Ξένα Τείχη

Ξένοι τοίχοι

Ξέρεις τι σκέφτομαι; είπα στον Λεωνίδα, καθώς σκούπιζα το ίδιο πιάτο για πέμπτη φορά στη σειρά. Πως τελικά δεν έχουμε μείνει ούτε με κουταλάκι του γλυκού δικό μας. Όλα έχουν μαζευτεί στο δωμάτιο τους. Και τώρα, στο ίδιο μας το σπίτι, κάθε βράδυ ξαπλώνω και σκέφτομαι μήπως κάνουμε φασαρία βλέποντας τηλεόραση στο σαλόνι μας. Μήπως τους ενοχλούμε.

Ο Λεωνίδας απλά καθόταν και κοιτούσε έξω απ το παράθυρο, τα σκοτεινά πεζοδρόμια της γειτονιάς. Ύστερα άφησε έναν αναστεναγμό, τόσο βαρύ που τον άκουσες μέχρι το υπόγειο της πολυκατοικίας.

Επισκέπτες, είπε ήσυχα, χωρίς να γυρίσει. Εμείς, οι ιδιοκτήτες, καταντήσαμε φιλοξενούμενοι. Στην ίδια μας την κουζίνα.

Και εκείνη τη στιγμή, λες και μας έκανε πλάκα το σύμπαν, ακούστηκε από το δωμάτιο της ανιψιάς ένα πνιχτό γέλιο και η μπάσα φωνή του αγοριού της. Έβλεπαν ταινία. Στο δικό μας πρώην σαλόνι.

Έτσι, στεκόμασταν. Εγώ με το πιάτο στο χέρι, ο Λεωνίδας στο παράθυρο, και το μόνο που σκεφτόμουν ήταν: Μα πώς φτάσαμε ως εδώ; Τι αστεία ειρωνεία, να τρέμεις να τραβήξεις το καζανάκι στο μπάνιο ΜΑΣ για να μην ενοχλήσεις τους κατοικούντες στο σπίτι ΜΑΣ.

Και το χειρότερο; Όλα ξεκίνησαν τόσο αθώα. Με την καλή καρδιά της κλασικής ελληνικής οικογένειας. Γεια σου, εξυπηρέτηση με το σταυρό στο χέρι.

Το τηλέφωνο χτύπησε κατακαλόκαιρο, πριν ενάμιση χρόνο. Έβραζα (κυριολεκτικά και μεταφορικά), κολλημένη μπροστά στις κατσαρόλες έκοβα τουρσί αγγουράκια, μέσα στη ζέστη της αθηναϊκής κουζίνας. Σηκώνω με το μπράτσο, άλλη επιλογή δεν είχα, γιατί τα χέρια μου μύριζαν ξύδι.

Έλενα μου, καλημέρα, η φωνή της αδερφής μου, της Δήμητρας, ήταν υπουλότερη κι από δικαστικό κλητήρα. Αμέσως ανατρίχιασα. Η Δήμητρα δεν κουβαλάει ποτέ τα νέα της χωρίς να θέλει βοήθεια. Αθήνα εκείνη, Πειραιάς εμείς, μιλάμε μία φορά τον μήνα για τα πανηγύρια.

Θυμάσαι τη Θεανώ, τη μεγάλη μου; ρωτάει αυθόρμητα.

Αλίμονο, πώς να μην τη θυμάμαι, λέω. Τι έγινε πάλι;

Όλα καλά, έκανε πως με καθησυχάζει (εγώ πάλι, άρχισα να ψάχνω το αλλά). Πέρασε Πανεπιστήμιο, εκεί στην Πάτρα, σου τα είχα πει. Στο Δημόσιο. Είναι άριστη. Μόνο, ξέρεις, το φοιτητικό σπίτι δεν της το δίνουν αμέσως. Μπορεί να το πάρει από το δεύτερο εξάμηνο ή και μετά. Και λέω, βρε Έλενα μήπως μπορείς να τη δηλώσεις προσωρινά στο σπίτι σας; Για μια απλή βεβαίωση. Τα υπόλοιπα θα τα βρει, μην ανησυχείς. Μόνο μια χαρτουρολογία, να έχει τη διεύθυνσή σου για τη γραμματεία.

Εκεί άρχισαν τα διλήμματα τύπου ελληνικής οικογένειας. Από τη μια, είναι ανιψιά μου, καλό κορίτσι, μηδενική πιθανότητα να μου ανοίξει νυχτερινό μαγαζί στο σαλόνι. Από την άλλη, ξέρω τι γίνεται με τις δηλώσεις κατοικίας στην Ελλάδα. Ο Λεωνίδας έλεγε: Ποτέ και κανένα. Ούτε ανιψιό, ούτε εξάδελφο, ούτε τον Αντιπρόεδρο της Δημοκρατίας.

Δήμητρα μου, είσαι σίγουρη ότι θα μείνει κάπου αλλού; ρώτησα σφιγμένη. Μη μας μείνει μπάστακας, θα χουμε γκρίνια με τον Λεωνίδα.

Έλα τώρα, δήλωσε με γέλια. Δεκαοχτώ χρονών κοπέλα, δεν αντέχει χωρίς την παρέα της. Με τις φίλες της ψάχνουν διαμέρισμα. Είναι θέμα εγγράφου, το ξέρεις κι εσύ πώς είναι τα Πανεπιστήμια. Απλή γραφειοκρατία.

Έμεινα να το σκέφτομαι όλο το βράδυ. Διπλή κόντρα στην ψυχή μου: δε θες να χαλάσεις χατίρι στην αδερφή, δε θες όμως και να σου μείνει κανένας κολλημένος γιαγιά ή φοιτητής για τα επόμενα εικοσιπέντε χρόνια (ναι, έχουμε τέτοια παραδείγματα στην πολυκατοικία).

Την άλλη μέρα το κουβεντιάζω στον Λεωνίδα. Σουφρώνει τα χείλη.

Μη διανοηθείς, Έλενα. Είπαμε, όχι κατοικίες σε άλλους. Στο τέλος θα μένουμε στο μπαλκόνι.

Είναι ανιψιά μας, βρε Λέων προσπάθησα να του εξηγήσω. Και προσωρινά.

Ναι, καλάαα, γρύλισε. Την αρχή κάνεις σήμερα, αύριο του χρόνου φέρνει και τον γάτο της.

Αλλά εγώ, ελληνικό φιλότιμο, λύγισα. Πήρα τηλέφωνο την Δήμητρα και δώσαμε προθεσμία στη μοίρα να διασκεδάσει εις βάρος μας.

Η Θεανώ πέρασε τον Σεπτέμβρη. Ψηλόλιγνη, με μακρύ καστανό μαλλί πλεγμένο σε πλεξίδα, χαμόγελο από διαφήμιση γιαουρτιού, τεράστιο σακίδιο. Μας έφερε μελό, κουλουράκια και τσάι από την Κόρινθο. Η Αθήνα έκρυβε και καλωσόρισμα για ανύπαρκτα πεθερικά.

Καθίσαμε, τα είπαμε, ήπιε το τσάι της, μίλησε για τα όνειρα της στη δημοσιογραφία, έδειχνε ενθουσιασμένη και καθόλου τύπος που θα σου φέρει ολόκληρο κάμπινγκ μέσα στο σαλόνι. Μου έδειξε φωτογραφίες από το διαμέρισμα που μοιράζονταν με συμφοιτήτριες στον Άγιο Δημήτριο τρία κρεβάτια και ο Θεός βοηθός.

Να σας απασχολήσω όσο λιγότερο γίνεται, θεία Έλενα, ορκίστηκε. Μπορεί να έρχομαι καμιά φορά να πάρω κάνα βιβλίο.

Και ο Λεωνίδας, που μπήκε σπίτι κουρασμένος, έφαγε το ρόλο δύστροπος, αλλά σοφός θείος. Η Θεανώ ευγενική, διακριτική τίποτα από την εξαντλητική Ελλάδα δεν προμήνυε.

Οδηγηθήκαμε ως το ΚΕΠ, έβαλα την υπογραφή μου με το γνωστό αίσθημα ότι χάνουμε το σπίτι κι ας μην το δείχνω. Η Θεανώ πήρε τη σφραγίδα, μας έστειλε δέκα φορές ευχαριστώ και θεωρήσαμε το θέμα λήξαν. Αμ δε!

Τον πρώτο καιρό, κανένα πρόβλημα. Κανένα τηλέφωνο, μόνο μέιλ για χαρούμενες ενημερώσεις και μερικές ευχές σε γιορτές. Άρχισα να ηρεμώ. Όλα καλά.

Μέχρι τον Νοέμβρη. Η Θεανώ με πήρε να ζητήσει άδεια να μείνει λίγες μέρες, γιατί οι συγκάτοικοι έφεραν μισή παρέα με κιθάρες εκείνη να διαβάσει και άλλοι να κάνουν το Μπουζούκι-Comedy Club. Φυσικά, με το φιλότιμο αναμμένο, της είπα να έρθει. Ήρθε, ζήτησε συγγνώμη, μέχρι να τελειώσω την εξεταστική.

Θα φύγει, σκέφτηκα αφελώς. Αμ, μόλις τελείωσε η εξεταστική, έπιασε δουλειά part-time σε δωδέκατη εφημερίδα του Περιστερίου, και κάπου εκεί άρχισαν τα όργανα. Δεν βρίσκω άλλο σπίτι, οι συμμαθητές μου ακριβοί, πληρώνω τη ΔΕΗ μου! μου είπε με αυτά τα διαπεραστικά, ελληνικά καστανά μάτια, όπου ο μισός θείος πληθυσμός θα λύγιζε. Λεωνίδας, εξοργισμένος (Έτσι κάνουν όλοι στην Ελλάδα!), εγώ να νιώθω η κακιά της υπόθεσης αν τολμήσω να τα πω κατά πρόσωπο.

Η Θεανώ βολεύτηκε πλήρως προς τον Φλεβάρη. Μισή ντουλάπα στη θέση της, τρόφιμα με ταμπελάκια στο ψυγείο (θεία Έλενα μην ακουμπήσεις αυτή την κρέμα, κάνω δίαιτα). Καφετιέρα ροζ με γκλίτερ, εκτόπισε τη δική μας γιατί δεν βράζει σωστά, και „ο φραπές θέλει φροντίδα”. Τα κουταλάκια όλα μετρημένα.

Στον Λεωνίδα μιλούσαμε μόνο στο καλημέρα-καληνύχτα, και σήμερα θα αργήσω στη δουλειά γιατί δεν θέλω να συναντήσω τη Θεανώ. Εκείνη πρότυπο διακριτικής ενοικιάστριας, αλλά η αίσθηση πως κάθεσαι ξένος στο σπίτι σου, ήταν σφηνωμένη στο ράφι με τα καρυκεύματα.

Κάποια βράδια, καθώς έκοβα σαλάτα, η Θεανώ εμφανιζόταν να βάλει νερό στο καινούριο της μπρίκι, πάντα με το ένα μάτι στο Instagram. Εγώ, καθώς το παρατηρώ, σκέφτομαι: Να, τη βλέπεις, αισθάνεται σαν στο σπίτι της και το σπίτι μου στα αλήθεια, δικό της το έχει κάνει.

Ρε Θεανώ, τη ρωτάω μια φορά, βρήκες καμιά άλλη λύση με το σπίτι; Μπας και τα βρήκατε με τις συγκάτοικους;

Σηκώνει το βλέμμα, κάνει το μόνιμο χαμογελάκι με ενοχές.

Με εκείνες ούτε κουβέντα κάνω πια. Ψάχνω κάτι, αλλά τι να βρω; Ή ακριβό ή χάλια. Κι εδώ είστε βολικοί, δίπλα ο Ηλεκτρικός, και εσείς καλοί άνθρωποι.

Η παρουσία της στο σαλόνι βάρυνε τόσο που γίναμε νομάδες κουζίνας. Τηλεόραση στα μουγκά, ψιθυριστές συζητήσεις στους διαδρόμους, μη μας ακούσει το ρετιρέ guest.

Λεωνίδας ένα βράδυ στο κρεβάτι:

Έλενα, η υπομονή τελείωσε. Σε δύο μήνες λήγει η προσωρινή δήλωση κατοικίας. Μη τη συνεχίσεις, σε παρακαλώ.

Εντάξει, υποσχέθηκα. Μα ήξερα πως θα τα μασήσουμε.

Η Θεανώ κατέθεσε παράπονο τον Ιούνιο. Έληξε η δήλωση, αν δεν την ανανεώσω κινδυνεύω, θα με διώξουν απ το Πανεπιστήμιο! Πιέσεις απ τη Δήμητρα στο τηλέφωνο: Βοήθα λίγο ακόμη, Έλενα μου, είναι καλό παιδί

Φυσικά, υπέκυψα και ξαναυπέγραψα μόνη μου, αφού ο Λεωνίδας δήλωσε Κάν το μόνη σου, εγώ τέλος. Ένα χρόνο ακόμα ας πάρει πτυχίο, μετά τέλος, σκέφτηκα με το γνωστό ελληνικό δεν μπορώ να πω όχι.

Η Θεανώ έφυγε διακοπές Αύγουστο να ανασάνει λίγο, και το θυμηθήκαμε πραγματικά τι σημαίνει σπίτι τηλεόραση στη διαπασών, μπυρίτσα στο μπαλκόνι, πειράγματα στον καναπέ. Μα ο Σεπτέμβρης έφερε Θεανώ σαν τον χειρότερο δάκο, με διπλή βαλίτσα, περισσότερα βιβλία, φέτος εντατικά για να πάρω το πτυχίο με άριστα.

Όταν ξανά έφερε τον Αλέξη το αγόρι, συμφοιτητή, μην αγχώνεστε στο σαλόνι χωρίς να ρωτήσει, ο Λεωνίδας έτοιμος να φωνάξει τη ΔΙΑΣ.

Δύο-τρεις φορές την εβδομάδα ο νέος φίλος, τα ράλι του Φάληρου στο σαλόνι μας, κι εμείς εξόριστοι στην κουζίνα μάλλον η διαφήμιση για delivery έχει εμπνευστεί από τέτοιες καταστάσεις.

Η κουβέντα πια είχε αγριέψει: Εγώ πληρώνω τα κοινόχρηστα, φέρνω τα πράγματά μου, καθαρίζω έλεγε η Θεανώ. Ναι, αλλά είναι δικό μας σπίτι. Δεν είναι καφενείο! απαντούσα. Εκείνη, με θράσος αλλά μάλλον δικαιολογημένη για την ηλικία της, έλεγε: Μα εδώ μένω νόμιμα, δηλωμένη στην εφορία, έχω δικαιώματα. Αν δεν σας αρέσει: φωνάξτε την αστυνομία!

Τα νεύρα μας έκαναν δαντέλα. Στον επόμενο τσακωμό ο Λεωνίδας, που δεν είχε μαλώσει ούτε με τον ταξιτζή του γάμου μας, τράβηξε χρήση δικηγόρου και έμαθε τη γνωστή ελληνική αλήθεια: θέλεις να διώξεις κάποιον που νόμιμα έχει δικαίωμα διαμονής; Καλή τύχη. Η γραφειοκρατία κρατάει τουλάχιστον μέχρι το επόμενο Πάσχα.

Οι συγγενείς κόβανε βόλτες με τηλέφωνα, στεναγμούς και συμβουλές του στιλ κάνε λίγο υπομονή, είδες καλή σου έκανε. Μα όσο περνούσε ο καιρός, τόσο πιο πολύ νιώθαμε φυσικοί ιδιοκτήτες υπό αναστολή.

Μέχρι που η μεγάλη βόμβα έσκασε: Η Θεανώ ανακοίνωσε πως ο Αλέξης θα έρθει να μείνει μαζί μου προσωρινά, θα πληρώνει και μέρος των εξόδων. Σκέφτεται και για γάμο. Η ελληνική τραγωδία έφτασε στο αποκορύφωμα, με τη Λυρική να διακόπτει τη μετάδοση για να δει τι γίνεται στο σαλόνι μας.

Με απειλές εγώ εδώ είμαι δηλωμένη, ο Αλέξης θα εγγραφεί ως μέλος της οικογένειας και τη Δήμητρα να σταματάει να μας μιλάει, αρχίσαμε τα δικαστήρια και τα στερεότυπα: πάλι το σπίτι χαλάει οικογένειες.

Το αποτέλεσμα; Μήνες με αστυνομικά πρωτόκολλα, προσφυγές, αμηχανίες, νεύρα, κουβαδάκια στις κοινόχρηστες βεράντες και κούτος χαιρετισμός μεταξύ μας. Πιο ξένος κι απ τον Γάλλο τουρίστα στον Παρθενώνα.

Σήμερα έχουμε μείνει κουρασμένοι σ ένα διαμέρισμα που ΔΕΝ μοιάζει πια σπίτι. Η Θεανώ και ο Αλέξης αράζουν στο σαλόνι με καινούρια τηλεόραση, τα δικά μας πράγματα πεταμένα στην άκρη, τα βήματα τους το βράδυ αναμεταδίδονται δυναμικά ως το υπνοδωμάτιο μας.

Έλενα, είπε ο Λεωνίδας ένα βράδυ μήπως να τα πουλήσουμε όλα και να πάμε σε ένα μικρό δυαράκι; Να ηρεμήσουμε, να έχουμε το κεφαλάκι μας ήσυχο;

Δηλαδή να τα παρατήσουμε; ρωτάω σε ψιθυριστό τόνο.

Μα δεν είναι πια δικό μας, απάντησε μισογελώντας ειρωνικά. Εδώ μόνο οι τοίχοι μας θυμούνται. Όλα τα άλλα πήγαν στους νέους.

Η ειρωνεία; Ξεκινήσαμε για μια απλή γραφειοκρατική εξυπηρέτηση. Για να βοηθήσουμε, γιατί είμαστε οικογένεια, βρε αδελφέ. Και τώρα, η πίστη ότι η καλοσύνη ανταμείβεται, έχει μείνει στα εισαγγελικά συρτάρια. Να το καλό παιδί να και τα γαμπριάτικα. Η Μεγάλη Ελληνική Ιστορία του Τίποτα (Με το κεφάλι ψηλά και το σπίτι γεμάτο ξένους).

Τα βράδια μένουμε στην κουζίνα, πίνουμε φθηνό τσάι ελληνικού βουνού και ακούμε το γέλιο της Θεανώς και του Αλέξη, να αντηχεί στο άλλοτε δικό μας σαλόνι. Και μέσα στη σιωπή, αντιλαμβανόμαστε πως οι μοναδικοί πραγματικοί ξένοι είμαστε εμείς.

Πες μου εσύ τώρα, να βοηθάς ή να μη βοηθάς; Να συνδεθείς με το δίκτυο;
Σκέψου το καλά γιατί ο δρόμος για τα δικαστήρια είναι στρωμένος με καλές προθέσεις. Και με κουταλάκια του γλυκού που χάθηκαν για πάντα.

Oceń artykuł
Ξένα Τείχη