Κόρη μου, πώς είσαι; Πώς είναι ο γιος; Πες μου, έχεις σκεφτεί όνομα;
Όχι, δεν έχει όνομα. Ας του δώσουν οι καινούργιοι γονείς όποιο όνομα θέλουν. Θα τον αφήσω, μαμά Θα τον αφήσω. Δεν μας χρειάζεται κανείς, είμαστε μόνες μας σε ολόκληρο τον κόσμο.
Ζωή, να σου φέρω το παιδί να το ταΐσεις;
Όχι, το είπα ήδη. Θα κάνω αίτηση για παραίτηση από την ανατροφή.
Η νοσοκόμα αναστέναξε και έφυγε. Η Ζωή γύρισε στον τοίχο κι άρχισε να κλαίει. Οι άλλες μητέρες στην αίθουσα κοιτάχτηκαν αμήχανα και συνέχισαν να ταΐζουν τα μωρά τους.
Η Ζωή έφτασε στο μαιευτήριο καταμεσής της νύχτας όλα έγιναν αστραπιαία. Ένα αγοράκι, τρία κιλά πεντακόσια γραμμάρια γερό κι όμορφο. Τον κοίταξε κι έκλαψε, αλλά όχι από χαρά ακριβώς.
Καλέ, μια χαρά είναι το παιδί! Δυνατός νεαρός. Ήθελες κορίτσι μάλλον; Τίποτα, την επόμενη φορά θα έρθεις για κορίτσι.
Θα τον αφήσω… Δεν θα τον πάρω μαζί μου.
Τι λόγος είναι αυτός; Μη βιάζεσαι κορίτσι μου, είναι το παιδί σου. Δεν το λυπάσαι;
Η Καλλιόπη, η συγκάτοικός της, κάθισε με τον άντρα της στο διάδρομο. Έλεγε αστείες ιστορίες για το πώς η κορούλα τους τσιμπούσε τη μύτη της κι εκείνος γελούσε κακαριστά. Μπαίνει μια κυρία με τσάντα και ρωτάει να φωνάξουν τη Ζωή.
Η Καλλιόπη μπήκε στο δωμάτιο κι έφερε τη Ζωή.
Κοριτσάκι μου, είσαι καλά; Πώς είναι ο γιος; Διάλεξες όνομα;
Όχι, δεν έχει όνομα. Ας του δώσουν οι καινούργιοι γονείς ό,τι θέλουν. Εγώ θα τον αφήσω, μαμά Δεν μας χρειάζεται κανείς, είμαστε μόνες μας.
Η Ζωή έκρυψε το πρόσωπό της στα χέρια κι έκλαψε. Η Καλλιόπη ένοιωσε άβολα, χαιρέτισε τον άντρα της βιαστικά κι έφυγε.
Δεν είσαι μόνη, παιδί μου, εγώ είμαι εδώ. Ο Στέλιος είναι παλιάνθρωπος, τι να πω. Η γκόμενά του του έβαλε φιτιλιές ότι το παιδί δεν είναι δικό του, ότι εσύ το έκανες με άλλον κι εκείνος θύμωσε. Θα συνέλθει όμως, θα του περάσει. Σου έφερα φαγητό, φάε, να έχεις γάλα. Και τον γιο σου να τον πεις Νικόλα.
Η Ζωή επέστρεψε στο δωμάτιο και έχωσε την τσάντα στο ντουλάπι. Στο διάδρομο ακουγόταν το κλάμα των μωρών. Βγήκε διστακτικά στον διάδρομο.
Είναι το δικό μου;
Το δικό σου.
Φέρτε μου να τον ταΐσω.
Η νοσοκόμα έφερε το μωρό, που έκλαιγε με όλο του το κοκκινισμένο μουτράκι.
Μη κλαις τόσο Τώρα θα σε ταΐσει η μαμά.
Η Ζωή, αδέξια στην αρχή, προσπαθούσε να τα καταφέρει. Η Καλλιόπη ήρθε να βοηθήσει. Το μωρό ηρέμησε, όλα πήγαν ρολόι. Το πρόσωπο της Ζωής φώτισε από χαμόγελο πόσο αστείο ήταν το λούστρο της, που πάσχιζε με όλη του τη δύναμη.
Από τότε σε κάθε γεύμα της έφερναν το μωρό, τον Νικόλα. Η Ζωή ξετσούμιζε να τον χαζεύει η μυτούλα του σα κουμπάκι, τα θυμωμένα φρύδια.
Ζωή, η μαμά σου ήταν αυτή; Πολύ γλυκιά γυναίκα.
Όχι, είναι η πεθερά μου. Τη μαμά μου την έχασα μικρή. Ο πατέρας όλο έτρεχε αλλού, με μεγάλωσε η θεία μου. Μετά παντρεύτηκα κι έμεινα στο σπίτι του άντρα μου. Όλα καλά, μέχρι που έπιασε ερωμένη
Έφυγε και δεν θέλει να μας ξέρει. Έπαθα μεγάλο σοκ, κι έτσι ξεκίνησε και η γέννα μου.
Και τώρα που θα πας με το παιδί;
Η πεθερά μου λέει να μείνω μαζί της, είναι μόνη, άντρας δεν υπάρχει, ο γιος της τη δούλεψε κι έφυγε. Καλή γυναίκα, πάντα με αγαπούσε.
Τότε να πας. Θα έχεις βοήθεια και συντροφιά. Κι ο άντρας σου θα συνέλθει Θα γυρίσει.
Έτσι έκανε η Ζωή. Η Φωτεινή, η πεθερά, τη βοηθούσε σε όλα και είχε μεγάλη αδυναμία στον εγγονό της.
Όταν ο Νικόλας έγινε ενός μηνός, εμφανίστηκε ο πατέρας του. Η Ζωή έλειπε, είχε πάει σούπερ μάρκετ.
Μαμά, εγώ με τη Μαρία πάω στη Γερμανία, βρήκα δουλειά εκεί. Ήρθα να σε χαιρετήσω, κι αν σου περισσεύουν ευρώ, να μου δώσεις κατιτίς.
Περισσεύματα Άκου να σου πω, άφησες τη γυναίκα σου έγκυο, παραλίγο να αφήσει το παιδί στο μαιευτήριο Άντε, αν ζούσε ο παππούς σου, θα έτρωγες σφαλιάρα τώρα! Δεν έχω ευρώ να σου δώσω. Ο εγγονός μου με χρειάζεται πιο πολύ, εσύ πήγαινε να βγάλεις τα προς το ζην.
Ο Νικόλας άρχισε να κλαίει, και η Φωτεινή έτρεξε στο δωμάτιό του.
Ούτε μια ματιά στο γιο σου δεν θα ρίξεις; Σου μοιάζει φτυστός.
Ποιος, εγώ; Δεν είναι δικός μου, το έκανε η Ζωίτσα με άλλον.
Τραγικό λάθος κάνεις, Στέλιο Πήγαινε, ζήσε όπως θες.
Αργότερα, όταν η Φωτεινή βγήκε στη σύνταξη, πήραν τη Ζωή στη θέση της. Ο Νικόλας πήγε στον παιδικό σταθμό κι όλοι μαζί περνούσαν μιά χαρά.
Φωτεινή, πότε λέει η νύφη σου να φύγει; Πού ξανακούστηκε; Εσύ με τη νύφη και τον γιο έξω στο δρόμο.
Η Ζωή μου είναι πιο σημαντική από τον γιο μου, κι ο εγγονός μου ο αγαπημένος! Γι αυτούς ζω, Ρηνάκι μου. Κράτα τα σχόλια σου για τον εαυτό σου.
Η γειτόνισσα Ρήνα κούνησε το κεφάλι με ακατανόητη απορία. Εκείνη, ο δικός της ήταν πάντα πρώτος. Χαραμοφάης, βέβαια, αλλά τι να κάνουμε, έτσι είναι η ζωή.
Η Φωτεινή πρόσεξε πως η Ζωή άρχισε να στολίζεται, κι όλο έβγαινε τα βράδια.
Ζωή, πώς τον λένε;
Ποιον, μαμά;
Το νεαρό που τρέχεις να βρεις βραδιάτικα. Πες μου, βρε παιδί μου, με τρώει η περιέργεια!
Μεγάλη ιστορία Ήρθε για επίσκεψη στους συγγενείς, τυχαία γνωριστήκαμε.
Ξέρει για τον Νικόλα;
Φυσικά, τα ξέρει όλα.
Ε, να τον φέρεις γνωριμία, μην τον κρύβεις από μένα! Εξάλλου, αν είναι καλό παιδί, καλώς να ορίσει.
Ο Αλέξης έτσι τον έλεγαν έφερε καλάθι με σύκα και κεράσματα που έφτιαξε η θεία του. Του Νικόλα του έφερε αυτοκινητάκι και μπάλα ποδοσφαίρου.
Το βράδυ πέρασε με γέλια. Ο Αλέξης έλεγε ξεκαρδιστικές ιστορίες από τα νιάτα του, η Ζωή γελούσε τόσο που έβαλε τα κλάματα κι η Φωτεινή από δίπλα!
Μόλις έφυγε ο καλεσμένος, ρωτάει η Ζωή:
Πώς σου φάνηκε; Καλό παιδί, ε;
Σοβαρός, έξυπνος, καλός και φαίνεται να σε αγαπάει, κόρη μου. Μην χάσεις την ευκαιρία σου!
Σε ένα μήνα ο Αλέξης ήρθε να ζητήσει το χέρι της Ζωής απ τη Φωτεινή.
Μην ανησυχείτε πια. Στη Θεσσαλονίκη θα μείνουμε, εκεί έχω μεγάλο σπίτι. Αγαπιόμαστε και θέλω τον Νικόλα σαν να ναι παιδί μου. Δώστε μας την ευχή σας.
Η Φωτεινή αποχαιρέτησε τη Ζωή, τον Αλέξη και τον Νικόλα. Πήγαν στην πόλη, υποσχέθηκαν να τηλεφωνούν, να επισκέπτονται Έμεινε μόνη η Φωτεινή, και τι να κάνει τώρα χωρίς αυτούς;
Ένα χρόνο μετά, εμφανίστηκε ο Στέλιος με γιο αχτένιστος και ταλαιπωρημένος.
Παναγιά μου, βρε Στέλιο, σε ποιον μοιάζει αυτό το παιδάκι; Η Μαρία, τι κάνει, ούτε να του αλλάξει δεν ξέρει;
Άσε μαμά Η Μαρία έφυγε για κάποιον με λεφτά Τα λεφτά μας τελείωσαν, τίποτα δεν μου μεινε. Θυμήθηκα ξαφνικά πως έχω μάννα και σπίτι.
Καλά το θυμήθηκες, τόσα χρόνια ούτε ήξερες αν ζω ή πεθαίνω.
Μου είπε και για τον γιο ότι μου έλεγε ψέματα τότε, μόνο και μόνο να με χωρίσει από την οικογένειά μου, κι εγώ το πίστεψα. Πού να γνωρίσω το παιδί μου; Πού είναι, πού;
Το έχασες το τραίνο, Στέλιο μου. Η Ζωή παντρεύτηκε καλό άντρα κι είναι ευτυχισμένη. Τον Νικόλα τον έχει δηλώσει πατέρας ο Αλέξης. Παιδί δεν έχεις εσύ. Εγώ φτιάχνω βαλίτσες και φεύγω για τη Θεσσαλονίκη, η Ζωή γέννησε κοριτσάκι πάω να βοηθήσω και να δω τη μικρή εγγονή. Εσύ πρόσεχε το σπίτι, εντάξει;
Η Φωτεινή ταξίδευε με το τρένο και σκεφτόταν πόσο περίεργη είναι τελικά η ζωή. Το πιο μεγάλο δώρο είναι να υπάρχεις για κάποιον, να μπορέσεις να τον στηρίξεις όπως στήριξε εκείνη τη Ζωή. Γιατί αν τότε δεν είχε σταθεί δίπλα τους, ποιος ξέρει πού θα είχαν καταλήξει όλοι τουςΤο τρένο κύλησε αργά, σαν να ήθελε να της αφήσει χρόνο να σκεφτεί κάθε στάση της διαδρομής. Η Φωτεινή έβγαλε το παλιό της μαντήλι, σκούπισε λίγο τα μάτια όχι λύπης, μα ανακούφισης. Αναρωτήθηκε πώς φτάνουμε στα πιο όμορφα πράγματα στη ζωή όταν νόμιζες πως όλα είχαν τελειώσει, όταν ήσουν σίγουρος πως ήσουν πια περιττός.
Στο σταθμό της Θεσσαλονίκης, ο Νικόλας την περίμενε κρατώντας ένα χαρτί ζωγραφισμένο με χοντρές μωβ κυκλίτσες. Πίσω, η Ζωή με το μωρό και τον Αλέξη της χαμογελούσαν. Η καινούργια εγγονή άνοιξε τα μάτια της μισοκοιμισμένη και, λες και αυτήν τη στιγμή διάλεξε η ίδια, χαμογέλασε κάπως αδέξια.
Η Φωτεινή κράτησε αγκαλιά και τα δυο της εγγόνια και ένιωσε πως το τρένο της ζωής, αν και παλιό και κουρασμένο, σταμάτησε ακριβώς όπου έπρεπε. Μέσα στην αγκαλιά της χώραγε όλη η οικογένειά της όχι όπως την είχε ονειρευτεί, αλλά όπως την είχε φτιάξει το ίδιο άγνωστο χέρι που της δοκίμασε την καρδιά τόσες φορές.
Και κάπου ανάμεσα στο γέλιο του Νικόλα και στο μικρό ζεστό χεράκι της εγγονής, η Φωτεινή κατάλαβε πως η αγάπη, όσα τραίνα κι αν φύγουν, πάντα βρίσκει τον τρόπο να φτάσει εγκαίρως.




