα χωρίς εκείνη.

Τον βοηθούσα εγώ, συνέχισε η Ειρήνη με τον κήπο, το μαγείρεμα, και… τα άλλα.

Κι από εκεί τα ξεκίνησαν, μουρμούρισε ο Γιάννης.

Δεκαοκτώ χρόνια! σηκώθηκε η Άννα. Με περνάνε τόσα χρόνια για ανόητη!

Κανείς δεν σε είχε για ανόητη, σηκώθηκε κι η Ειρήνη. Εσύ ζούσες τη ζωή σου, εμείς τη δική μας.

Τη δική σας; Είναι ο άντρας μου! Ο πατέρας των παιδιών μου!

Και λοιπόν; Σταμάτησε να είναι άντρας; Δεν τάισε τα παιδιά; Δεν πρόσεξε το εξοχικό;

Η Άννα άρπαξε ένα βαζάκι κονσερβών απ το τραπέζι, αλλά ο Γιάννης της κράτησε το χέρι.

Άννα, ηρέμησε.

Μην με αγγίζεις!

Απελευθερώθηκε, γύρισε σπίτι. Έξω όλη η γειτονιά ακόμα σχολίαζε.

Διαλυθείτε, βρόντηξε ο Γιάννης. Το σόου τέλος!

Μα κανείς δεν έφευγε. Κουβέντιαζαν, ψιθυρίζαν. Η Γιούλα από το τρίτο εξοχικό έλεγε:

Εγώ το ξερα πάντα! Τους είχα δει μαζί, μη λέτε!

Λες βλακείες, της απαντάει ο άντρας της. Δεν βλέπεις πέρα απ τη μύτη σου.

Εσύ να δεις τι δεν βλέπεις!

Αργότερα το βράδυ, η Άννα καθόταν στη βεράντα. Ο Γιάννης έκανε βόλτες.

Άννα, πες μου κάτι…

Τι να πω; Διαζύγιο;

Ποιο διαζύγιο; Είμαστε και οι δύο εξήντα χρονών!

Και τι μ αυτό; Δεν χωρίζουν μετά τα εξήντα;

Άννα είσαι παιδί τώρα; Σαράντα χρόνια μαζί ζήσαμε!

Τα δεκαοκτώ από αυτά τα ζούσες με την Ειρήνη.

Μαζί σου τα ζούσα! Μόνο… πήγαινα και σ εκείνη κάποιες φορές.

Κάποιες φορές;

Ε… δύο φορές την εβδομάδα.

Δύο φορές την εβδομάδα για δεκαοκτώ χρόνια… Αυτό δεν είναι «κάποιες φορές», Γιάννη. Αυτό είναι σύστημα.

Έκατσε απέναντι.

Άννα, σε αγαπάω. Αλλά με την Ειρήνη… είναι αλλιώς.

Καλύτερα;

Όχι καλύτερα. Αλλιώς. Μαζί σου είναι το σπίτι, τα παιδιά, η οικογένεια. Μαζί της ξεφεύγω από όλα αυτά.

Και εγώ θέλω να ξεφύγω, αλλά τουρσί φτιάχνω!

Αυτή είναι η διαφορά! Εσύ πάντα στο τρέξιμο! Κήπος, ντομάτες, μαρμελάδες! Εγώ θέλω και λίγο να κάτσω, ένα κρασάκι, δυο κουβέντες…

Μαζί μου δεν μιλάς;

Μαζί σου μόνο για τα παιδιά, τους εγγονούς, τον κήπο. Με εκείνη μιλάμε για βιβλία, για ζωή…

Διαβάζει κιόλας;

Διαβάζει. Αγαπάει την ποίηση. Κλασικά.

Η Άννα παραλίγο να γελάσει. Ο Γιάννης και τα κλασικά…

Και τώρα τι;

Ό,τι πεις εσύ.

Εγώ; Εσύ;

Εγώ… Άννα, είμαι εξήντα δύο. Τι αποφάσεις να πάρω; Να περάσω ήσυχα τα υπόλοιπα.

Με ποια; Μαζί μου ή με την άλλη;

Σιώπησε. Ύστερα είπε:

Άν γίνεται, και με τις δύο;

Η Άννα άρπαξε το βαζάκι με τα αγγουράκια και το πέταξε προς το μέρος του. Χτύπησε τον τοίχο και έσπασε.

Άντε στο καλό!

Και ο Γιάννης πήγε, φυσικά, στην Ειρήνη.

Εκείνη τη νύχτα, ο ύπνος δεν ήρθε στην Άννα. Σκεφτόταν. Σαράντα χρόνια μαζί, δύο παιδιά, εγγόνια, εξοχικό που το φτιάξαν από την αρχή.

Και δεκαοκτώ χρόνια ψέματα;

Ή μήπως δεν ήταν ακριβώς ψέματα; Δεν της υποσχέθηκε ποτέ αιώνια πίστη. Απλώς ζούσε. Με εκείνη και την άλλη.

Το ξημέρωμα ήρθε η κυρά-Ζωή από το πέμπτο σπίτι φέρνοντάς της πίτα.

Κουράγιο, Άννα.

Ευχαριστώ, Ζωή.

Αν θες, να πάει ο Κώστας μου να δείρει τον Γιάννη.

Δεν χρειάζεται, μωρέ. Δεν είμαστε παιδιά.

Και τι θα κάνεις;

Τίποτα… ακόμα.

Εγώ θα τον πέταγα έξω. Προδότης!

Ζωή, ο δικός σου άντρας δεν πηγαίνει στην Γιούλα απ το τρίτο σπίτι;

Η Ζωή κοκκίνισε.

Από πού το συμπέρανες;

Τους είδα στους βατομουριές.

Αυτό… δεν ήταν έτσι…

Τι ήταν;

Συζήτηση για φυτά!

Αγκαλίτσα;

Η Ζωή έφυγε νευριασμένη.

Μέχρι το μεσημέρι, ο Στέλιος χτύπησε κουδούνι.

Κυρία Άννα, να οργώσω το χώμα; Θέλεις κάτι;

Όχι, σε ευχαριστώ.

Να σου πω, ο Γιάννης είπε πως θα περάσει το βράδυ να πάρει τα πράγματά του.

Ποια πράγματα; Τα σώβρακα;

Δεν ξέρω… Μου το ζήτησε…

Εντάξει. Ευχαριστώ.

Το βράδυ ο Γιάννης όντως ήρθε, ταπεινός.

Θα πάρω τα πράγματά μου.

Πάρε τα όλα.

Καθώς μάζευε, η Άννα ρώτησε:

Γιατί, Γιάννη, ειδικά η Ειρήνη; Τι έχει;

Δεν ξέρω… Μαζί της νιώθω ελαφρύς.

Εγώ σου πέφτω βαριά;

Όχι, αλλά εσύ ξέρεις πάντα τι, πότε, γιατί. Εκείνη πάντα με ρωτάει. Με χρειάζεται.

Η Άννα κάθισε στο κρεβάτι.

Κι εγώ δεν ξέρω πώς να ζήσω έτσι. Πώς να κοιτάω τα παιδιά στα μάτια; Τι να πω στα εγγόνια;

Δεν χρειάζεται να πεις…

Πρέπει, Γιάννη. Ο Ανδρέας έρχεται αύριο με τη γυναίκα του και το μωρό. Τι να πω;

Πες ότι μαλώσαμε.

Ο Γιάννης κάθισε δίπλα της.

Άννα, να τα αφήσουμε όλα; Να κάνουμε πως δεν έγινε ποτέ;

Ε; Τι εννοείς;

Να προσποιηθούμε πως τίποτα δεν έγινε.

Και την Ειρήνη δίπλα μας, δηλαδή;

Τι να κάνουμε αλλιώς;

Η Άννα σηκώθηκε, κοιτώντας την Ειρήνη που πότιζε αγγουράκια όπως πάντα.

Ξέρεις κάτι; Μείνε όπου θες. Αλλά στα εγγόνια θα τα πεις εσύ.

Άννα!

Φέτος, τα τουρσιά μόνος σου.

Δεν ξέρω!

Θα σε βοηθήσει η Ειρήνη. Αυτή τα ξέρει όλα.

Έφυγε ο Γιάννης με το μπόγο του. Η γειτονιά πάλι στημένη στις πόρτες.

Το βράδυ, ξαναξύπνησε η Άννα από θόρυβο. Μπήκε έξω. Βλέπει τον Γιάννη στον κήπο.

Τι γυρεύεις εδώ;

Τα φυτά ελέγχω. Αύριο λένε για καύσωνα.

Πήγες όμως…

Πήγα. Μα τα φυτά είναι δικά μου. Δεν θα τα αφήσω.

Άνοιξε το θερμοκήπιο κι έφυγε πάλι από το μαντρί.

Το πρωί ήρθε ο Ανδρέας με την οικογένειά του.

Μαμά, ο μπαμπάς;

Στης Ειρήνης.

Ε, επισκέπτης;

Εκεί μένει.

Κάθισε βαρύς.

Δηλαδή… τόσα χρόνια;

Η Άννα είπε την αλήθεια, χωρίς λεπτομέρειες.

Δεκαοκτώ χρόνια; Αυτό σημαίνει ότι όταν γεννήθηκε ο Κωνσταντίνος…

Έτσι φαίνεται.

Ο Ανδρέας πήγε στην Ειρήνη. Η Άννα άκουσε φωνές, πόρτα να κλείνει. Επέστρεψε ο γιος.

Ο μπαμπάς είπε ότι αγαπά και τις δυο σας.

Τι τύχη.

Μαμά, μήπως και τις αγαπάει αλήθεια;

Εσύ θα μπορούσες να αγαπήσεις δύο;

Όχι. Αλλά ο μπαμπάς δεν μοιάζει με κανέναν.

Ο εγγονός έτρεξε έξω.

Γιαγιά, γιατί ο παππούς ζει στην κυρία Ειρήνη;

Τη βοηθάει στον κήπο, του απάντησε.

Ο Ανδρέας γέλασε.

Πάλι νύχτα, πάλι θόρυβοι. Ο Γιάννης πότιζε τα παρτέρια.

Είσαι τρελός;

Θα καούν όλα!

Η καινούργια οικογένεια σε περιμένει, πήγαινε εκεί να ποτίσεις.

Με την Ειρήνη έχει δικό της κήπο. Ετούτος έμεινε πίσω.

Η Άννα πήρε το λάστιχο.

Πάμε να το κάνουμε μαζί; Μέχρι το μεσημέρι ακόμα εδώ θα είσαι.

Πότιζαν σιωπηλοί. Μετά κάθισαν στο παγκάκι.

Γιάννη, για πες αλήθεια. Ποια αγαπάς περισσότερο;

Άννα… τι ερώτηση είναι αυτή;

Όποια να ναι, απάντησέ μου.

Ο Γιάννης σκέφτηκε.

Και τις δύο. Μα αλλιώς την καθεμιά.

Δηλαδή;

Εσένα σαν το δεξί μου χέρι. Καθημερινή, σίγουρη, δεν γίνεται χωρίς εσένα. Εκείνη είναι γιορτή. Σπάνια, αλλά διαφορετικά.

Αν εγώ πέθαινα;

Πφφφφ, τι λες τώρα!

Θα παντρευόσουν αυτήν;

Ίσως… Ή μάλλον, όχι.

Γιατί;

Τότε θα έμοιαζε με δεξί χέρι, η γιορτή θα χανόταν.

Άρα τις χρειάζεσαι και τις δύο.

Έτσι δείχνει.

Κάθισαν αγκαλιά, με το βλέμμα στα αστέρια.

Ξέρεις, Γιάννη, μήπως είναι καιρός να κάνω κι εγώ τη δική μου γιορτή; Ο Στέλιος προσφέρεται να βοηθήσει…

Πλάκα κάνεις; Με τον Στέλιο;

Εσύ τι ζεις με την Ειρήνη;

Αυτό είναι άλλο!

Γιατί;

Γιατί εσύ δεν είσαι έτσι!

Από πού κι ως πού το ξέρεις; Μπορεί να διαβάζω ποίηση κρυφά!

Δεν διαβάζεις.

Θα αρχίσω τότε.

Ο Γιάννης σηκώθηκε.

Άννα, σοβαρά τώρα. Τι θες;

Τι να ήθελε πράγματι; Να γυρίσουν όλα όπως ήταν; Αλλά το παρελθόν δεν γυρίζει. Ποτέ.

Θέλω να ζω ήσυχα. Να κάνω τουρσιά. Να προσέχω εγγόνια.

Και;

Και τίποτα. Μείνε όπου θες.

Δηλαδή;

Εάν θέλεις την Ειρήνη, πήγαινε. Αν θες να γυρίσεις, έλα. Μην ξαναπείς ψέματα, όμως.

Κι αν έρθει σε σένα ο Στέλιος;

Δεν θα έρθει. Έχει τη Νατάσα από το ένατο.

Πού το ξέρεις;

Δεν είμαι τυφλή, Γιάννη. Απλά σωπαίνω, όπως όλοι μας.

Το πρωί, ο Γιάννης ήρθε με τα πράγματά του.

Άννα, μπορώ να επιστρέψω;

Κοίτα, το κρεβάτι στη σάλα. Ανέπαφο το στρώμα, κοιμήσου εκεί.

Άφησε τα πράγματα και πήγε να φουσκώσει το στρώμα.

Οι γείτονες κοίταζαν και ψιθύριζαν. Η Ειρήνη πότιζε αγγουράκια, αδιάφορη.

Ο Ανδρέας βγήκε στη βεράντα.

Μαμά, ο μπαμπάς;

Φουσκώνει το στρώμα του στην αποθήκη.

Τον συγχώρεσες δηλαδή;

Όχι. Απλά, μερικά πράγματα πια δεν αλλάζουν.

Σε μια βδομάδα, ο Γιάννης μετακόμισε από τη σάλα στο παλιό τους δωμάτιο. Σε ένα μήνα, η Άννα δεν σκεφτόταν καν ότι εξακολουθεί να πηγαίνει δυο φορές τη βδομάδα στην Ειρήνη. Σε έναν χρόνο, το περιστατικό ήταν ξεχασμένο στη γειτονιά.

Άλλες ιστορίες κυριαρχούσαν, όπως που η Γιούλα έφυγε με τον Πέτρο από το πέμπτο εξοχικό, κι η Ζωή μετακόμισε στον άντρα της Γιούλας.

Η Άννα έφτιαχνε πάλι τουρσιά. Ο Γιάννης έχτιζε ένα καινούργιο θερμοκήπιο. Η Ειρήνη διάβαζε βιβλίο στο διπλανό κήπο.

Στο τέλος, τι είναι η αγάπη; Να μοιράζεσαι σαράντα χρόνια, να μεγαλώνεις παιδιά, να χτίζεις ένα σπιτικό, να φυτεύεις δέντρα.

Και να δέχεσαι πως το τέλειο δεν υπάρχει. Ούτε καν στην αγάπη.

Ειδικά στην αγάπη.

Oceń artykuł
Η Ταμάρα Ιωάννα ανακάλυψε ότι ο άντρας της έχει σχέση με τη γειτόνισσα στο εξοχικό, όταν πήγε να της ζητήσει λίγο αλάτι για το τουρσί αγγουριών.