Ο Γιάννης γύρισε σπίτι, μπήκε στην κουζίνα, το τραπέζι ήταν στρωμένο με το βραδινό του. «Παράξενο, πού είναι η Λίλια;» αναρωτήθηκε. Πήγε στην κρεβατοκάμαρα και βρήκε τη γυναίκα του να κάθεται στο πάτωμα, να βάζει ρούχα στη βαλίτσα.

Ο Μήτσος άνοιξε την πόρτα του σπιτιού του και βρέθηκε στην κουζίνα, όπου ένα ζεστό πιάτο μακαρόνια με φέτα τον περίμενε επάνω στο τραπέζι μέσα σε ένα περίεργο λευκό φως. «Μα πού πήγε η Δάφνη;» σκέφτηκε με απορία, νιώθοντας ένα ελαφρύ τσούξιμο στο κεφάλι, λες και είχε χαθεί ο ήλιος πίσω από τα βουνά του Πηλίου. Προχώρησε σαν να τον τραβούσαν αόρατα ρεύματα προς την κρεβατοκάμαρα. Εκεί η γυναίκα του, καθισμένη στο πάτωμα, έβαζε βιαστικά ρούχα σε μια παλιά γκρι βαλίτσα εκείνη την ίδια που πάντα αγκομαχούσε, λες και θυμόταν παλιές εκδρομές.

«Πού πας έτσι ξαφνικά;» τη ρώτησε ο Μήτσος, οι λέξεις στροβιλίζονταν σαν φύλλα ελιάς στον αέρα που έμπαινε από το παράθυρο.

«Μου έδωσαν παραπεμπτικό για την Αθήνα, να κάνω εξετάσεις. Κάτι δεν πάει καλά, λένε» αποκρίθηκε η Δάφνη με φωνή που ακουγόταν σαν από το βάθος ενός πηγαδιού.

«Δηλαδή δεν πάει καλά;» ρώτησε απορημένος ο Μήτσος. «Μήπως μου λες πως έχεις αυτό το ίδιο που πήρε τη μάνα σου μακριά;»

Εκείνο το βράδυ τα πλακάκια της κουζίνας έμοιαζαν να λιώνουν σαν κερί, κι ο Μήτσος δεν έβρισκε θέση να σταθεί. Η Δάφνη, που πάντα φρόντιζε σπίτι κι οικογένεια χωρίς ποτέ να παραπονιέται, ακτινοβολούσε μια ήσυχη δύναμη, ώσπου ξαφνικά η καθημερινότητά τους κλονίστηκε, σαν να πέρασε ένας αόρατος σεισμός κάτω απ τα πόδια του. Εδώ και τριάντα χρόνια μαζί, δυο παιδιά, μια ζωή δεμένη με τις μυρωδιές του ελαιολάδου και του ουζομεζέ. Όλα αυτά σε μία στιγμή του φάνηκαν σαν φουρτούνα σε ήρεμη θάλασσα.

Ο Μήτσος πάντα πίστευε ότι το να καθαρίζεις και να μαγειρεύεις είναι γυναικεία υπόθεση. Ο ίδιος δούλευε μαζί με τη γυναίκα του και οι δύο λογιστές στο ίδιο λογιστικό γραφείο αλλά όταν γύριζε σπίτι, γκρίνιαζε για τη μέρα του και έπεφτε στον καναπέ, ανοίγοντας την τηλεόραση. Η Δάφνη ξεκινούσε να ετοιμάζει το βραδινό και το φαΐ για την επομένη, έπλενε πιάτα, σιδέρωνε ρούχα, τακτοποιούσε τα πάντα. Δεν ζητούσε βοήθεια, ούτε εκείνος σκεφτόταν ποτέ να προσφέρει. «Δεν είναι αντρική δουλειά», έλεγε η φωνή στο κεφάλι του.

Όταν η Δάφνη πήρε μία μέρα άδεια για να πάει για εξετάσεις, τον ξάφνιασε.

«Τι έχεις; Είσαι άρρωστη;» τη ρώτησε, ενώ η φωνή του ακουγόταν λες και είχε εγκλωβιστεί σε κοχύλι.

«Ελπίζω πως όχι», απάντησε αφηρημένη. «Απλώς τελευταία νιώθω αδύναμη ίσως να ναι η άνοιξη, ίσως κάτι άλλο»

«Να πάρεις βιταμίνες, να δεις! Η άνοιξη σε όλους μας φέτος στροβιλίζει το μυαλό».

Το βράδυ, όταν ο Μήτσος γύρισε σπίτι, η Δάφνη του είπε πως έπρεπε να φύγει για εξετάσεις στην Αθήνα. Ο Μήτσος κοίταζε τις σκιές που έπαιζαν στους τοίχους.

«Υπάρχουν άσχημες υποψίες για την υγεία μου. Με στέλνουν στο νοσοκομείο του Ευαγγελισμού», μουρμούρισε η Δάφνη.

Και καθώς μάζευε τα ρούχα στη βαλίτσα εκείνη που είχαν αγοράσει χρόνια πριν για να πάνε διακοπές στο Ναύπλιο ο Μήτσος θυμήθηκε μια παλιά χαμένη θάλασσα. Τότε που ετοιμαζόντουσαν να φύγουν για διακοπές κι η Δάφνη είχε αγοράσει πολύχρωμα μαγιό, ένα φόρεμα κι ένα ψάθινο καπέλο. Αλλά τελικά δεν πήγαν πουθενά. Αντί για θάλασσα, ο Μήτσος δέχτηκε να αντικαταστήσει συνάδελφο για να πάρει μπόνους, γιατί έπρεπε να κάνουν ανακαίνιση στο σπίτι στη Λαμία.

Η Δάφνη φάνηκε τότε να το δέχεται, αλλά το βράδυ έκλαιγε σιωπηλά. Του είπε, τάχα, ότι είδε κακό όνειρο. Μόνο τώρα, που η βαλίτσα ξαναγέμιζε για το νοσοκομείο κι όχι για τη θάλασσα, κατάλαβε ο Μήτσος πως είχαν χάσει πολλά.

Εκείνο το βράδυ καμία γεύση δεν κατέβαινε. Στο σκοτεινό σαλόνι, οι σκιές μεγάλωναν, σαν οι τοίχοι να είχαν αποκτήσει ζωή. Ο Μήτσος ξάπλωσε δίπλα στη γυναίκα του και στη σιγαλιά της νύχτας την άκουγε να κλαίει διακριτικά. Ήθελε να την αγκαλιάσει, αλλά κάτι τον κρατούσε ακίνητο, σαν ναρκοπέδιο ανάμεσα στο χθες και το αύριο.

Το πρωί, την πήγε ο ίδιος στην ΚΤΕΛ Λαμίας. Η Δάφνη μπήκε στο λεωφορείο σαν να οδηγούσε ποταμόπλοιο σε ονειρική λίμνη του Ολύμπου, κι εκείνος έμεινε να κοιτάζει τις εξαϋλωμένες γραμμές του οχήματος να χάνονται, ενώ τα μάτια του θόλωναν σαν ουρανός πριν την καταιγίδα.

«Δάφνη να γυρίσεις δυνατή κοντά μου», ψιθύρισε μέσα στον άνεμο, χωρίς να τον ακούσει κανείς.

Πρέπει να πήρε μηχανικά το δρόμο για το γραφείο. Εκεί, οι ώρες κύλησαν περίεργα το ρολόι έκλεινε το μάτι, ο υπολογιστής κουνούσε τις αρχειοθήκες σαν δίχτυα ψαράδων. Το βράδυ το σπίτι λες και ξεφούσκωσε, απόμεινε άδειο σαν νυχτερινός δρόμος δίπλα στη θάλασσα. Ξαναζέστανε λίγο ψαχνό κι έφαγε απρόθυμα.

Προσπάθησε να ξεχαστεί, μα το βλέμμα του κόλλησε στον παλιό οικογενειακό άλμπουμ. Οι φωτογραφίες έμοιαζαν φευγαλέες σκιές πάνω στους τοίχους. Να εδώ, τοτε στο Ναύπλιο, αρχές του καλοκαιριού, δυο παιδιά γελαστά. Η Δάφνη νέα, λεπτή, γεμάτη δροσιά. Είχαν γνωριστεί σε γιορτή του κουμπάρου του στη Θεσσαλονίκη εκείνη είχε έρθει με φίλο, αυτός με άλλη. Μόλις την είδε, ο χρόνος σταμάτησε. Έρωτας με την πρώτη ματιά; Τι ψέμα κι αυτό! Και όμως, συνέβη.

Τσακώθηκε εκείνη τη μέρα με την Κατερίνα που ήταν μαζί του, εκείνη έφυγε κλαίγοντας, μα βρήκε ευτυχία με τον Βασίλη, χρόνια μετά. Τη Δάφνη χρειάστηκε να τη διεκδικήσει, αλλά εκείνη τη γνήσια επιμονή ο χρόνος δεν την ξεχνά.

Ήταν όμορφες εποχές, κι ο Μήτσος ταξίδεψε μέσα απ τις φωτογραφίες σ εκείνο το παλιό κυκλαδικό φως. Και τώρα, όλα αυτά του φάνηκαν σαν φτερό στη θύελλα δεν θυμόταν πότε της είπε τελευταία φορά «σ αγαπώ» ή έκανε κομπλιμέντο. Ευχαριστώ ούτε συχνά της έλεγε. Όλα θεωρούσε αυτονόητα έτσι μάθαμε

Τώρα συνειδητοποιούσε ότι η Δάφνη κρατούσε όλο το βάρος στους λεπτούς της ώμους. Όταν αρρώσταινε εκείνος, του έφτιαχνε μαγειρίτσα και κοτόσουπα, τον κανάκευε, ενώ εκείνη, όταν δεν ήταν καλά, έπινε ένα χαμομήλι, κι έφευγε για δουλειά.

Τις μέρες που η Δάφνη έλειπε στην Αθήνα για εξετάσεις, ο Μήτσος βυθιζόταν σε θολή απελπισία. Κάθε μέρα μιλούσαν, μα καμία βεβαιότητα δεν ερχόταν από εκείνη. Ο χρόνος κυλούσε σαν στάλες λαδιού στο μάρμαρο.

Ένιωθε ενοχές ανόητος, βολεμένος κι εγωιστής ήταν τόσα χρόνια. Πόσα θα είχε διορθώσει αν μπορούσε να ξαναρχίσει;

Ένα βράδυ, το τηλέφωνο ήχησε σαν καμπάνα στο όνειρό του.

«Μήτσο, όλα καλά! Δεν βρήκαν κάτι βαρύ. Έχω κάποια θέματα, αλλά όχι σοβαρά», είπε η Δάφνη, η φωνή της σαν κύμα που χαϊδεύει βράχια.

«Αλήθεια; Είσαι καλά, Δάφνη μου;» φώναξε και τα μάτια του βούρκωσαν ξαφνικά.

Τρεις μέρες μετά, περίμενε την επιστροφή της στο πρασινωπό ΚΤΕΛ. Κρατούσε στην αγκαλιά του ένα μπουκέτο λευκά κρίνα τα αγαπημένα της.

«Μήτσο, τι τα ήθελες τα λουλούδια;» απόρησε η Δάφνη, μα χαμογέλασε πλατιά.

«Με νοιάζει να σε βλέπω χαρούμενη σε αγαπώ πολύ, συγχώρεσέ με»

«Γιατί λες τέτοια; Μήπως; Μήπως μου φέρθηκες άσχημα;»

«Όχι! Απλώς δεν ήμουν εκεί όσο θα έπρεπε, δεν σε φρόντιζα, δεν βοηθούσα σχεδόν καθόλου. Αλλά τώρα, υπόσχομαι, όλα θα αλλάξουν. Κι έχω κι έκπληξη!»

«Τι έκπληξη;»

«Αγόρασα εισιτήρια τον άλλο μήνα έχουμε άδεια, και θα πάμε μαζί να δεις θάλασσα στο Πήλιο!»

«Θάλασσα; Και ο κήπος;»

«Άσ τον, θα πάρουμε λαχανικά στη λαϊκή! Ίσως να πουλήσουμε και το εξοχικό, τελικά. Τι τα θέλουμε όλα αυτά, αφού ό,τι είχε αξία είσαι εσύ δίπλα μου»

«Δεν σε αναγνωρίζω, Μήτσο!»

«Ούτε εγώ! Μα έμαθα κάτι τις μέρες που έλειψες θα σε φυλάω σαν θησαυρό. Σε αγαπώ, το κατάλαβες;»

«Ίσως όλα αυτά έπρεπε να γίνουν για να ακούσω αυτές τις κουβέντες από σένα Πάμε σπίτι. Κι εγώ σ αγαπώ»

Ο ήλιος πάνω απ την Αθήνα στριφογύριζε αργά πίσω απ τις πολυκατοικίες, κι ο αέρας ξεχείλιζε από εκείνα τα πρώτα λόγια που είχαν ξεχάσει πώς να τα λένε.

Oceń artykuł
Ο Γιάννης γύρισε σπίτι, μπήκε στην κουζίνα, το τραπέζι ήταν στρωμένο με το βραδινό του. «Παράξενο, πού είναι η Λίλια;» αναρωτήθηκε. Πήγε στην κρεβατοκάμαρα και βρήκε τη γυναίκα του να κάθεται στο πάτωμα, να βάζει ρούχα στη βαλίτσα.