Σπύρο, αυτές οι γάτες ζούσαν εδώ πολύ πριν γνωριστούμε. Γιατί να πρέπει να τις διώξω; ρώτησε η Ελεάννα, με ψυχρή φωνή, σαν να φύσηξε βορινός αγέρας στα σεντόνια. Αυτό που προτείνεις λέγεται προδοσία…
Η Ελεάννα ζούσε σε μια μικρή πόλη βυθισμένη στο πράσινο, κάπου ανάμεσα στις χαμένες βουκαμβίλιες και τους ήσυχους ήχους των τζιτζικιών. Το καλοκαίρι, οι δρόμοι χάνονταν κάτω από τα πλατάνια και οι ανθισμένες βεράντες σκέπαζαν το χώμα ως το φθινόπωρο, σκορπίζοντας άρωμα γιασεμί και λεβάντας. Εκεί, εύκολα ξεχνούσα τι είναι χρόνος σκεφτόμουν μονάχα πως στο τέλος μετράει μόνο η αγάπη. Ή κάτι τέτοιο, μπορεί και τίποτα.
Η μητέρα της Ελεάννας είχε χαθεί από τον χάρτη νωρίς, σαν τρύπα στη βροχή. Την μεγάλωσε η θεία Κατερίνα, μια γυναίκα ήσυχη με ελαφριά χωλότητα κι ένα αγγελικό μαντήλι στα μαλλιά. Η δική της ζωή δεν είχε προλάβει να ανθίσει: κανείς δεν την είχε αγαπήσει αληθινά. Όλη της την στοργή, λοιπόν, τη μοίρασε στην ανιψιά της. Η Ελεάννα την λάτρευε και, όπως συνηθίζουν τα παιδιά όταν βρίσκουν πέτρες στη θάλασσα, της έδωσε δικό της όνομα: «μάμα Κατερίνα».
Μάμα Κατερίνα, γύρισα! φώναζε κελαηδιστά επιστρέφοντας απ το σχολείο, αργότερα απ το ΤΕΙ.
Καλώς όρισες, παιδί μου! Τι νέα μου φέρνεις;
Η μάμα Κατερίνα της έμαθε τα γράμματα μέχρι που η Ελεάννα μπορούσε να διαβάζει ακόμα και στον ύπνο της. Τα βράδια διάβαζαν ώς αργά με αναμμένα τα πορτατίφ, πικ και πάει, πάντοτε ιστορίες με ζώα κι έντομα, με πουλιά και γατούλες. Τα βράδια αυτά έγιναν κάποια στιγμή παράδοση κάτι σαν κυριακάτικο ραβανί ή καρπουζομαχίες τον Αύγουστο.
Στα δώδεκα της, ένα σούρουπο, η Ελεάννα έφερε στο σπίτι μια κλαψιάρα γάτα.
Μάμα Κατερίνα, είναι αδύναμη μόνη της! Ποιος την αγαπάει; είπε, συγκρατώντας τα δάκρυα.
Να την κρατήσουμε, Ελεάννα μου; κι η θεία της την αγκάλιασε σφιχτά.
Κάπως έτσι, μπήκε στη ζωή τους η Μυρτώ. Λίγα καλοκαίρια μετά, η ίδια η μάμα Κατερίνα κουβάλησε άλλο ένα μικρό στο σπίτι.
Τι να σου πω, Ελεάννα, βρήκαμε κουτί με γατιά έξω απ το λογιστήριο! Τι ψυχές Ευτυχώς τ αφήσαμε στις καλές.
Έχουμε τώρα δύο γάτες; Φοβερό, μάμα!
Η Μυρτώ αγνόησε στην αρχή τη μικρή Εριέττα, μετά όμως πλησίασε και της πήρε το σβέρκο προσεκτικά. Ανεβήκανε μαζί στον καναπέ κι άρχισε να την γλείφει με αργό ρυθμό, σαν να ήταν δικό της παιδί σε όνειρο Κυριακής.
Τα χρόνια περάσαν σαν αναβράζοντα χάπια: η Ελεάννα φρόντιζε πια εκείνη το σπίτι, μαγείρευε, αγόραζε ελιές κι αγγούρια από τη λαϊκή, έβαζε πλυντήριο καθημερινά και κρατούσε τις συσκευές σωστά ρυθμισμένες. Τις ανάγκες της μάμας Κατερίνας τις θυμόταν ακόμα και στον ύπνο της.
Τότε μπήκε στη ζωή της ο Σπύρος τον γνώρισε σε μια έκθεση ζωγραφικής με μουσικές του Χατζιδάκι να σέρνονται στον αέρα. Δεν του έκρυψε τίποτα. Η μάμα Κατερίνα ανησύχησε διακριτικά: της φάνηκαν τα μάτια του λίγο παγωμένα, σαν νερό στον Όλυμπο. Το ξεπέρασε τι να λέμε τώρα; Μάλλον, σκέφτηκε, ζηλεύει λίγο.
Η Ελεάννα πήγε να ζήσει με τον Σπύρο, σε μια πολυκατοικία με φρουτολούλουδα στα περβάζια. Δύο φορές την εβδομάδα, Τρίτη και Σάββατο, πήγαινε στη μάμα Κατερίνα. Τα Σάββατα καλούσε και τον Σπύρο, εκείνος όμως έβρισκε δικαιολογίες.
Καλή μου, αυτές οι γάτες… Έχει τρίχες, μυρίζει, τι τις θέλεις;
Ο Σπύρος σήκωνε τα φρύδια κι έσφιγγε τα χείλια του. Η Ελεάννα γελούσε, σα να ταν αστείο.
Σπύρο, δεν ξέρεις τι θα πει χαρά! Οι γάτες μου χορεύουν πάνω στα παπούτσια, κάνουν κύκλους στα μαξιλάρια, παίζουν με σπάγκους και πεταλουδάκια. Και στην αγκαλιά μου βροντούν σαν μοτέρ!
Εγώ δεν τις θέλω, Ελεάννα…
Έτσι οι ερχομοί του λιγόστευαν. Κι όταν η μάμα Κατερίνα άρχισε να πέφτει, η Ελεάννα γυρνούσε σπίτι της κάθε μέρα, ξεχνώντας τις μέρες και τις ώρες, να πλύνει, να καθαρίσει, να κάνει το χλωρίνισμα που λένε οι γειτόνισσες. Άρχισε να μυρίζει το σπίτι γήρας. Το κατάλαβε· το τέλος ερχόταν όπως το τελευταίο λεωφορείο.
Η μάμα Κατερίνα έφυγε ήσυχα, ένα χάραμα στο στρώμα της. Εκείνη τη νύχτα, η Ελεάννα κάθησε πλάι της, ψιθύρισαν μυστικά, διάβασαν μαζί τις τελευταίες σελίδες. Κι όταν ξύπνησε από το τραγούδι των γλάρων, βρήκε την αγκαλιά της άδεια. Μονάχα ένα φάκελο στο πάτωμα. Διαθήκη και γράμμα μέσα.
«Γλυκιά μου Ελεάννα,
Ξέρω πόσο πονάς. Μόνο εγώ έμεινα να σε κρατώ. Να θυμάσαι την αγάπη μου στα δύσκολα και στα εύκολα. Το σπίτι είναι δικό σου, πάντα ήταν. Να έχεις πάντα μια γωνιά δική σου, ας είναι μικρή κι ακατάστατη.
Έχω μόνο ένα αίτημα πρόσεχε τις γριούλες μου. Μυρτώ κι Εριέττα, τώρα είσαι όλος ο κόσμος τους.
Να βρεις την ευτυχία σου σ αγαπώ.
Η μάμα σου, Κατερίνα»
Η Ελεάννα έκλαιγε, ξανά και ξανά στο παλιό ράφι· χάιδευε τις γάτες, τους ψιθύριζε παρηγοριές σαν προσευχές, μυρίζοντας το τρίχωμά τους.
Αποφάσισε να γυρίσει στο σπίτι της θείας. Να στρώσει και να καθαρίσει από την αρχή, να φροντίσει τις παλιές της συνήθειες και τις γάτες.
Ο Σπύρος αρνήθηκε να έρθει μαζί της.
Ας μείνουμε λίγο χώρια. Δεν μπορώ με τις γάτες σου. Και μυρίζει εδώ τα μάτια του σκούραιναν σαν θάλασσα στον χειμώνα.
Η Ελεάννα βούλιαζε στην πίκρα της, αλλά ο πόνος ήταν πια καταιγίδα.
Σιγά σιγά, βρήκε πάλι ένα ρυθμό: έπαιζε με τις γάτες, άλλαζε κουρτίνες, ανακάλυπτε παλιές μυρωδιές. Ο Σπύρος όλο και λιγότερο εμφανιζόταν, σαν σκιά απόγραφα.
Κάποιο βράδυ χτύπησε το κουδούνι.
Σπύρο; Περάστε είπε με χαμόγελο ψεύτικό.
Σ έλειψα; Μυρίζει ωραία! Τις έδιωξες; ρώτησε γελώντας.
Η Ελεάννα έκοψε την ανάσα της.
Τι εννοείς τις έδιωξα;
Αυτές Άστο πια. Να κάνουμε ανακαίνιση. Φτιάχνουμε καλό σαλόνι, σβήνουμε το παρελθόν, ξεφορτωνόμαστε τις γάτες!
Κάθισε δίπλα της, την κοίταξε βαθιά, σίγουρος ότι θα τον ακολουθήσει.
Αυτό που λες είναι προδοσία, Σπύρο.
Μα όχι, ρε Ελεάννα, λογική είναι. Πάμε τις γάτες σε καταφύγιο. Θα δώσω και ευρώ για τη φροντίδα τους, τι άλλο να κάνω;
Δεν με καταλαβαίνεις. Είναι οικογένειά μου όσο ήμουν κι εγώ της μάμας Κατερίνας.
Πρέπει να σκεφτείς το μέλλον! Θες γάμους, παιδιά Δεν έχω διάθεση για τρίχες!
Μίλαγε σαν να χε πάρει βραβείο ρεαλισμού. Εκείνη σιωπούσε, πέτρινη. Ούτε έλεγε ναι, ούτε έδειχνε χαρά. Μονάχα απόσταση, κούραση.
Δεν καταλάβαινε. Οι γάτες γι αυτόν ήταν απλώς βάρος. Για την Ελεάννα ήταν ιστορία, γέφυρα για να περνά πάνω από μοναξιά, ενθύμιο στοργής. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβε ζεστά και καθαρά πως δεν ήθελε τέτοια συντροφιά που μετράει την αγάπη.
Πώς να κάνεις παιδιά με έναν που ζητά να προδώσεις τα ίχνη που άφησες στο χιόνι;
Σπύρο, φύγε σε παρακαλώ. Θέλω να μείνω μόνη. Δεν άντεξα ούτε το θρήνο, και τώρα με βάζεις μπροστά σε τελεσίδικες απώλειες. Φύγε.
Εγώ φεύγω! Κι εσύ κοίτα το πρόσωπό σου Δεν θα περάσω ξανά από δω!
Η πόρτα έκλεισε με βρόντο. Οι γάτες πετάχτηκαν στον καναπέ, κι η Ελεάννα έσφιξε στην αγκαλιά της τα μαλακά κουβάρια.
Ένιωθε περίεργα ανακουφισμένη κι αλαφιασμένη μαζί, σαν όνειρο μέσα σε όνειρο. Βούλιαξε στο μαξιλάρι, έκλεισε τα μάτια της στις γάτες.
Μικρές μου, αγαπημένες. Δεν θα σας δώσω ποτέ, μα ποτέ! Η μάμα Κατερίνα ακούει ακόμα Μόνο εσείς μείνατε.
Λίγες μέρες μετά, στον ακάλυπτο, είδε τον Σπύρο να περιμένει κάτω απ το παράθυρό της, σαν μια υπόσχεση που ξέχασε η νύχτα.
Σταμάτησε, σήκωσε το χέρι της αρνητικά, προχώρησε.
Όχι, Σπύρο. Από εδώ και στο εξής, μένω με τις γάτες μου.
Η πόρτα έκλεισε πίσω της, βάζοντας τελεία.
Οι γάτες έζησαν όσο έπρεπε. Κάθε βήμα, κάθε ήσυχο γουργούρισμα, κάθε παιχνιδιάρα γκριμάτσα όλα ήταν μνήμες, γέφυρες προς το φως της παιδικής ηλικίας, τη ζεστή εφηβεία, προς τη μυρωδιά μιας χούφτας λουλουδιών, μιας παλιάς αγάπης που έμεινε για πάντα.
Γιατί οικογένεια δεν είναι μόνο αίμα. Είναι όσοι ακουμπούν τις ρίζες της ψυχής σου. Είναι φροντίδα και αφοσίωση, αγάπη δίχως όρια. Είναι ένα «όχι» στην προδοσία, ένα «ναι» στη συντροφικότητα.
Καθαριότητα δεν είναι απουσία σκόνης είναι ζεστασιά και αγάπη. Εκεί που γουργουρίζει ένας γούνινος πυρήνας στο σκοτάδι, εκεί είναι πάντα σπίτι.





