ΛΗΔΙΑ
Ο Σέργιος Βασιλείου εξέτασε το παντελόνι και το πουκάμισό του με ένα απογοητευμένο ύφος και τα πέταξε εκνευρισμένος πίσω στην πολυθρόνα. Πώς να βγει έξω μ αυτά; Το παντελόνι ζαρωμένο, χωρίς να διακρίνεται καν η τσάκιση, και να γυαλίζει στο πίσω μέρος, χωρίς να υπολογίσει πως τον τελευταίο καιρό είχε χάσει πέντε κιλά και του κρεμόταν σα σακούλι. Το πουκάμισο δε, είχε χάσει το γαλάζιο χρώμα του, έμοιαζε λες και το είχαν ξεπλύνει εκατό φορές, οι μανσέτες είχαν φθαρεί και ο γιακάς γινόταν πλαδαρός ντροπή! Η Ληδία ποτέ δεν θα τον άφηνε μ αυτό το πουκάμισο ακόμη και για μια βόλτα στο συνοικιακό μίνι μάρκετ, κι αυτός το φορούσε σαν καθηγητής στο πανεπιστήμιο, να διδάξει το ειδικό του μάθημα. Ποτέ δεν είχε δώσει τόση σημασία στα ρούχα, αλλά πάντα φαινόταν κομψός, σχεδόν φιγουρατζής. Όχι όπως τώρα!
Παλιά δεν πρόσεχε καν αν άλλαζαν τα πουκάμισα, πότε έρχονταν τα καινούρια παντελόνια, τα παλτό, οι γραβάτες ή τα μοντέρνα παπούτσια· αρκούσε να απλώσει το χέρι στην ντουλάπα ή να πει στη Ληδία πως την άλλη μέρα είχε να εμφανιστεί κάπου σημαντικά…
Αχ, Ληδία μου, τι σκέφτηκες και μας τα χάλασες έτσι; Δεν το περίμενε ποτέ τέτοια προδοσία από εκείνη. Ήταν σχεδόν δέκα χρόνια νεότερή του, ποτέ δεν είχε αρρωστήσει σοβαρά, και ούτε αυτή τη φορά φαινόταν να υπάρχει πρόβλημα. Ένα ελαφρύ πυρετό για τρεις ημέρες και ένας κουραστικός βήχας που δεν περνούσε. Ούτε που ήθελε να πάει σε γιατρό θα έπινε μόνο τα βοτανάκια της. Μα έπρεπε να βγάλει τη νέα υγειονομική κάρτα πριν ξεκινήσει η σχολική χρονιά, κι έτσι πήγε με τις άλλες δασκάλες στο τοπικό ΙΚΑ.
Μια διαδικαστικού τύπου υπόθεση, σε μια μίζερη δημόσια κλινική. Κι όμως, από εκεί την έστειλαν κατευθείαν στο νοσοκομείο και τα πάντα ξεδιπλώθηκαν σαν εφιάλτης, μέχρι που κοντά στην Πρωτοχρονιά όλα πήραν τέλος. Ο Σέργιος Βασιλείου καταλάβαινε τα πάντα λογικά, αλλά μίσησε αυτή την πολυκλινική σα να είχε σκοτώσει εκείνη τη Ληδία, αν και εκεί στο κάτω-κάτω την ανησυχία σήκωσαν πρώτοι. Μα σ αυτόν φαινόταν, σαν να φταίνε μόνο κι αυτά φταίνε.
Με τη Ληδία γνωρίστηκαν όταν εκείνος, τότε διδακτορικός φοιτητής δεύτερου έτους, έκανε σεμινάρια διαφορικού λογισμού στους πρωτοετείς, και η μικρή Ληδία ήταν μαθήτριά του. Περίεργο λίγο, πως την πρόσεξε Του άρεσαν πάντα οι εντυπωσιακές, ζωηρές κοπέλες, κι εκείνη ήταν ένα παιδί με ροζ μάγουλα απ το κρύο, φακίδες ακόμη και το Φλεβάρη και χοντρούτσικα δάχτυλα με δαγκωμένα νύχια και λεκέδες από μελάνι. Και ήταν αυτά τα δάχτυλα που τον κατέστρεψαν.
Τόσο τον συγκίνησαν, που δεν κατάλαβε πότε δεθήκανε την συνόδευε σπίτι, πήγαινε και καθόταν με τη γιαγιά της να φτιάχνουν μαζί λαχανοντολμάδες, και μετά δεν έμενε τίποτα παρά να την παντρευτεί! Και σχεδόν σαράντα χρόνια παρέμειναν αγαπημένοι, έστω κι αν η Ληδία διπλασιάστηκε στη σιλουέτα της, έκοψε τα μαλλιά, κάπνιζε δύο πακέτα τη μέρα και έγινε υποδιευθύντρια σε ένα μαθηματικό λύκειο. Ο Σέργιος έβλεπε πάντα τα μικρά της χέρια με τα φαγωμένα νύχια, σφιγγόταν η καρδιά του και ποτέ δεν σκέφτηκε πως θα ήθελε άλλη.
Όχι πως η ζωή τους έγινε ειδυλλιακή. Σε σαράντα χρόνια είδαν κι έπαθαν τόσα Ο Σέργιος είχε τα φταίξιματά του απέναντι στη Ληδία, καμιά δεκαριά μικρές περιπέτειες και δύο σοβαρές, όπου έφυγε κι απ το σπίτι, κι εκείνη δεν υστέρησε, τρία χρόνια έβγαινε με τον διευθυντή του εργοστασίου που στήριζε το σχολείο. Αλλά είχαν δυο κόρες και αυτές ήταν οι άγκυρες που κράτησαν την οικογένεια όρθια σε όλες τις φουρτούνες.
Και πάλι, άδικο: Πρώτα ζούσαν στριμωγμένοι και ταλαιπωρημένοι, μετά ήρθαν τα παιδιά, και έτρεχαν μεταξύ μουσικής, καλλιτεχνικής και γενικής εκπαίδευσης, πατινάζ και ατέλειωτες παιδικές αρρώστιες. Τώρα πια είχαν τεράστιο σπίτι, τα κορίτσια ζούσαν χωριστά, εντελώς αυτόνομα, και έδειχναν τα εγγόνια μόνο σε σπάνιες γιορτές. Μπορούσε πια να ζει για τη χαρά του και τότε η Ληδία τα έκανε όλα αυτά Κι ούτε ένα εγχειρίδιο δεν άφησε για την καινούρια ζωή του!
Ο Σέργιος Βασιλείου τόσο απροετοίμαστος ήταν, που στην αρχή καν δεν κατάλαβε τι έγινε. Ακόμη και στο τραπέζι του μνημοσύνου, έμοιαζε σα να γιορτάζει, όχι να θρηνεί, κάτι που πολλοί παρόντες σχολίασαν, νομίζοντας πως δεν πονά και δεν αξίζει μεγάλη συμπόνια. Αλλά άδικα απλώς, η συνειδητοποίηση ήρθε αργότερα, προς την άνοιξη. Έκτοτε βούλιαξε, αδυνάτισε πολύ, και δεν άντεχε να μένει σπίτι μόνος.
Σκέψη να μείνει με τις κόρες του, ούτε λόγος: Η μία ταξιδεύει με οικολογικές οργανώσεις, πότε στη Ζάκυνθο να σώσει τις χελώνες, πότε σε βιότοπους στη Θράκη για τα πουλιά, η άλλη χώθηκε στην οικογένεια του άντρα της, βυθισμένη στο παιδί της, και στη ρουτίνα της δεν περίσσευε χώρος για τον πατέρα. Έτσι ο Σέργιος καταφεύγει στα σπίτια φίλων. Μόνο που δεν είναι ακριβώς επισκέψεις: πήγαινε νωρίς, έτρωγε λαίμαργα, κοιμόταν στην πολυθρόνα τους, έπινε σιωπηλά τσάι με κουλουράκια, παίρνοντας ψίχουλα στο πουκάμισο και στο τραπέζι τους. Καθόταν ήσυχος μέχρι που πια να ήταν αγένεια να μείνει άλλο, κι έπειτα επέστρεφε σπίτι για να ξανάρθει αύριο πάλι.
Στο σπίτι δεν έτρωγε σχεδόν τίποτα. Ενώ στα σαράντα χρόνια με τη Ληδία ήταν ο μάγειρας, τώρα δεν είχε καμία όρεξη να μαγειρέψει για τον εαυτό του μόνο. Εξωτερικά μαράζωσε απότομα, γέρασε, σα να τραβήχτηκε πίσω η ζωή. Οι φίλοι το κατάλαβαν και αποφάσισαν ότι πρέπει οπωσδήποτε να ξαναπαντρευτεί.
Κι έτσι σήμερα πάλι πρέπει να βγει με κάποια Άννα Κωνσταντίνου στο θέατρο. Μάταιος κόπος. Μόνο για τη Ληδία πηγαίνανε μαζί. Για κείνον το θέατρο ήταν ανέκαθεν ψεύτικο, βαρετό, πολλές φορές γελοίο. Η Ληδία έλαμπε μες στη σκηνή, κρατούσε τις αφίσες σα φυλακτά, του ξανάλεγε την παράσταση χαρούμενη. Πώς να της αρνηθεί;
Τώρα οι φίλοι που νομίζουν πως τον προσέχουν, του δίνουν συνέχεια προσκλήσεις για διάφορες παραστάσεις, κι αυτός σέρνεται στη βρεγμένη πατημένη νερα του χειμωνιάτικου δρόμου, παρέα με ξένες γυναίκες, υπομένοντας τρεις ώρες σε κοντό κάθισμα, με τη μέση κλειδωμένη απ τα στενά παπούτσια, να πνίγεται από ξένα αρώματα. Στο διάλειμμα να τους κερνάει χυμούς και μπαγιάτικα γλυκά κι ονειρεύεται να περάσει το σπίτι και να βυθιστεί στο μαξιλάρι που ακόμα (ίσως;) μυρίζει Ληδία. Αλλά τον ενοχλεί να απογοητεύσει τους φίλους του. Καταλαβαίνει με το μυαλό ότι δεν γίνεται να ζει μόνος, τουλάχιστον όχι αυτός, αλλά δεν βλέπει πια το νόημα του να συνεχίζεται έτσι η ζωή.
Η αποψινή Άννα Κωνσταντίνου ήταν αρκετά νέα και γοητευτική. Ο Σέργιος σκέφτηκε πως μια δεκαετία πριν θα του άρεσε να την κυνηγήσει. Ήταν δεκαπέντε χρόνια νεότερή του, μικροκαμωμένη, προσεγμένη, έξυπνη και με καλούς τρόπους. Στη σύγκριση φάνηκε στον εαυτό του διπλά γερασμένος και φθαρμένος. Εκείνη όμως φρόντιζε να τον φλερτάρει ανοιχτά και τον γέμιζε προτάσεις για τα επόμενα σαββατοκύριακα.
Η παράσταση, τουλάχιστον, ήταν μικρή και χωρίς διάλειμμα. Έπρεπε όμως μετά να της προτείνει τραπέζι έξω, αφού το φουαγιέ δεν βόλεψε. Εδώ η τύχη ήταν μαζί του· η Άννα Κωνσταντίνου διέμενε ακριβώς δίπλα στο θέατρο και επέμενε πως του πέτυχε κάτι ψητό και μια τυρόπιτα και θα ήθελε πολύ να μοιραστεί το τραπέζι μαζί του. Ήταν φανερό ότι το είχε κανονίσει από πριν, μα ο Σέργιος τόσο επιθύμησε τη ζεστασιά κουζίνας που ούτε για τα προσχήματα δεν αρνήθηκε.
Εκεί η Άννα τα κατάφερνε περίφημα. Σ ένα σπιτάκι παραμυθένιο, που μοσχοβολούσε κανέλα και βανίλια, άλλαξε σε αθλητικά ρούχα που της ταίριαζαν πολύ, δούλευε ευχάριστα στην κουζίνα, του πρόσφερε νοστιμιές χειροποίητες, συζητούσε χαλαρά, κι εκείνος συλλογίστηκε πως ίσως να ταν όμορφα να μείνει για πάντα εδώ, στη γειτονιά της ζαχαρόσκονης, μήπως και το παρελθόν πάψει να τον πνίγει και ξεκινήσει μια νέα ζωή.
Ο Σέργιος αντίθετα με τη θέλησή του, έφυγε αργά τη νύχτα. Είχαν κανονίσει για αύριο επίσκεψη στην Πινακοθήκη, έπειτα θα πήγαιναν να του αγοράσουν καινούρια ρούχα να μην ντροπιάζει τη κυρία, και το Σάββατο μαγειρεμένο μεσημερινό στο σπίτι της. Εκείνη ήθελε να τον πάει στο εξοχικό τους, αλλά η κόρη της της ζήτησε να κρατήσει τη μικρή εγγονή για λίγες ώρες, κι έτσι θα έμεναν σπίτι, αναβάλλοντας τη βόλτα στο εξοχικό για την Κυριακή.
Το Σάββατο, λοιπόν, ο Σέργιος πήγε κομμωτήριο και ανανεώθηκε, φόρεσε το καινούργιο καρό πουκάμισο και βελούδινο παντελόνι σαν αληθινός τζόβενος, αγόρασε τριαντάφυλλα και σοκολάτες για τη μικρή και πήγε στο σπίτι της Άννας.
Στην είσοδο μοσχοβολούσαν πάπιες και φρεσκοψημένα γλυκά· ο Σέργιος άρχισε να σιγοτραγουδά στον καθρέφτη του παλιού ασανσέρ και να χαμογελά. Η Άννα τον υποδέχτηκε με χαρά, τον πήγε κατευθείαν στην κουζίνα. «Πού είναι η εγγονή;» ρώτησε ο Σέργιος. «Σε λίγο, είναι ντροπαλή και δεν θέλει να βγει από το δωμάτιό της», απάντησε η Άννα. Ετοίμασε λουλούδια, άνοιξε κρασί για τους μεγάλους, χυμό για τη μικρή, έκοψε ψωμί και κάθισε στρωμένος, έτοιμος για το μεσημεριανό.
«Να σου συστήσω, Σέργιε Βασιλείου. Αυτή είναι η εγγονή μου, η Ληδία!»
Τότε είδε δυο διάφανα, μεγάλα μάτια, ροδαλά μάγουλα και κάποιες φακίδες πάνω στη μύτη. Η Ληδία τον κοιτούσε καχύποπτα, αγχωμένη έτρωγε το νύχι του αντίχειρά της. «Ας μην πεθάνω τώρα εδώ», σκέφτηκε ο Σέργιος και βγήκε άρον-άρον έξωΟ Σέργιος χαμογέλασε αμήχανα και ταυτόχρονα αισθάνθηκε κάτι να ξεσπά και να απαλύνει μέσα του, σαν βροχή μετά από ξηρασία. Αυτές οι φακίδες, αυτά τα ντροπαλά δάχτυλα να ξύνουν άτσαλα τα νύχια, το όνομά της όλα μαζί χτύπησαν σαν μικρούς, τρυφερούς κεραυνούς.
«Χαίρω πολύ, μικρή Ληδία», κατάφερε να πει, με φωνή σπασμένη αλλά ζεστή.
Το κορίτσι τον κοίταξε διστακτικά, δείχνοντας του τα γλυκά της μακάρον, εκείνος πήρε ένα, δάγκωσε σιγά-σιγά. Δίπλα του η Άννα τον παρατηρούσε χαμογελώντας και για πρώτη φορά ο Σέργιος δεν ένιωσε ξένος. Κάποιος γελούσε, κάποιος μιλούσε ησυχία σαν αγκαλιά απλώθηκε στην κουζίνα.
Συζητούσαν ως αργά το απόγευμα. Η μικρή Ληδία του έδειξε τα καινούρια της τετράδια γεμάτα μελάνι και μικρές μουτζούρες. Τον ρώτησε αν ξέρει να φτιάχνει ντολμαδάκια, εκείνος είπε ναι, και γέλασαν όταν άρχισε να της αφηγείται ιστορίες από τα φοιτητικά του χρόνια. Κάπως έτσι, κάτω από τον ατμό του φαγητού και ένα άρωμα βανίλιας, για πρώτη φορά μετά τόσο καιρό ο Σέργιος συνειδητοποίησε πως η θλίψη δεν ήταν σιωπή, αλλά γέφυρα.
Κοίταξε τα δυο γυναικεία πρόσωπα απέναντί του, την Άννα και τη μικρή Ληδία. Σκέφτηκε πως το παλιό του σπίτι μπορεί να ήταν άδειο, αλλά εδώ, πάνω σ αυτό το τραπέζι, στις μπούκλες από βανίλια στα μαλλιά και στις μικρές φακίδες, υπήρχε χώρος για καινούργια αρχή.
Ίσως δεν χρειάζεται να ξεχνάς κάποιον για να μπορείς να αγαπήσεις ξανά. Μερικές φορές, η απώλεια σε φέρνει ακριβώς εκεί που πρέπει να είσαι· ανάμεσα σε ανθρώπους που αφήνουν το φως να επιστρέψει αργά, χλιαρό, όπως μπαίνει η άνοιξη μετά από μακρύ χειμώνα.
Ο Σέργιος κοίταξε τη μικρή Ληδία, της χαμογέλασε ζεστά και σε μια ανεπαίσθητη στιγμή σιγουριάς ένιωσε την απάντηση που πάντα ζητούσε. Δεν γύριζε πίσω, ούτε ξεχνούσε απλώς, ξανάρχιζε.





