Ο Κυνηγός Ονείρων

Ονειροπαγίδα

– Πάλι τα ίδια; Σύμη, Σύμη! Ξύπνα! Θα ξυπνήσει τα μικρά! Κράτα την! Η Ελένη γλίστρησε από το κρεβάτι και ταρακούνησε απαλά την αδερφή της. Πότε θα ηρεμήσει επιτέλους

Η Σοφία στριφογύριζε στον ύπνο της και το βογκητό της, βαρύ, γεμάτο λύπη, γέμιζε το δωμάτιο, σπάζοντας τη σιωπή και κάνοντάς σε να κοιτάς πίσω από τον ώμο.

– Μια ταινία τρόμου ζούμε! μουρμούρισε η Σύμη, τραβώντας το πάπλωμά της και με τα μάτια ακόμα μισόκλειστα σύρθηκε ως το κρεβάτι της Σοφίας.

Της έριξε το δικό της πάπλωμα από πάνω, ξάπλωσε δίπλα της και την αγκάλιασε σιγοτραγουδώντας:

– Νάνι νάνι το μωρό και αναρωτήθηκε Τι να τα λέω τώρα ετούτα; Καίγεται ολόκληρη! Ελένη, ξύπνα τη μαμά!

Η Ελένη κουνούσε ανήσυχα τα πόδια και τελικά βγήκε απ το δωμάτιο των παιδιών για να πάει στους γονείς. Τι να κάνει; Η Σοφία ήταν από μόνη της σαν όλα τα άλλα παιδιά. Και η μητέρα τους σίγουρα θα τους μάλωνε αν καταλάβαινε ότι κάτι της κρύβανε.

Στην κρεβατοκάμαρα των γονιών επικρατούσε ησυχία. Η Ελένη άπλωσε το χέρι πάνω από το κρεβατάκι του μικρού της αδελφού, του Σεραφείμ, που ήταν κολλητά στο μεγάλο κρεβάτι και χάιδεψε απαλά τη Μαρία στον ώμο.

– Μαμά

Δυο μεγάλα, ζεστά καστανά μάτια άνοιξαν λες και δεν κοιμόταν καν, κι ένα χέρι έπιασε το δικό της.

– Τι συμβαίνει κοριτσάκι μου;

– Η Σοφία δεν είναι καλά, μαμά. Νομίζω έχει πυρετό, καίγεται όλη…

Ο Σεραφείμ ψιθύρισε σαν να έκλαιγε κι η Μαρία αμέσως του τραγούδησε, ακριβώς όπως η Σύμη νωρίτερα:

– Νάνι νάνι το μωρό

Τότε έπιασε το μικρό χεράκι της Ελένης, το έβαλε τρυφερά στην κοιλιά του μωρού.

– Κούνησέ τον λιγάκι για να μη ξυπνήσει. Εγώ πάω

Λες και δεν είχε χτυπήσει τη μέση της χτες στη σκάλα, η Μαρία σηκώθηκε στα δάχτυλα και έτρεξε σιωπηλά ως το δωμάτιο των κοριτσιών, ακούγοντας τη θερμή ησυχία του σπιτιού.

Το σπίτι της ήταν περηφάνεια της. Πόσες φορές δεν είχε ακούσει ότι το να χτίσουν με τον Μανώλη ήταν αδύνατο… Ότι ήταν κόπος χαμένος κι ότι πιο άνετα θα ήτανε σε διαμέρισμα.

Οι δικοί της κατ’ επανάληψη αναρωτήθηκαν δυνατά, χωρίς κανέναν ενδοιασμό να την πικράνουν:

– Γιατί τέτοιο σπίτι; Δεν έχετε παιδιά!

Πόνεσε η καρδιά της Μαρίας, έσκυψε το κεφάλι της από ντροπή, λες και κάποιος αδιάφορος για τον πόνο της την πίεζε στη γη. Δεν μπορείς να γίνεις μάνα; Δεν το 'χεις; Τότε μην κοιτάς τον κόσμο στα μάτια! Υπάρχουν άλλες πιο άξιες!

Κάθε φορά που ο Μανώλης την έβλεπε έτσι, ν αποφεύγει τα μάτια, θλιμμένη από άλλη μια επέμβαση της μητέρας ή θείας, την αγκάλιαζε σφιχτά.

– Μη τους ακούς! Δεν ξέρουν τίποτα!

– Ξέρουν Μανώλη Δε θα κάνουμε ποτέ παιδιά

– Αλλά αυτό θα το δούμε! έλεγε εκείνος με πείσμα.

Σαν να ήταν όλα πιθανά αν έχεις καμιά φράγκα και το σπίτι σου είναι κοντά στην Αθήνα. Εξετάσεις στη μία κλινική, μετά στην άλλη και στην τρίτη… Παντού το ίδιο: «Δεν μπορούμε να βοηθήσουμε.»

Κι η Μαρία με το βλέμμα να μη συναντά το δικό του, προσπαθούσε να αποφασίσει πώς να του πει πως είχε αποδεχτεί πια τη μοίρα της. Όταν ο Μανώλης της μίλησε για το σπίτι, βρήκε το θάρρος και το του ξεκαθάρισε.

– Δεν έχει νόημα, Μανώλη Σ’ αγαπάω, το ξέρεις Αλλά πρέπει να κάνεις οικογένεια κανονική, με παιδί. Εγώ εγώ θέλω διαζύγιο.

– Να το ξεχάσεις! Μόλις το άκουγε αυτό, ο Μανώλης τσαντιζόταν, άφηνε το φλυτζάνι με χτύπημα στον πάγκο και έκανε βόλτες στην κουζίνα, κρατώντας τα καμένα του δάχτυλα στο αυτί σαν να μην άντεχε άλλη συζήτηση. Δεν το παίρνεις απόφαση να φύγεις επειδή δεν έχουμε παιδιά! Μια χαρά σε θέλω! Και παιδιά αν έρθουν, καλώς, αν όχι, δεν πειράζει. Δεν είναι όλοι γεννημένοι για γονείς!

Η συζήτηση δεν τελείωσε εκεί. Ό,τι και να λέει ο άντρας σου τώρα, σκέφτηκε η Μαρία, είναι νέος, έχει ζωή Αργότερα όμως θα το μετανιώσει Μα εκείνος είχε πεισμώσει, έχοντας βρει αυτήν που του έδινε χαρά.

Ο Μανώλης ήταν ο δεύτερος άντρας της Μαρίας. Η πρώτη της επιχείρηση σε γάμο ήρθε μόλις στα 19 της, κυρίως για να φύγει από το σπίτι, από τις συνεχείς υποδείξεις και παρατηρήσεις της μάνας της.

Με τη μητέρα της, τη Λυδία, είχανε πάντα περίεργη σχέση. Ή τη λάτρευε φανερά, μιλώντας παντού για το «καλό παιδί» που μεγαλώνει, ή ξαφνικά της έβγαινε πίκρα κι ακαταλαβίστικα ξεσπάσματα:

– Πώς έμπλεξα με τέτοια κόρη; Μαρία! Μερικές φορές, σε θαυμάζω, άλλες φορές, τι έχεις στο μυαλό σου;

Αν η Μαρία ήξερε, θα της απαντούσε. Αντιθέτως, έσκυβε τα μάτια αποφεύγοντας τα λόγια, σκέφτοντας συνεχώς: πώς γίνεται να σε πληγώνει αυτός που αγαπάς.

Αν ρωτούσες τη Μαρία αν αγαπούσε τη μάνα της, θα απαντούσε χωρίς δεύτερη σκέψη: «Ναι!». Ποιος δε μ αγαπάει τη μαμά του; Αλλά μεγαλώνοντας, κατάλαβε πια πως ούτε το πανεπιστήμιο, ούτε η καριέρα, ούτε οι φίλοι γεμίζουν τη ζεστασιά ενός ανθρώπου. Η μητέρα της ήξερε να εντυπωσιάζει, είχε περπατημένη σπιρτάδα στη σκέψη, εύκολα καταλάβαινε με ποιον έχει να κάνει, όλους μπορούσε να γοητεύσει μόνο μ εκείνη ποτέ.

– Μαμά, γιατί φαίνεται πως δε με αγαπάς; ρώτησε μια εβδομάδα πριν τον πρώτο της γάμο, όταν η Λυδία στραβομουτσούνιασε στο νυφικό που διάλεξε κόρη της.

Η Μαρία, που σχεδόν μήνα έψαχνε αυτό το κλασικό αυστηρό νυφικό, τα 'χασε και τελικά της πε όσα καιρό κρατούσε μέσα της.

– Μαμά! Μα εξήγησέ μου! Είμαι μοναχοπαίδι, ποτέ δεν ακούστηκε ένας μεγάλος καβγάς, το σπίτι μας ήταν ήρεμο. Γιατί δε σε ευχαριστεί τίποτα;

– Τι ανοησίες λες πάλι!

Και παρακάτω Η Λυδία ποτέ δεν αποδεχόταν τίποτα που να της χαλούσε τα σχέδια ή να μην ήταν «τέλειο».

Το σπίτι που διάλεξε, οι σπουδές, ο πρώτος άνδρας που είχε διαφωνούσε παντού. Αλλά η Μαρία, από νέα, είχε πει πεισματάρικα «την ευτυχία μου μόνο εγώ τη δημιουργώ».

Η πρώτη της οικογενειακή εμπειρία έληξε γρήγορα και πικρά. Μόλις έχασε το πρώτο της παιδί, ο άνδρας της μάζεψε τα πράγματά του και την άφησε μονάχη. Το σπίτι που της είχαν αγοράσει οι γονείς της άδειασε και η Λυδία προσπάθησε να την ξαναφέρει υπό τον έλεγχό της.

Η Μαρία όμως κατάφερε και στάθηκε στα πόδια της με τη βοήθεια του πατέρα της, που για πρώτη φορά πήρε το μέρος της. Εκείνη δούλεψε, αποφοίτησε, ανέβηκε στη δουλειά, αλλά στην προσωπική της ζωή έμενε μια σκιά. Μετά το ιατρικό ανακοινωθέν πως παιδί φυσικό δε θα κάνει, έπιασε τα μηχανικά να κάνουν τις μέρες της να περνάνε, ώσπου έγινε αντιληπτό σε όλους πως η χαρά είχε φύγει από τα μάτια της.

Οι θείες άρχισαν να την κουβεντιάζουν, να της γνωρίζουν άγριους εργένηδες στα τραπέζια της Παρασκευής με το ζόρι. Σε μια τέτοια γιορτή, μετά από οικογενειακή σύσκεψη, γνώρισε και τον Μανώλη.

Ούτε αυτός ήταν στο πρόγραμμα… Απλώς οδηγούσε το ταξί που έφερε μια θεία της. Κι η Μαρία, βαριεστημένη, όταν όλα την έπνιξαν, όρμησε στο αυτοκίνητο με τη λευκή γούνα και είπε:

– Στο κέντρο!

Ένα κενό στο πορτοφόλι και ένα χαμόγελο του Μανώλη που της πε: «Άφησέ το! Δώσ μου ένα χαμόγελο και είμαστε πάτσι!», κι αυτή, χαμογελώντας νευρικά:

– Περίμενε ένα λεπτό, θα επιστρέψω.

Εκείνος όμως είχε φύγει ήδη όταν βγήκε με τα λεφτά.

Την επόμενη μέρα τον βρίσκει με το ταξί έξω απ΄το σπίτι.

– Μπες! της λέει. Εκείνη πλέον δεν παραξενεύτηκε. Του εμπιστεύτηκε τον δρόμο, το χαμόγελο και με τον καιρό την καρδιά της.

Τα προσωπικά της θέματα τα ξεκαθάρισε γρήγορα:

– Μανώλη, μπορεί να μην κάνουμε παιδιά ποτέ Το καταλαβαίνεις;

– Και λοιπόν; Δηλαδή φτιάχνουν οι άνθρωποι οικογένεια μόνο για να κάνουν παιδιά; Εγώ σ αγαπάω. Τώρα και πάντα. Εσύ μ ενδιαφέρεις!

Το γλέντι το κάνανε στο χωριό του Μανώλη, οι γονείς της Μαρίας σχεδόν δεν εμφανίστηκαν. Ο πεθερός της, παρότι βρισκόταν εκεί τυπικά, τη στήριξε αθόρυβα, ενώ η πεθερά της, η κυρά-Ειρήνη, την πήρε αμέσως με τα καλά λόγια της.

– Μαυρόασπρη μου φάνηκες! Αλλά θα σε κάνω να χαμογελάς! Πάμε μέσα, να με βοηθήσεις με το γλυκό!

Εκεί, ανάμεσα σε μαρμελάδες, απλές κουβέρτες και τη ζεστασιά των απλών ανθρώπων, η Μαρία βρήκε το σπίτι της.

Και όταν εκμυστηρεύτηκε τη θλίψη για τη μητρότητα, η κυρά-Ειρήνη της είπε με απλότητα:

– Αν δεν μπορείτε να κάνετε δικά σας, υιοθετήστε! Εγώ υιοθετημένη ήμουν και δεν αγάπησα άλλο κόσμο πιο πολύ από τους δικούς μου

Λίγα-λίγα το μυαλό της Μαρίας το δούλεψε και πήραν την απόφαση. Η νομική σταδιοδρομία της είχε ανέβει τόσο, που μπορούσε να δουλεύει από το σπίτι. Πέρασαν τη σχολή γονέων κι επίσημα έστρωσαν να βρουν το δικό τους παιδί.

Δεν χρειάστηκε πολύ. Μια μέρα η κυρά-Ειρήνη τα είπε όλα στο τηλέφωνο καταπάνω:

– Μαράκι! Έχουμε παιδιά εδώ στο χωριό! Τρία αδέλφια, μια μάνα τα παράτησε Αν μπορείτε, πάρτε τα εσείς, παιδάκι μου, να μη μπουν στο ίδρυμα Τα ξέρω σαν τα μάτια μου!

Έτσι, ξαφνικά έγιναν οικογένεια και οι τρεις: η Συμέλα, η Ελένη και ο μικρούλης Αλέξανδρος.

Τα κορίτσια προσαρμόστηκαν αμέσως.

– Μη φοβάσαι! Σε καταλαβαίνουμε, είσαι καλή, μας το δείχνεις! της είπαν μόλις κατάλαβαν τη Μαρία.

Ο Αλέξανδρος ήθελε λίγες μέρες γαντζώθηκε πάνω της και έγινε η σκιά της.

Τις πρώτες αντιδράσεις τις έφαγε από τη μάνα της.

– Βρε Μαρία! Τι ναι αυτά; Τρία παιδιά, και με τι κληρονομικότητα;! Ποιος τους δίνει τέτοιο δικαίωμα;

– Μαμά, είμαι δικηγόρος

– Σε κακό μας βγήκε που σε μορφώσαμε! Τι επιλογές είναι αυτές;

Η Μαρία τη διέκοψε και για πρώτη φορά, σήκωσε και τη φωνή.

– Όλη μου τη ζωή έπαιζες το δικό σου, μα τώρα είναι η σειρά μου!

Μέρες τρελές. Ατέλειωτα τα τρεξίματα. Η Μαρία δούλευε λιγάκι, όσο να μη χάσει τα πατήματά της, κι όλη την υπόλοιπη ενέργεια την αφιέρωνε σ εκείνα. Όταν κατάλαβε ότι είναι έγκυος, αρχικά ούτε που το πίστεψε. Μετά από εξετάσεις, γιατρούς και με τις ελπίδες χαμένες, ο Μανώλης την πήγε στην Κλινική.

– Ξεκίνα, πάμε για γιατρό! είπε αποφασιστικά.

Όταν το έμαθαν, και οι δυό τους ζούσαν λες και το έλεγε πρώτη φορά άνθρωπος στον κόσμο. Η χαρά, απερίγραπτη.

Ο Σεραφείμ ήρθε χειμώνα, γεμίζοντας το σπίτι ζωή και φασαρία.

Τα κορίτσια το πήραν ψύχραιμα. Ο Αλέξανδρος όμως ζήλεψε. Χρειαζόταν χρόνο για να καταλάβει πως δεν έπαψε να είναι ο μικρός του σπιτιού.

Κι εκεί που όλα φαινόντουσαν δύσκολα αλλά όμορφα, ήρθε στη ζωή τους και η Σοφία.

Η Σοφία ήταν παιδί μιας ξαδέρφης της Μαρίας, της Αναστασίας, η οποία είχε φύγει για επαρχία με τον άντρα της. Τα νέα ότι έμεινε ορφανή και τραυματισμένη ψυχικά την σοκάρισαν. Η μικρή ήταν σε ίδρυμα και χρειάστηκε τρεξίματα ως την Αθήνα ώσπου να μπορέσουν να την πάρουν σπίτι.

Τα βράδια, οι φωνές της Σοφίας συντάραζαν το σπίτι. Η Σύμη κι η Ελένη έψαχναν τρόπο να την βοηθήσουν. Τα παιχνίδια, τα αξεσουάρ και οι καινούριες μπλούζες δεν έπιαναν τίποτα δεν έσπαγε τον φόβο.

Τελικά, αυτός που βρήκε λύση ήταν ο Αλέξανδρος. Ούτε πέντε χρόνων και είχε βιβλίο με τους Ινδιάνους. Γύρισε σπίτι και έδειξε αποφασιστικά στη Σύμη και την Ελένη:

– Να! Ονειροπαγίδα! Πρέπει να φτιάξουμε μία για τη Σοφία! Θα πιάσει όλα τα κακά της όνειρα κι επιτέλους θα κοιμηθεί ήσυχη!

Κινήσαν πάνω-κάτω για κορδόνια, χάντρες, φτερά και όλα στρώθηκαν για τη μεγάλη κατασκευή.

Ο Αλέξανδρος διάλεξε χρώματα για όλους: το μπλε για τη Σοφία, το κόκκινο γι αυτόν, το κίτρινο για τη Σύμη, το λευκό για την Ελένη…

Τη νύχτα εκείνη, όμως που και πάλι ξύπνησαν οι φωνές, ήταν που η Σοφία γύρεψε πρώτη φορά καταφύγιο στην αγκαλιά της Μαρίας.

– Μην με αφήσεις

Η Μαρία την αγκάλιασε καίοντας απ την αγωνία, μοιράζοντας οδηγίες στα παιδιά και στον Μανώλη, έφερε γιατρό, ξενύχτησε στο πλάι της κόρης της. Κατάλαβε πως πλέον, η Σοφία ήταν δικό της παιδί, πως αυτή η μεγάλη οικογένεια ήταν η μεγαλύτερη της ευλογία πέντε παιδιά, πέντε ψυχές.

Το πρωί, ανοίγοντας τα μάτια της, αντίκρισε την ονειροπαγίδα στον τοίχο.

– Τι είναι αυτό, Ελένη; ρώτησε ψιθυριστά.

– Τη φτιάξαμε με τη Σύμη… Ο Αλέξανδρος το σκέφτηκε Πιάνει τα κακά όνειρα!

– Δεν χρειάζεται ονειροπαγίδα, όταν έχεις έναν ολόκληρο κόσμο να σ αγαπάει, κορίτσι μου, της απάντησε ήρεμα.

Και μετά μπήκαν και οι γιαγιάδες με τον αδελφό, και τα γέλια χάλασαν τη σιωπή. Άντε και ήρθε το κοτοπουλάκι η κυρά-Ειρήνη ως δώρο, τρελάθηκε ο Αλέξανδρος!

– Μήπως πρέπει να πάρουμε σκύλο ή γάτα; Τόσο μεγάλο σπίτι και κανένα ζωντανό;

Η Μαρία κοίταξε γύρω της, άκουσε τα παιδικά χαχανητά, είδε τον Μανώλη να μπαίνει κουρασμένος από τη δουλειά και κατάλαβε πως το σπίτι της ήταν πλέον γεμάτο. Οικογένεια, παιδιά, γιαγιάδες, παπούδες, γέλια, φωνές, αγκαλιές, αγάπη.

Ίσως αύριο να έρθει κι άλλος στη ζωή τους, ποιος ξέρει; Όλα, όμως, με τον καιρό.

Αυτή είναι η ιστορία μας, φίλε μου. Γεμάτη φωνές, αναμνήσεις, τρέξιμο και γέλιο, αλλά πάντα, μα πάντα, γεμάτη αγάπη. Γιατί, σαν έχεις ανθρώπους να σου σκορπάνε τα σκοτάδια, τι να την κάνεις την ονειροπαγίδα;Το βράδυ, όταν πια όλοι είχαν ησυχάσει, η Μαρία πλησίασε την κρεβατοκάμαρά της σχεδόν μυστικά και στάθηκε για μια στιγμή στην πόρτα. Άκουγε τους απαλούς ψιθύρους των παιδιών που συζητούσαν σιγανά κάτω απ τις κουβέρτες, μέχρι που το τελευταίο τους γέλιο έσβησε γλυκά.

Έξω, το φεγγάρι φύλαγε σκοπιά πάνω από τα πλατιά μπαλκόνια, τα παιχνίδια ήταν σκορπισμένα στο πάτωμα, οι ζωγραφιές των μικρών κολλούσαν ακόμα στο ψυγείο αυτές που ονειρεύονταν μια μέρα να της χαρίσουν κι άλλες μορφές.

Η Μαρία ξάπλωσε δίπλα στον Μανώλη, πέρασε το χέρι της πάνω απ το δικό του και, χωρίς να ανοίξει τα μάτια, ψιθύρισε:

Δεν φοβάμαι πια μήπως μου λείπει κάτι. Τώρα, κάθε φορά που έρχεται η αγρύπνια, ένα παιδικό χέρι με τραβάει απ το σκοτάδι, ένα μικρό τραγούδι διώχνει κάθε κακό όνειρο.

Κι εκεί, ανάμεσα στους ρυθμικούς ανασασμούς της οικογένειας, κατάλαβε καλά πως οι ονειροπαγίδες δεν είναι φτιαγμένες μονάχα από φτερά και κορδόνια, αλλά από αγάπη, θάρρος κι ελπίδα.

Έκλεισε τα μάτια και προσευχήθηκε σιγανά: να μη στερέψει ποτέ αυτό το μικρό θαύμα.

Και κάπου ανάμεσα στα πρώτα τζιτζίκια του καλοκαιριού και τις ανάσες των παιδιών που ονειρεύονταν ήσυχα κάτω από τη δική τους ονειροπαγίδα, η Μαρία χαμογέλασε. Γιατί επιτέλους είχε βρει τον τόπο και τη στάμνα της καρδιάς της γεμάτη. Κι αν αύριο η ζωή τους έφερνε άλλον έναν να γεμίσει το σπίτι, ή απλώς το ίδιο γλυκό χάος, ήταν κι αυτό όνειρο βγαλμένο από αληθινή αγάπη.

Και το σπίτι δεν κοιμήθηκε εκείνο το βράδυ. Ανέπνεε ζεστά, κι η ευτυχία περπατούσε αθόρυβα στο πάτωμα, γινόταν φως στους τοίχους, άκουσμα στις ψιθύρες, αγκαλιά στις καρδιές.

Ήταν τώρα και για πάντα σπίτι γεμάτο ζωή.

Oceń artykuł
Ο Κυνηγός Ονείρων