Είμαι μαζί σου

Άκου να δεις, φίλη μου… Χθες είχα αυτό το τηλεφώνημα που με ζάλισε τελείως. Η μαμά μου, η Αλεξάνδρα, είχε φρικάρει εντελώς με την Ειρήνη, τη μικρή μας. Καθόταν και φώναζε στο τηλέφωνο:
Νίκο, δεν ξέρω τι να κάνω! Η Ειρήνη δεν ακούει κανέναν! Έχει κολλήσει ότι θα κρατήσει το παιδί! Ποιο παιδί, βρε Νίκο μου; Μόνο δεκαεννιά είναι! Θα παρατήσει τη σχολή και μετά; Θα βγει να δουλέψει σερβιτόρα; Πρέπει να κάνουμε κάτι! Εσύ πρέπει να με βοηθήσεις!

Και πώς θες να σε βοηθήσω, μαμά;
Η φωνή μου ήταν τόσο ψυχρή που η μαμά λίγο έλειψε να της πέσει το κινητό από τα χέρια. Δεν με είχε συνηθίσει έτσι πάντα ο καλός γιος, ο γλυκός της. Και τώρα, να αντιδρώ τόσο κοφτά… Τι στραβό έκανε άραγε; Φταίει αυτή ή η Ειρήνη, που ερωτεύτηκε και βιάστηκε να μεγαλώσει; Την καλομάθαμε, αυτή είναι η αλήθεια… Της τα δίναμε όλα, και τώρα μας βγήκε αλλιώς!

Ο αδερφός μου, ο Νίκος δηλαδή εγώ ήταν πάντα ο „καλός φοιτητής”, ο ήσυχος, που προχώρησε γρήγορα στη ζωή του, ζούσα πλέον μόνος μου σε ένα δυαράκι στα Πατήσια. Η μαμά ήλπιζε να φέρω νύφη και να την κάνω γιαγιά όσο γίνεται πιο γρήγορα, αλλά εγώ με την δουλειά στο λογιστικό και τα δικά μου χόμπι, δεν είχα βιασύνη. Εκείνη όμως ήθελε και άλλα εγγόνια. Αλλά τώρα, με την Ειρήνη… Ούσα αθλητική, πάντα δραστήρια, μετά τους αγώνες και τις γυμναστικές, δεν καθόταν σπίτι ποτέ. Μέχρι που ήρθε ο Ανδρέας στη ζωή της, κι εκεί άρχισαν τα ζόρια με τη μαμά μου.

Πού τον βρήκε αυτόν τον άχρωμο, τέλος πάντων; με ρωτούσε η μάνα μας σε κάθε ευκαιρία, λες και περίμενε εγώ να βρω την απάντηση.
Φυσικά, ποτέ δεν κατάλαβε τι σόι παιδί ήταν ο Ανδρέας. Διακριτικός, αθόρυβος, όχι το λαμπερό γαμπρό που φανταζόταν η μαμά. Η Ειρήνη όμως τον αγάπησε. Αυτό είχε σημασία.

Με πήρε χθες να με ρωτήσει γιατί της μιλούσα έτσι:

Νίκο, γιατί μου μιλάς επιθετικά;
Πού είναι η Ειρήνη τώρα, μαμά;

Μπήκα στο αυτοκίνητο και πήγα να τη βρω. Σκεφτόμουν όσα είχα περάσει κι εγώ με την πρώην μου, τη Σοφία, όταν είχε έρθει μια στιγμή κι είχε πει:
Είμαι έγκυος, αλλά δεν το κρατάω, είμαι μικρή, δε θέλω ευθύνες, εσύ φταις, τα κανονίζεις.

Τσακωθήκαμε τόσο άγρια τότε, πρώτη φορά φώναξα ποτέ σε άνθρωπο. Πίστευα όμως στη ζωή, ήθελα το παιδί, πίστευα στην οικογένεια. Δεν το ήθελε όμως η ίδια. Ήθελε να συνεχίσει να ζει σαν φοιτήτρια, σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Τελικά, χώρισα μαζί της. Την ιστορία αυτή σχεδόν κανείς δεν την έμαθε εκτός από την Ειρήνη. Εκείνη το κατάλαβε, και μια βραδιά που έσκασα στο σπίτι, έκατσε δίπλα μου δεκαέξι χρονών κορίτσι και χωρίς πολλά-πολλά, με έβγαλε απ το σκοτάδι μου με εκείνα τα αθώα λόγια της. Αλήθεια, τι κούκλα ήταν μικρή! Ξανθιά, με γαλανά μάτια, σαν κούκλα της Παταπούκας τόσο διαφορετική από όλους μας.

Εγώ έγινα „ο ψυχολόγος του σπιτιού” από τότε, χωρίς να το καταλάβω. Οι κουβέντες μας τα βράδια μας έβγαλαν και τους δύο από αδιέξοδα.

Η Ειρήνη είχε όνειρα για καριέρα στη ρυθμική. Την κυνηγούσε η μαμά μου από προπόνηση σε αγώνα. Μέχρι που ήρθε το ατύχημα. Γύριζε σπίτι μια βραδιά, έπεσε στις σκάλες προσπαθώντας να ξεφύγει από δυο αλήτες με έναν σκύλο που της γαύγιζε, έσπασε το πόδι τόσο άσχημα που τελείωσε η γυμναστική καριέρα της τότε.

Όταν ξύπνησε στο νοσοκομείο, η Αλεξάνδρα ήταν ξηλωμένη από το κλάμα, αλλά ποτέ δεν την αγκάλιασε όπως θα ήθελε η Ειρήνη. Το μόνο που ήθελε το κορίτσι ήταν λίγη τρυφερότητα να της πει „Θα πάνε όλα καλά”, αλλά αυτά τα είπε τελικά εγώ.

Μη σε νοιάζει μικρή, εγώ θα σε κουβαλάω μέχρι να είσαι πάλι καλά, και θα φάμε τούρτα μέχρι να μην αντέχουμε!

Εκείνο το διάστημα, η Ειρήνη ανακάλυψε τι σημαίνει να βοηθάς μπήκε εθελόντρια σε μια ομάδα Έρευνας & Διάσωσης, δίπλα στη Λένα, το κορίτσι που κινούνταν με πατερίτσες και ήταν ψυχή της ομάδας. Η Λένα την έκανε να εκτιμήσει τις δυσκολίες των άλλων και εκεί γνώρισε και τον Ανδρέα.

Ο Ανδρέας δεν ήταν γόης. Ήταν φωτεινός όμως, ήσυχος, αλλά έμπαινε πάντα μπροστά όταν οι περιστάσεις το απαιτούσαν. Αυτό δεν το έβλεπε η μητέρα μου εύκολα.

Είχε κι εκείνος δύσκολα παιδικά χρόνια. Ο πατέρας του ανύπαρκτος, η μητέρα του με σχέση στη σειρά… Μόνο ο τρίτος σύντροφος, ο Παναγιώτης, ήταν για εκείνον ουσιαστικός πατέρας. Όταν χάθηκε ξαφνικά από διαβητικό σοκ μέσα στη μέση του δρόμου, χωρίς να το καταλάβει κανείς… ο Ανδρέας έχασε το στήριγμά του. Έτσι έγινε εθελοντής στη μνήμη του Παναγιώτη.

Όταν γνωρίστηκε με την Ειρήνη, ήταν δύο άνθρωποι που κουβαλούσαν πολλά μέσα τους αλλά και πολλή αγάπη για τους τριγύρω.

Όταν η Ειρήνη ήρθε και μου είπε ότι είναι έγκυος, ξαφνιάστηκα. Δεν είχε πει τίποτα στη μαμά, με παρακάλεσε μόνο „μην πεις στην Αλεξάνδρα ακόμα”. Πριν καν πουν τίποτα στους δικούς μας, έτυχε να „φύγει” ξαφνικά ο Ανδρέας ένα βράδυ πετάχτηκε από το πεζοδρόμιο για να περάσει δρόμο, τουλάχιστον έτσι έγινε, και το αμάξι δεν τον είδε ποτέ…

Η Ειρήνη έμεινε παγωμένη απ το σοκ, βουβή. Δε μιλούσε, δε μπορούσε να κλάψει. „Τα δάκρυα δε βγαίνουν, Νίκο… μόνο μουγκρίζω στο μαξιλάρι”. Δεν ήξερε πώς να πει στη μητέρα μας για το παιδί. Φοβόταν. Ξεροκατάπινα όταν με ρώταγε, „Να της το πω;”.

Ένα απόγευμα πήγα στη Λένα, τη φίλη της, στο Παγκράτι.
Πού είναι η Ειρήνη;
Στο δωμάτιό μου, πήγαινε, σε περίμενε.

Ήταν σκοτάδι, δεν άναψα το φως „Νίκο…”.
Εδώ είμαι, μικρή.
Να μείνεις κοντά μου…

Κάθισα δίπλα της, την αγκάλιασα, και της είπα:
Μη φοβάσαι, ό,τι κι αν γίνει, είμαι εδώ. Θα τα καταφέρουμε. Το αξίζεις, το αξίζει κι ο μικρός ή η μικρή που έρχεται. Ό,τι και να γίνει, θα προχωρήσεις μπροστά. Δεν είσαι μόνη.

Για πρώτη φορά από τότε που σκοτώθηκε ο Ανδρέας, η Ειρήνη έκλαψε.
Εσύ έπρεπε να γίνεις ψυχολόγος, ρε Νίκο… δεν το ξέρεις, μου κάνεις τόσο καλό…

Την πήγα στο δικό μου, της είπα ξεκάθαρα στους γονείς: „Από τώρα και πέρα η Ειρήνη μένει με μένα. Αν θέλετε να μη μας χάσετε και τους δύο, αφήστε την να κάνει τις επιλογές της”.

Ήταν όλα δύσκολα. Η εγκυμοσύνη με φοβερή δυσκολία, η μαμά ανένδοτη, αλλά σιγά σιγά ο μπαμπάς, ο Θανάσης, έστελνε βοήθεια και στήριζε. Ήρθε και η μέρα που γεννήθηκε η μικρή η Βίκυ μας. Τόσο δυνατή η κραυγή της που η μαία φώναξε γελώντας στο „Έλενα” (ήξερε τι θα πει αυτό!), „Πω πω φωνή! Η μάνα μια νεράιδα, το κορίτσι βροντόφωνο!”. Η Ειρήνη γελούσε με το δάκρυ στα μάτια, „Σε ποιον να πήρε άραγε;”.

Η Βίκυ έμοιαζε στον Ανδρέα στα μάτια… σα να είχε κρατήσει το καλύτερο δώρο από τον πατέρα της.

Τρία χρόνια μετά…
Βικάκι! Έλα εδώ! Σου έφερα δωράκι!
Νίκο! Άλλο ένα; πετάγεται από την κουζίνα η Ειρήνη, με χέρια γεμάτα αλεύρι. Χριστούγεννα έχουμε, όχι γενέθλια παιδί μου!
Μα έχω δικαίωμα, είμαι ο νονός της! Α, και ο θείος της φυσικά.

Η Βίκυ αφήνει το γκρι κουτάβι, ο Άρης ο γάτος, που χουζούρευε στο σαλόνι ημι-διαλυμένος στην πολυθρόνα, και πετάγεται να ανοίξει το κουτί με τα γυάλινα στολίδια που της έφερα απ τη Μοναστηράκι. Χαζεύει το καρυοθραύστη, στους χρωματισμούς του μπαλέτου που είχαμε δει στο Μέγαρο πριν λίγες μέρες.

Σου αρέσουν;
Πολύ! Να τα βάλουμε στο δέντρο;

Βοηθάμε τη Βίκυ ν ανέβει και να κρεμάσει το στολίδι, η Ειρήνη μασάει:
Αυτά αν πέσουν φάγαμε τη σκόνη…
Σιγά, ξέρω πού να βρω άλλα ίδια τώρα. Δες τη χαρά της!

Η μικρή κάθεται χάμω, κουλουριασμένη δίπλα στον γάτο, και του ψιθυρίζει σβηστά μια δική της ιστορία, προσθέτοντας νέα επεισόδια στην „Κασσέτα του Καρυοθραύστη”. Και η Ειρήνη κι εγώ κοιταζόμαστε γελώντας.

Νομίζω δεν μας έχει ανάγκη άλλη ώρα. Του χρόνου να την πάμε κι άλλη φορά θέλει κι ας λέει να μην κάθεται…
Σου λέω, το ήθελε και με το παραπάνω. Να μου το θυμηθείς, σήμερα το βράδυ μετά θα μου λέει „κι άλλο, κι άλλο”.

Ανοίγουμε κουβέντα για τη μαμά μας που βρήκε μπαλετικό στούντιο για τη μικρή. Αναστενάζω:
Ε, θα το δούμε κι αυτό! Θα μας βγει η Βίκυ Μπαλαρίνα ή μικρή Πέπα την Πιγκουίνα! Ό,τι βγει, τη στηρίζουμε.
Μην ξεχνάς πως έχω καιρό να σε τάξω σε καμία, αλλά κοίτα μην το πούμε στη μαμά… περιμένει σώγαμπρο!
Έλεος βρε Ειρήνη, όλο τα ίδια! Έχουμε χρόνο ακόμα.

Και κάπως έτσι κυλάνε οι στιγμές στο σπίτι μας. Η Βίκυ μουρμουράει μια νέα χορογραφία, ο Άρης γλιστρά αδιάφορα παραδίπλα για να αποφύγει τη μίνι χορεύτρια, κι εμείς… χαμογελάμε. Γιατί, στο τέλος, ό,τι κι αν φέρει η ζωή όσο δύσκολο ή παράξενο το περνάς μόνος σου, αλλά πάντα κάπου δίπλα υπάρχει κάποιος να σου πει Εγώ είμαι εδώ. Και αυτό, φίλη μου, αξίζει περισσότερο από τα πάντα.

Oceń artykuł
Είμαι μαζί σου