Ρωγμή Εμπιστοσύνης

Ρήγμα εμπιστοσύνης

Κυρία Άννα, είσαστε μέσα; Είμαι η Λυδία από τον τρίτο! Σας έφερα πιτάκια με κρέας και λάχανο, μόλις τα έβγαλα και έχω και κάτι να σας πω… Δε θα μου ανοίξετε;

Η Άννα Παπαδοπούλου πάγωσε δίπλα στο παράθυρο, κρατώντας μια κούπα κρύο τσάι. Έξω, ο αέρηδες του Νοέμβρη στροβίλιζαν τα κίτρινα φύλλα στη μικρή αυλή ανάμεσα στις πολυκατοικίες στη Νέα Σμύρνη. Οι διαβάτες γρήγοροι, με μπουφάν, βιαστικοί προς το μετρό. Είχε συνηθίσει τη σιωπή στο τικ-τακ του ρολογιού, το βουητό του ψυγείου, το ελαφρύ τρίξιμο του ξύλινου δαπέδου. Και σε αυτό, ότι κανείς πια δεν χτυπούσε την πόρτα της.

Κυρία Άννα, βλέπω φως! Μη μας κάνετε τη χαμένη, σας ξέρω, είμαι καλή εγώ!

Η φωνή πίσω από την πόρτα ήταν γεμάτη χαρούμενη επιμονή, από εκείνη που δεν δέχεται άρνηση. Η Άννα ακούμπησε προσεκτικά το φλιτζάνι στο περβάζι και περπάτησε αργά ως το χολ. Κοίταξε από το ματάκι. Η Λυδία στεκόταν με μια σακούλα στα χέρια, χαμογελώντας διάπλατα, με τα μαλλιά της κορακί μαζεμένα άτακτα ψηλά, κόκκινο κραγιόν, φούξια μπουφάν.

Ε, μην κάνετε σαν να σαστε στο φρούριο, θα παγώσω στη σκάλα, συνέχισε η Λυδία.

Η Άννα έβγαλε αργά την αλυσίδα και άνοιξε. Η Λυδία μπήκε σαν σίφουνας, φέρνοντας μαζί αρώματα αέρα, κολόνιας και τηγανητά.

Ξέρετε τι είπα το πρωί; Να φτιάξω λίγα πιτάκια και να τα πάω στη γειτόνισσα που κάθεται μοναχή της, η Λυδία της έδωσε τη σακούλα. Κρατήστε! Είναι γέμισμα λάχανο, κρέας, ακόμη ζεστά. Μη μου πείτε ότι τρώτε τίποτα, έχετε αδυνατίσει.

Ευχαριστώ, κοπέλα μου, αλλά…

Μα τι λέτε! Μ αρέσει να προσφέρω, έτσι είμαι. Και να φτιάξετε καλό τσάι, γιατί είσαστε χλωμή.

Η Λυδία τρύπωσε στην κουζίνα, λες και ήταν το σπίτι της, έβαλε μπρος το βραστήρα, άνοιξε το ντουλάπι, βρήκε φλιτζάνια. Η Άννα στάθηκε αμήχανη, κρατώντας τη σακούλα η συνήθεια της μοναξιάς έκανε το ξένο σώμα σ αυτόν τον οικείο χώρο να τη σοκάρει.

Ελάτε, καθίστε να πιούμε ένα τσαγάκι, να τα πούμε λιγάκι, πρόσταξε η Λυδία. Ξέρω, η μοναξιά σκληρή είναι. Και εμένα η θεία μου, μετά που έχασε τον μπάρμπα τον Χρήστο, πήγε να χάσει το μυαλό της.

Η Άννα κάθισε στο τραπέζι. Τα πιτάκια μοσχοβολούσαν. Είχε καιρό να μαγειρέψει, ό,τι έτρωγε ήταν συνήθως έτοιμο από το σουπερμάρκετ.

Μην παρεξηγείτε, δεν ανακατεύομαι! είπε η Λυδία καθώς έβαζε δυνατή μερίδα ζάχαρη. Εμένα μου καίει η καρδιά γι τους άλλους, να βοηθάω θέλω! Ο άντρας μου λέει «Λυδία, εσένα σ όλο τον κόσμο νοιάζεσαι και ξεχνάς εμάς», αλλά εγώ… έτσι έμαθα.

Μιλούσε γρήγορα, με χειρονομίες και νεύρο, γελώντας. Σιγά-σιγά η Άννα ένιωθε κάτι να λιώνει μέσα της. Πόσον καιρό είχε να τα πει σε κάποιον, έτσι, στην κουζίνα, χωρίς βιασύνη; Ο γιος της, ο Νίκος, τηλεφωνούσε μία φορά τη βδομάδα με λόγια τυπικά: «Τι κάνεις, μάνα; Καλά, ναι. Χρειάζεσαι κάτι;» Κι έπειτα, σιωπή.

Άννα μου, να σε φέρουμε καμιά φορά στην παρέα; πρότεινε η Λυδία, σκύβοντας προς το μέρος της, με βλέμμα ζεστό. Μαζευόμαστε με κορίτσια στη «Γωνιά» στη Βενιζέλου, λίγο παρακάτω ξέρεις, μικρό καφέ κουβέντα, χαβαλές, νέα της γειτονιάς. Έλα μια φορά, να αλλάξεις ατμόσφαιρα!

Δεν ξέρω… Είμαι ντροπαλή…

Αποκλείεται να μου ξεφύγεις! Θα έρθω να σε πάρω, μην το σκεφτείς. Μόνη σπίτι δεν κάνει, σε αρρωσταίνει. Όλες οι αρρώστιες της μοναξιάς είναι.

Η Άννα έγνεψε, ανίκανη να αρνηθεί. Η Λυδία δοκίμαζε το χώρο, παρατηρούσε με προσοχή.

Τι όμορφα όλα εδώ! Κι αυτό εδώ το σερβίτσιο, αληθινό έργο τέχνης, σηκώθηκε προς το μπουφέ όπου δέσποζε η λευκή πορσελάνη με χρυσό.

Ο Μπάμπης μου το χε κάνει δώρο, στα τριάντα χρόνια γάμου.

Ανεκτίμητο, κράτα το σαν τα μάτια σου! Λοιπόν, εγώ φεύγω. Να φας τα πιτάκια, ε; Αύριο στις τρεις, σε περιμένω.

Η Λυδία έφυγε όπως είχε μπει σίφουνας. Η κουζίνα γέμισε ξανά ησυχία, που αυτή τη φορά φαινόταν ξένη, σχεδόν απαλότερη.

***

Έτσι ξεκίνησαν όλα. Η Λυδία ερχόταν καθημερινά, βρισκόταν πάντα ευκαιρία. Άλλοτε να ζητήσει αλάτι ή βοήθεια με τις λογαριασμούς, άλλοτε να μιλήσουν απλώς. Την τράβηξε στις παρέες της, στα ψώνια, στα καφέ με τις τρεις φωνακλούδες γνωστές της, όπου σχολίαζαν τη γειτονιά, τις τιμές και τις σειρές της τηλεόρασης.

Στην αρχή, η Άννα δεν ένιωθε πως ανήκε εκεί. Οι άλλες ήταν διαφορετικές, απλοϊκές, καυστικές. Μετά από κάποιες εβδομάδες όμως, συνήθισε. Κι άρχισε να περιμένει πότε θα έρθει η Λυδία, σχεδόν να ανυπομονεί για εκείνες τις ανούσιες όμως φιλόξενες συναθροίσεις, παρόλο που ήταν πολύ μακριά από τον παλιό κόσμο της με τον Μπάμπη, τα θέατρα και τις εξόδους με καθηγητές και φίλους. Όμως, τι να κάνει; Οι παλιοί είχαν φύγει, είχαν χαθεί. Έμεναν πια μόνο τα καφέ της γειτονιάς, το τσάι σε πλαστικό και η φλυαρία με τις φιλενάδες. Ήταν πάντα καλύτερο από τη σιωπή.

Άννα μου, μου έχεις το περασμένο το καρφιτσωμένο που φορούσες; ρώτησε μια μέρα η Λυδία. Μου άρεσε πολύ, έμοιαζε με κεχριμπάρι.

Κεχριμπάρι είναι, της μάνας μου.

Να το φέρω λίγο να το δει η κόρη μου, η Ελένη; Έχει την αποφοίτησή της στο Καποδιστριακό, φοβάται να βάλει κάτι συνηθισμένο κι εγώ της είπα για το δικό σου. Μόνο να το δείξει, στο επιστρέφω οπωσδήποτε!

Η Άννα δίστασε είχε μεγάλη αξία το κειμήλιο αυτό. Η Λυδία όμως την κοιτούσε με τόσο προσμονή που αρνήθηκε να το αρνηθεί.

Καλά, αλλά προσοχή.

Σαν τα μάτια μου! Ευχαριστώ, είσαι άγγελος!

Πέρασε βδομάδα, το καρφιτσωμένο δεν επέστρεφε. Σε κάθε υπενθύμιση, η Λυδία άλλαζε κουβέντα ή έλεγε πως ακόμα το έχει η κόρη της. Σύντομα της είπε και πως το έχασε «Μη στεναχωριέσαι, θα το βρούμε, λίγο υπομονή!»

Η Άννα βασανιζόταν τις νύχτες. Όταν τόλμησε να ζητήσει με σθένος το κόσμημα, η Λυδία προσβλήθηκε:

Δηλαδή δεν με εμπιστεύεσαι; Εγώ που σου κράτησα συντροφιά; Αν θες, σταματάμε να μιλάμε.

Όχι, Λυδία μου, παραφέρομαι, συγχώρεσέ με

Από εκείνη τη στιγμή, η Λυδία της ζητούσε πού και πού και λεφτά.

Άννα, μπορείς να μου δανείσεις πεντακόσια ευρώ μέχρι τη σύνταξη; Το παιδί μου αρρώστησε, δεν έχω να πάρω φάρμακα. Στα φέρνω πίσω τρεις μέρες, στο υπόσχομαι!

Η Άννα έδινε. Μια, δυο, τρεις φορές. Όταν το θυμόταν ευγενικά, η Λυδία πάλι παρεξηγιόταν.

Δηλαδή για λεφτουδάκια θα χαλάσουμε τέτοια φιλία; Οι αληθινοί φίλοι δεν λογαριάζουν τα οικονομικά, εγώ στη θέση σου θα δινα και τη ψυχή μου.

***

Ο γιος της Νίκος τηλεφώνησε μια Τετάρτη βράδυ.

Μαμά, γιατί δεν έρχεσαι το Σαββατοκύριακο; Η Χρύσα σου ζητάει τη συνταγή για το φαγητό, τα παιδιά σε ψάχνουν.

Έχω και δουλειές, Νίκο μου…

Ποιες δουλειές δηλαδή; Μήπως αυτή η καινούρια σου φιλενάδα σου μαγεύει το χρόνο;

Ναι. Η Λυδία, η γειτόνισσα από τον τρίτο η μόνη που με θυμάται.

Την ξέρεις καλά;

Ναι. Είναι η αδερφή που δεν είχα ποτέ.

Ο Νίκος σώπασε. Άκουσε την ανάσα του.

Εντάξει, μαμά. Χαίρομαι που περνάς καλά, αλλά να είσαι κι επιφυλακτική. Μερικές φορές…

Δεν ακούγεται αυτό! νευρίασε η Άννα. Η Λυδία είναι φίλη μου! Εσύ που δεν την ξέρεις, μην κρίνεις!

Το έκλεισαν στο τυπικό «καληνύχτα».

Την επόμενη μέρα η Λυδία είχε νέα.

Σκέψου να πάμε μαζί σ ένα ιαματικό στη Λουτρόπολη Αιδηψού! Δύο εβδομάδες άνοιξη τώρα που έχει προσφορά, μόνο χίλια ευρώ μαζί με φαγητό! Εγώ τα μισά τα μάζεψα, άμα βάλεις κι εσύ τα υπόλοιπα, φεύγουμε με την άνοιξη!

Μου φαίνεται πολλά, Λυδία… Η σύνταξή μου μετά βίας φτάνει τα οχτακόσια ευρώ.

Αφού έχεις και στην άκρη, τόσα χρόνια δουλειάς, με μια σπίθα στα μάτια. Λοιπόν, αύριο πάμε μαζί στην τράπεζα, να σου δείξω πως γίνονται οι αναλήψεις.

Την ακολούθησε. Έβγαλε τα χρήματα. Τα έδωσε στα χέρια της Λυδίας.

Θα φέρω απόδειξη όταν προπληρώσω τη συμμετοχή, μην ανησυχείς.

Η απόδειξη δεν εμφανίστηκε. Η Λυδία έβρισκε κάθε μέρα και μια δικαιολογία. Το καρφιτσωμένο της μητέρας δεν γύρισε πίσω. Το ίδιο και χρήματα για τη Λουτρόπολη.

Μετά, ήρθε η αίτηση για τον σερβίτσιο.

Το σερβίτσιο σου, Άννα, να μου το δανείσεις για την αρραβώνα της μικρής. Μην αγχωθείς, στο γυρίζω γυαλισμένο, σαν καινούριο!

Η Άννα πάγωσε. Το δώρο του Μπάμπη. Το δικό της ιερό. Ένιωσε να ασφυκτιά.

Α, Λυδία μου, είναι…

Πάντα τα ίδια. Εγώ σε σήκωσα από τον τάφο κι εσύ κάνεις θέμα για πιατάκια; Άμα δε μ εμπιστεύεσαι, κλείστο εδώ.

Όχι, πάρε το… Σε παρακαλώ, μην θυμώνεις.

Η Λυδία λέκιασε τα χείλη με το άσπρο χαμόγελο. Καμία εμπιστοσύνη ανάμεσά μας… Καταλαβαίνω.

***

Τρεις εβδομάδες μετά. Τηλέφωνο από την νύφη της, Κατερίνα.

Μαμά, έχεις τραβήξει χρήματα από τον λογαριασμό; Ο Νίκος είδε τη συναλλαγή.

Ναι, δικαίωμά μου. Γιατί ρωτάς;

Αγχωνόμαστε, μαμά. Αυτή η γειτόνισσα… Μην πιστεύεις σε όλους. Μένουν γυναίκες μόνες, μαζεύει η Λυδία κειμήλια και λεφτά και μετά φεύγει την έχει πάρει το μάτι μου.

Μην ξαναπείς κουβέντα για τη φίλη μου μόνο αυτή νοιάζεται. Έχετε τα παιδιά, τα δάνεια κι εγώ είμαι το τελευταίο.

Δε σε αδικούμε, μαμά. Θέλουμε να σε προστατέψουμε…

Εγώ ξέρω! Άφησέ με!

Έκλεισε το τηλέφωνο. Ταυτόχρονα, μια φρικτή βεβαιότητα φώλιαζε μέσα της, ότι μπορεί να έχει δώσει τη ζωή της σε κάποιον που την ξεγελούσε. Μα η ντροπή και μόνο την κρατούσε αλύγιστη.

Έρχεται η στιγμή. Η Λυδία προτείνει νέα δαπάνη αγορά κεραμικής για τη νύφη.

Μόνο επτακόσια ευρώ, στη μέση τα βάζουμε. Δώσε εσύ τα μισά μέχρι να πάρω τον μισθό, μετά θα στα δώσω.

Η Άννα υπογράφει όταν πρέπει, χαμένη στη βαβούρα, χωρίς να κοιτάξει. Και τότε, στη σειρά του ταμείου, τη βρίσκει η Κατερίνα.

Μαμά, τι κάνεις εδώ; Πλήρωσες για τη φίλη σου;

Για τον γάμο της κόρης, αυτό είναι.

Εσύ υπέγραψες το δάνειο, εσύ θα πληρώνεις…

Επιτακτική η Κατερίνα: «Ο Νίκος έμαθε Δεν είναι η πρώτη φορά που το κάνει, βιβλικό το όνομά της σε καταγγελίες… Σε χρησιμοποιεί».

Η Λυδία με αγαπά… εσείς είστε ζηλιάρηδες…

Μάνα, σε παρακαλώ άκουσέ με.

Φύγε, Κατερίνα. Δε θέλω συμβουλές, ούτε εσένα ούτε του γιου μου.

Φεύγει μόνη με τη Λυδία και όλη την επιστροφή δεν μιλούν. Φτάνοντας στον δρόμο, η Άννα τολμά να ρωτήσει:

Η νύφη μου είπε πως με κοροϊδεύεις

Κι εσύ με πιστεύεις;

Η Άννα κατεβάζει τα μάτια. Όχι. Σε πιστεύω.

Η Λυδία την αγκαλιάζει.

Μην ακούς κανέναν. Είμαστε η μία για την άλλη.

***

Δύο βδομάδες μετά, οι επισκέψεις της Λυδίας γίνονται σπάνιες. Οι υποσχέσεις για απόδειξη, το κόσμημα, τον σερβίτσιο δεν εκπληρώνονται.

Η Άννα δε θέλει να μιλήσει με τον γιο της. Η ντροπή τεράστια δυσκολεύεται να συγχωρεθεί για τη δική της αφέλεια. Η πίεση ανεβαίνει, και αρχίζει πάλι τα φάρμακα. Τα βράδια δε μπορεί να κοιμηθεί και, κρυφά, εύχεται να είχε κάνει πίσω.

Σάββατο πρωί. Χτύπημα στην πόρτα. Ο Νίκος με την Κατερίνα μπαίνουν. Φέρνουν ψώνια, ξεπακετάρουν, γεμίζουν το σπίτι φωνές και μυρωδιές.

Μαμά, δε σε ξεχνάμε. Να μαγειρέψουμε όλοι μαζί, να τα πούμε σαν οικογένεια.

Αφήστε με, δεν έχω ανάγκη…

Μάνα, αυτή η Λυδία είναι γνωστή στην αστυνομία. Θα καταγγείλουμε και μια μέρα θα τη βρούνε…

Μα αυτά που λέτε… Με νοιάζεται μόνο αυτή. Εσείς έχετε δουλειές!

Μαμά, είσαι άδικη. Ποτέ δεν σταματήσαμε να σε αγαπάμε.

Φύγετε…

Έφυγαν. Η Άννα κατέρρευσε στον τοίχο, σκυφτή. Ένιωσε το βάρος όλου του κόσμου πάνω της.

***

Τρεις μέρες μετά, η Λυδία ξαναέρχεται. Θυμωμένη, με το σερβίτσιο στη σακούλα. Το ακουμπά χωρίς λέξη.

Πάρ το. Να μη μου ξαναζητήσεις τίποτα.

Φεύγει. Η Άννα ανοίγει. Τα πιο πολλά πιατικά είναι σπασμένα, πασπαλισμένα με σκόνη.

Παίρνει στα χέρια μια κούπα κομμένη στα δυο. Της ήρθε να τα πετάξει όλα μα όλα. Αντί γι αυτό, παίρνει το τηλέφωνο.

Νίκο… θες να έρθεις σήμερα; Δεν είμαι καλά…

Ερχόμαστε, ακούστηκε η φωνή του.

Γύρισαν με την Κατερίνα. Την αγκάλιασαν χωρίς κουβέντες. Η Άννα έκλαιγε σαν παιδί μέσα στην κουζίνα.

Συγγνώμη… Νίκο μου, Κατερίνα μου…

Όλα θα φτιάξουν, μάνα. Δεν πειράζει για τα χαμένα. Έχεις εμάς.

Δεν θέλω να κάνετε καταγγελία. Δε χρειάζεται.

Η Κατερίνα έπιασε στα χέρια της την ραγισμένη κούπα.

Θα επιχειρήσουμε να τη φτιάξουμε… Θα μείνει η ραγισματιά, αλλά τουλάχιστον δε θα είναι χωρισμένη.

Η Άννα έγνεψε. Κάθισαν μαζί, ήρεμα, ενώ η παλιά φασαρία της σιωπής άρχισε να ζεσταίνεται ξανά με πραγματική οικογενειακή παρουσία.

Μαμά, έλα να μένεις μαζί μας λίγο καιρό. Τα παιδιά σε ψάχνουν, μας λείπεις.

Θα προσπαθήσω, είπε χαμηλόφωνα.

Όταν έφυγαν αργά το απόγευμα, η Άννα έμεινε μόνη. Τώρα, όμως, η σιωπή έμοιαζε διαφορετική, γεμάτη ελπίδα. Ξεκίνησε να κολλάει την κούπα. Τα δάχτυλά της έτρεμαν, τα δάκρυα διάβρωναν τα μάτια της. Ο Νίκος την πήρε τηλέφωνο.

Μαμά, είσαι καλύτερα; Αύριο ερχόμαστε όλοι, να μαγειρέψεις εκείνο το φαγητό σου το ωραίο;

Η Άννα κοίταξε τη φουκαριάρα μισοκολλημένη κούπα.

Εντάξει, θα σας περιμένω, κατάφερε να απαντήσει.

Κι ήξερε πια, με πόνο αλλά και με μια μικρή ανακούφιση, πως και με τη ραγισματιά όλα είναι ακόμη ζωντανά.

Oceń artykuł
Ρωγμή Εμπιστοσύνης