Στέλιος είχε πάει στο χωριό για να επισκεφθεί τη θεία του, τη μεγαλύτερη αδερφή της μητέρας του, για την οποία του είχε παρακαλέσει η μητέρα του πριν φύγει από τη ζωή να την προσέχει. Η θεία Αλεξάνδρα ήταν μικροκαμωμένη και πολύ ηλικιωμένη. Ο Στέλιος της είχε προτείνει πολλές φορές να έρθει να μείνει στην Αθήνα μαζί τους. Της έλεγε πως θα είχε το δικό της δωμάτιο, ότι θα μπορούσε να βγαίνει να κάνει τις βόλτες της στην αυλή και ότι υπήρχαν και άλλες γυναίκες της ηλικίας της να κάνει παρέα και να περνάει όμορφα. Εκείνη όμως, με τίποτα δεν ήθελε να αφήσει το σπίτι της.
Έτσι, κάθε τρεις μήνες ο Στέλιος έπαιρνε πέντε μέρες άδεια άνευ αποδοχών από τη δουλειά του για να πάει να τη φροντίσει. Δύο μέρες πήγαιναν στο ταξίδι, και τις άλλες τρεις βοηθούσε τη θεία στις δουλειές του σπιτιού και του κήπου. Ευτυχώς, επειδή ήταν ο ίδιος προϊστάμενος στο τμήμα του, μπορούσε να λείψει για λίγο χωρίς να υπάρχουν προβλήματα. Επιπλέον, ο φίλος του, ο Μάριος, ήταν ο διευθυντής της εταιρείας. Ωστόσο, εκείνη την άνοιξη, δεν μπόρεσε να πάει τον Μάρτιο λόγω φόρτου εργασίας και έφτασε στο χωριό στον Ταρσό μόνο στο τέλος Απριλίου.
Η θεία Αλεξάνδρα ήταν καταβεβλημένη μετά τον χειμώνα και η γειτόνισσά της, η κυρα-Μαρία, τον ενημέρωσε ότι της είχαν καλέσει δύο φορές το ασθενοφόρο.
Γιατί δεν μου το είπατε; Όποτε σας έπαιρνα τηλέφωνο, λέγατε ότι όλα είναι καλά.
Γιατί μου το ζήτησε η ίδια, να μην σε ενοχλώ στη δουλειά. Μου είπε, όταν πεθάνω, τότε να τον πάρεις.
Ο Στέλιος πέρασε απ το παντοπωλείο, πήρε ζάχαρη και αλάτι, όπως του είχε πει η θεία, και ψώνισε τρόφιμα, όσπρια, κονσέρβες, γάλα εβαπορέ. Επιστρέφοντας στο σπίτι, βρήκε στην αυλή ένα κουτάβι ελληνικού ποιμενικού, κάπου πέντε μηνών. Είχε μεγάλο κεφάλι και μακρύ ρύγχος.
Θεία Αλεξάνδρα, από πού ήρθε αυτό το κουτάβι;
Εδώ και ένα μήνα είναι μαζί μου, Στέλιο μου. Μια μέρα άνοιξα την αυλόπορτα και καθόταν εκεί, έτρεμε από το κρύο και ήταν πετσί και κόκκαλο. Εγώ το τάισα, να έχω και λίγη παρέα.
Ο Στέλιος χάιδεψε το σκυλάκι και εκείνο αμέσως ακούμπησε το κεφάλι του στα πόδια του. Από μικρός αγαπούσε τα σκυλιά κι ήθελε πάντα να έχει έναν τέτοιο φίλο, αλλά οι γονείς του δεν του το επέτρεψαν ποτέ. Τώρα πια ούτε χρόνο είχε, ούτε στο διαμέρισμα ταίριαζε σκύλος. Η γυναίκα του, η Ιωάννα, είχε φέρει κάποτε μία γάτα, η οποία χάθηκε μετά από τρία χρόνια. Παιδιά δεν είχαν η Ιωάννα δεν μπορούσε να κάνει, κι έτσι είχαν συνηθίσει να ζουν για τους δυο τους και να ταξιδεύουν συχνά.
Πώς λέγεται λοιπόν το κουτάβι;
Ρήγας. Έτσι έλεγα και τη γάτα μου παλιά.
Ο Στέλιος γέλασε.
Και είναι σωστό να έχει σκύλος όνομα γάτας;
Τι σημασία έχει; Ακούει, αυτό αρκεί.
Όσο έμεινε στο χωριό, ο Ρήγας τον ακολουθούσε παντού. Όταν έφτασε η ώρα της αναχώρησής του, ο Στέλιος την παρακάλεσε να του τηλεφωνεί αμέσως αν νιώσει άσχημα ή χρειαστεί φάρμακα. Της διαβεβαίωσε ότι δεν θέλει να το κρατάει κρυφό.
Ήδη σε κουράζω, Στέλιο, να τρέχεις πέρα-δώθε για μένα. Δεν μένει πολύ ακόμα, να το ξέρεις.
Μην τα λες αυτά, θεία Αλεξάνδρα. Ζήσε όσο θες! Δεν είσαι βάρος για μένα.
Στέλιο, θέλω να σου ζητήσω κάτι. Αν πεθάνω, μην αφήσεις τον Ρήγα. Είναι κι αυτό πλάσμα του Θεού.
Δεν θα τον αφήσω, θα δω να τον δώσω σε κάποιον.
Όχι, πάρε τον εσύ αν μπορείς. Πιστεύω πως ήρθε για σένα.
Ο σκύλος ακούμπησε ξανά με το ρύγχος του τα γόνατα του Στέλιου και τον κοίταξε στα μάτια.
Εντάξει, θεία, αν χρειαστεί θα τον πάρω μαζί μου.
Ένα μήνα μετά, η θεία Αλεξάνδρα έφυγε από τη ζωή. Ο Στέλιος τη φρόντισε μέχρι το τέλος έκανε τα εννιάμερα μαζί με τους γείτονες. Ύστερα πήγε με τον Ρήγα στο κοιμητήριο, τον αποχαιρέτησαν μαζί.
Ήρθε η ώρα της επιστροφής. Πήρε μαζί του ρύγχος και λουρί και πήγαν στον σταθμό, απ όπου θα έπαιρναν το τρένο.
Ο Στέλιος αγόρασε εισιτήρια για το βαγόνι που επιτρέπονται ζώα. Όταν μπήκαν στο κουπέ, ο Ρήγας άρχισε να γρυλίζει σ έναν άντρα που καθόταν δίπλα στο παράθυρο.
Ο άνδρας γύρισε και είπε με γουρλωμένα μάτια:
Τι άλλο θα δω! Ταξιδεύουν και με λύκους πλέον;
Τι λες, άνθρωπέ μου; Είναι σκύλος! Ο Ρήγας μου!
Ο Ρήγας σου, αλλά είναι λύκος. Κυνηγός είμαι, τέτοιους κυνηγάω.
Ο Ρήγας ξαναγρύλισε, ο τύπος σηκώθηκε.
Μάζεψε το τέρας σου πριν το καθαρίσω.
Άσε στην ησυχία σου αν θες να πας ζωντανός στον προορισμό σου. Εμείς δεν ενοχλούμε κανέναν.
Εγώ θα κάτσω στο διάδρομο, μία ώρα έχω μέχρι να κατέβω.
Έμειναν μόνοι τους οι δυο τους. Ο Στέλιος κοίταξε το σκυλί και του είπε σαν να καταλάβαινε:
Ρήγα, εσύ είσαι λύκος στα αλήθεια; Το σκυλί ακούμπησε τη μουσούδα του πάνω του και κούνησε την ουρά. Έστω κι έτσι, είσαι φοβερός φίλος.
Η καθαρίστρια του τρένου πέρασε να τους ελέγξει.
Τι έχεις εδώ, λύκο ή ποιμενικό;
Μην ακούς ότι λέει εκείνος, είναι ειδική ράτσα, ψάχνει και βρίσκει χαμένους ανθρώπους.
Έχεις χαρτιά γι αυτόν;
Ναι, αλλά τα ξέχασα δίπλα στο ταμείο όταν αγοράζαμε τα εισιτήρια. Ξέρεις κι εσύ, χωρίς χαρτιά δεν μας δίνανε εισιτήριο.
Ναι, το γνωρίζω. Πάρε τα την άλλη φορά.
Δεν του τα ζήτησε γιατί στο ταμείο δούλευε η κόρη της γειτόνισσας της θείας.
Το επόμενο πρωί έφτασαν στην Αθήνα. Ο Στέλιος πήγε αμέσως τον Ρήγα στον κτηνίατρο του τετραγώνου. Μόλις τον είδε η γιατρός, ρώτησε:
Είστε από τσίρκο;
Όχι, γιατί;
Έχετε δίπλα σας λύκο.
Ο Στέλιος αναστέναξε.
Λύκος από χωριό, όχι από τσίρκο. Έτσι μου το άφησε η θεία.
Η γιατρός εξέτασε προσεκτικά τον Ρήγα.
Είναι ημίαιμος, μάλλον απόγονος γερμανού ποιμενικού με λύκο. Συνήθως είναι ήσυχα, πιστά κι όχι επικίνδυνα. Ας τον γράψουμε στο βιβλιάριο, να του κάνω όλα τα εμβόλια για να μην έχεις προβλήματα στο μέλλον.
Η Ιωάννα δέθηκε από την πρώτη στιγμή με τον Ρήγα, τον έλουζε, τον τάιζε, τον πήγαινε βόλτα καθημερινά. Πέρασαν δέκα μήνες. Κάποια χειμωνιάτικο απόγευμα, στις διακοπές των Χριστουγέννων, η Ιωάννα βγήκε με τον Ρήγα για περπάτημα στο πάρκο, δέκα λεπτά απ το σπίτι.
Ήταν ήδη σούρουπο όταν, περπατώντας στα μονοπάτια, ο Ρήγας ξαφνικά τίναξε τ αυτιά, έφυγε τρέχοντας προς το σκοτάδι. Η Ιωάννα τον φώναξε, μα εκείνος έμεινε άφαντος για λίγα λεπτά. Όταν πια είχε πάρει να τον αναζητήσει με το κινητό, είδε τον Ρήγα να έρχεται σέρνοντας με τα δόντια του ένα μικρό δέμα.
Έτρεξε κοντά του· μέσα στο δέμα ήταν ένα νεογέννητο μωρό, ζωντανό. Η Ιωάννα, αν κι ήταν γιατρός, κάλεσε αμέσως ασθενοφόρο και την αστυνομία.
Ήρθαν γρήγορα. Η Ιωάννα δεν μπόρεσε να τα ακολουθήσει γιατί είχε τον σκύλο μαζί. Μετά, όμως, αφού τον πήγε σπίτι βιαστικά, ανέβηκε στο παιδιατρικό με τον Στέλιο. Εκεί τους είπαν πως το μωρό ήταν κοριτσάκι, υγιέστατο, περίπου ενός μηνός. Είχε πάνω της ένα γράμμα: τη λέγανε Δανάη, κι η μητέρα της παρακαλούσε να τη δώσουν σε καλούς ανθρώπους.
Η Ιωάννα ζήτησε να τη δει. Μόλις την πήρε στα χέρια της, την αγάπησε αμέσως. Κοιτάχτηκε με τον Στέλιο, που κατάλαβε αμέσως την επιθυμία της και της έγνεψε καταφατικά. Η Ιωάννα είπε στον γιατρό, «Είμαι κι εγώ γιατρός, εμείς θέλουμε να την υιοθετήσουμε, να μην τη στείλετε πουθενά.»
Δύο μήνες μετά, στο σπίτι τους ζούσε πια η μικρή Δανάη, το βρέφος που βρήκε ο Ρήγας. Όπως είχε πει κι η θεία Αλεξάνδρα, τίποτα δεν γίνεται στην τύχη όλα έχουν τον λόγο τους.





