Η μάνα γύρισε απ τη δουλειά εκείνο το βράδυ γεμάτη ζωντάνια, με ρόδινα μάγουλα και ένα καινούριο, άγνωστο χαμόγελο φωτεινό, τόσο που είχα να το δω από τότε που πήγαινα ακόμη δημοτικό. Η καρδιά μου σκίρτησε χωρίς να το καταλάβω σχεδόν φαινόταν ευτυχισμένη!
Δημήτρη, σήμερα γνώρισα έναν πολύ ιδιαίτερο άνθρωπο! κρέμασε το παλτό της στο κρεμάστρα και γονάτισε μπροστά μου, κρατώντας τις μικρές μου παλάμες στις δικές της. Τον λένε Άγγελο. Δουλεύει σε μια κατασκευαστική εταιρεία, είναι σοβαρός, αξιόπιστος άντρας.
Έγνεψα αμήχανα, μην καταλαβαίνοντας ακριβώς το βάρος εκείνων των λόγων. Αλλά η μάνα έλαμπε τα μάτια της γυάλιζαν, το χαμόγελο της είχε κάτι μαγικό. Ήταν αρκετό για να νιώσω κι εγώ ένα μικρό σπίρτο ελπίδας μέσα μου. Όπως να ναι, ένιωθα ζεστασιά.
Τις επόμενες εβδομάδες δεν σταματούσε να μιλά για τον Άγγελο: πώς βοήθησε μια γιαγιά με τα ψώνια, πώς οργάνωσε συλλογή χρημάτων για το Χαμόγελο του Παιδιού, ότι πιάνει τα πάντα στα χέρια του. Την άκουγα και έγνεφα, όμως μια αδιόρατη ανησυχία φώλιαζε μέσα μου σαν κάτι να πλανιόταν τριγύρω, όχι απαραίτητα καλό. Η καρδιά μου έλεγε πως η ζωή θα άλλαζε… αλλά δεν ήξερα αν θα μου αρέσει.
Η πρώτη μας συνάντηση ήταν σ ένα μικρό καφέ στη Νέα Σμύρνη. Ήρθε ψηλός, αθλητικός, με κοντά καστανά μαλλιά, σκληρή γραμμή στα χείλη. Χαμογελούσε σπάνια, κι όταν το έκανε, το χαμόγελό του δεν έφτανε ως τα μάτια τα μάτια του έμεναν παγωμένα, ξένα.
Αυτός είναι ο Δημητράκης μου, μου χάιδεψε τα μαλλιά η μάνα μου. Αυτός ο γνώριμος, συνηθισμένος τρόπος με έκανε να ηρεμήσω λιγάκι. Είναι οκτώ χρονών, πάει δευτέρα τάξη.
Ο Άγγελος απλά έγνεψε, με κοίταξε συνοπτικά, σχεδόν σαν να ήμουν έπιπλο, και κοίταξε πάλι τη μάνα μου.
Καλό παιδί, πόσο είναι;
Οκτώ, το είπα, απάντησε με το ίδιο χαμόγελο, χωρίς να δώσει σημασία στον αδιάφορο τόνο του.
Όλο το βράδυ μιλούσε μαζί της, ελάχιστα γύριζε σε μένα, και πάλι μόνο με σύντομες φράσεις, σχεδόν ενοχλημένος. Όταν ζήτησα να πάω να κοιτάξω τα ψάρια στο ενυδρείο δίπλα στο ταμείο, στραβομουτσούνιασε:
Χωρίς φασαρία, ε.
Η μάνα μου δεν κατάλαβε τίποτα το νέο αυτό συναίσθημα την είχε θαμπώσει σαν μεσημβρινός ήλιος. Εγώ εκείνη τη στιγμή ένιωσα για πρώτη φορά πως αυτός ο άνδρας μάλλον δε θα γινόταν ο τρυφερός πατέρας που κρυφά όνειρευόμουν. Δε θα διάβαζε παραμύθια, δε θα με αγκάλιαζε, δε θα μου μάθαινε ποδήλατο. Τίποτα, τίποτα
Στην πορεία άρχισε να έρχεται όλο και πιο συχνά σπίτι. Δεν ερχόταν ποτέ με άδεια χέρια, αλλά τα δώρα ήταν πάντα μόνο για τη μάνα μου ούτε ένα σοκολατάκι για μένα. Κι όποτε πήγαινα να του μιλήσω ή να πω κάτι, απαντούσε από συνήθεια, χωρίς να ακούει στ αλήθεια. Και, άθελά του ή όχι, όποτε πλησίαζα πολύ, στιγμιαία τραβιόταν λες και τον ενοχλούσα.
Μια μέρα, άθελά μου, του χτύπησα το φλιτζάνι και του έπεσαν λίγες σταγόνες τσάι στο πουκάμισο. Τραβήχτηκε απότομα:
Πρόσεχε, μικρέ!
Η μάνα μου έπεσε να τον ησυχάσει:
Συγγνώμη, Άγγελε, συγγνώμη! Δήμητρη, πήγαινε να φέρεις μια χαρτοπετσέτα.
Τράπηκα στην κουζίνα, ενώ ο ήχος της φωνής του αντήχησε παγωμένος σαν χειμωνιάτικο χαλάζι:
Μαρία, ο μικρός σου κάνει πολύ φασαρία κι είναι αδέξιος. Δεν αντέχω άλλο έτσι μέσα στα πόδια μου!
Άνθρωπε μου, παιδί είναι, προσπάθησε απαλά εκείνη, μα η φωνή της έτρεμε. Του λείπει αντρικό πρότυπο, του λείπει ένας πατέρας!
Ποιος είπε ότι θα γίνω εγώ ο πατέρας του; Εγώ δε θα μεγαλώσω ξένο παιδί!
Εκεί έπρεπε να υπήρχε μια παύση, μια καθαρή θέση. Αλλά η μάνα ήταν ερωτευμένη πίστευε πως ο Άγγελος ήταν ο καλύτερος. Μάταια.
Μετά τον γάμο, που έγινε μερικούς μήνες αργότερα, τα πράγματα μόνο χειρότερα έγιναν. Ο Άγγελος μετακόμισε σπίτι μας, κι αυτός ο χώρος που κάποτε είχε γέλια και παραμύθια, γέμισε ξαφνικά σιωπή και παγωμάρα.
Δε μου φώναζε, μα το βλέμμα του κάθε φορά που γελούσα ή μιλούσα ήταν σχεδόν αποδοκιμαστικό, φορτισμένο με ένα „φτάνει”. Αν γελούσα δυνατά, σήκωνε απλώς το φρύδι κι όλα πάγωναν μέσα μου. Ό,τι κι αν ρωτούσα, απαντούσε κοφτά, λες κι έπρεπε να σιωπώ.
Ένα βράδυ, ξαπλωμένος προσποιούμουν πως κοιμάμαι, μα άκουσα συζήτηση στο δίπλα δωμάτιο. Ο Άγγελος, αγανακτισμένος, ούτε προσπαθούσε να δείξει ευγένεια. Έκλεισα τα μάτια και άκουσα:
Μαρία, δεν μπορώ άλλο. Κάθε φορά που τον βλέπω, με πιάνει νεύρο! Είναι ίδιος ο πρώην σου· ούτε ένα σου στοιχείο.
Μα, παιδί είναι, πάει πια, δεν αλλάζει… η φωνή της είχε πόνο και αδυναμία.
Δεν αισθάνομαι τίποτα άλλο, παρά ενόχληση. Αυτό διαλύει τη σχέση μας. Λοιπόν, ή τον στέλνεις στη μάνα σου ή φεύγω εγώ. Διάλεξε.
Ένιωσα ασήκωτο βάρος. Εγώ ήμουν το πρόβλημα. Ο κόσμος αυτός έγινε σκοτεινός και η ελπίδα, ό,τι απέμενε, χάθηκε.
Καλά, απάντησε αδύναμα η μάνα. Θα μιλήσω στη μάνα μου. Μένει κοντά.
Ωραία, αναστέναξε ο Άγγελος ικανοποιημένος. Τι τον θέλουμε εδώ; Μας χαλάει. Αν θέλω παιδί, θα μου κάνεις τον γιο μου, ναι;
Δάγκωσα τα χείλη να μην κλάψω, αλλά τα δάκρυα έκαναν δρόμο στο πρόσωπο μου, καυτά. Αναρωτιόμουν πώς μπορεί η μάνα να συμφωνεί φάνηκε πως ο άντρας αυτός άξιζε για κείνη περισσότερο από τον γιο της, τον παιδί της που χρόνια είχε λατρέψει.
Την άλλη μέρα, απέφυγε να με κοιτάξει στα μάτια:
Μικρέ, η γιαγιά σου σε πεθύμησε πολύ. Έλα να μείνεις λίγο μαζί της, για δυο εβδομάδες. Θα σε βλέπω κάθε μέρα.
Το μόνο που μπορούσα ήταν να νεύσω σιωπηλά, καταπίνοντας τα δάκρυα τεράστια, καυτερά, αλμυρά. Ήταν ξεκάθαρο. Ένιωσα άδειος μέσα μου, κρύος.
Μετακόμισα σε τρεις μέρες. Η γιαγιά μ αγκάλιασε, μ ένα ταψί σπανακόπιτα, όπως κάθε φορά. Μα ούτε η μυρωδιά αυτή μπορούσε να ζεστάνει την ψυχή μου. Ένιωθα πεταμένος σα να ξεφορτώθηκαν κάτι παλιό, κάτι άχρηστο. Η μάνα έρχονταν αρχικά κάθε μέρα, μα σύντομα όλο και πιο σπάνια. Λες και δεν της έλειπα
Η γιαγιά, το βράδυ με χάιδευε και μου ψιθύριζε:
Όλα θα πάνε καλά, μικρέ μου. Κάπως θα ισιώσει.
Αλλά εγώ ήδη ήξερα ότι η ζωή μου είχε αλλάξει για πάντα. Μέσα μου σχηματίστηκε ένα ρήγμα κάτι που δε νομίζω να έκλεισε ποτέ.
***
Στην αρχή η μάνα ερχόταν σχεδόν κάθε βράδυ. Με αγκάλιαζε, έφερνε σοκολάτες, προσπαθούσε να αστειευτεί. Τα μάτια της, όμως, πάντα θλιμμένα, το χαμόγελο τίποτα παραπάνω από μάσκα. Τη σκεφτόμουν σαν κούκλα όμορφη, μα ψυχρή.
Τι κάνεις, αγόρι μου; με χάιδευε. Σε φροντίζει καλά η γιαγιά;
Ναι, προσπαθούσα να ακουστώ χαρούμενος. Μου φτιάχνει γαλακτομπούρεκο
Μπράβο, απαντούσε αφηρημένα και το βλέμμα της κάπου αλλού έφευγε. Μου λείπεις πολύ, αλλά δεν μπορώ να σε πάρω ξανά πίσω ακόμη. Κάνε υπομονή, λίγο ακόμα.
Έγνεφα, δήθεν χαρούμενος. Έβλεπα πως κι εκείνη σαν να ένιωθε κάποια ανακούφιση: δεν έβλεπε πια τη γκριμάτσα του Άγγελου μόλις μ αντίκριζε, τη ματιά του που περνούσε από πάνω μου αόρατη, σαν να ήμουν αέρας.
Με τον καιρό, οι επισκέψεις της λιγόστεψαν. Από καθημερινές, έγιναν δύο φορές, μετά μόνο Σαββατοκύριακα. Μια μέρα πήρε τηλέφωνο:
Δημητράκη, μικρέ, σήμερα με τον Άγγελο έχουμε να πάμε θέατρο. Θα ρθω αύριο με παγωτό, σου υπόσχομαι.
Έσφιξα τα χείλη, να μην φανεί η θλίψη στη φωνή μου.
Εντάξει, μαμά. Καλά να περάσεις.
Αφού έκλεισα, κάθισα στο παράθυρο, χαζεύοντας τις σταγόνες της ανοιξιάτικης βροχής στα φύλλα των δέντρων. Τότε το κατάλαβα πραγματικά: η μαμά επέλεξε εκείνον. Το στήθος μου έσφιξε από ένα παράξενο πόνο, σαν να μου έκοβαν την ανάσα.
Η γιαγιά το έβλεπε, προσπαθούσε να με χαμογελάσει.
Δημήτρη, να πάμε στον Εθνικό Κήπο; Θα σε κεράσω σοκολατίνα.
Αν θέλεις, έλεγα, αν και ήξερα πως τίποτα δεν αντικαθιστά τη μαμά.
Στο σχολείο άρχισα να κλείνομαι. Δεν έκανα ιδιαίτερα φιλίες. Απέφευγα συζητήσεις. Μια φορά η Άννα, συμμαθήτριά μου, με ρώτησε: «Γιατί μένεις με τη γιαγιά;» κι εγώ δεν είχα τι να πω απλώς σήκωσα τους ώμους και κράτησα τα δάκρυα μέχρι να φτάσω σπίτι.
Μια μέρα, φεύγοντας από το σχολείο, συνάντησα τυχαία τη μάνα μου.
Μαμά;
Δημήτρη! Πήγαινα να σου κάνω έκπληξη.
Γυρίσαμε μαζί. Μου έλεγε τα νέα της, για το πώς ο Άγγελος τη βοήθησε να διαλέξει παλτό, αλλά εγώ απλώς άκουγα τον τόνο της φωνής της· ρούφαγα κάθε της βλέμμα.
Μαμά Γιατί έρχεσαι τόσο σπάνια;
Σταμάτησε, γονάτισε μπροστά μου, και στα μάτια της είδα ακριβώς την ίδια πληγή που ένιωθα μέσα μου.
Καταλαβαίνεις, παιδί μου Με διαλύει, θέλω εσένα, θέλω και τον Άγγελο Κάθε φορά που φεύγω, είναι σαν να κόβω την καρδιά μου δυο.
Μα θα μπορούσες να μη με είχες διώξει στο σπίτι της γιαγιάς, ψέλλισα, με όλη την παιδική μου πίκρα.
Τα μάτια της βούρκωσαν.
Νόμιζα ότι έτσι θα ήταν καλύτερα. Τώρα ξέρω πόσο λάθος έκανα.
Σιώπησα. Ήθελα να την αγκαλιάσω. Εκείνη υποσχέθηκε ότι θα έρχεται πιο συχνά. Από εκείνο το διάστημα, και για δυο τρεις εβδομάδες, το τήρησε: βόλτες, σινεμά, μπισκότα στο σπίτι. Η ελπίδα αναγεννήθηκε. Ένα βράδυ, όμως, πάλι ήρθε με σκυμμένο κεφάλι.
Μικρέ, ο Άγγελος λέει ότι ξεχνώ το σπίτι, ότι ξοδεύω πολύ χρόνο σε σένα.
Και τώρα; ρώτησα, με τρεμάμενη φωνή.
Είπε να μένεις τις καθημερινές στη γιαγιά και να ρχεσαι τα Σαββατοκύριακα. Έτσι όλοι θα είναι ευχαριστημένοι.
Καλά, συμφώνησα, δείχνοντας πως δήθεν συμφωνώ.
Έτσι, η ζωή μοιράστηκε σ εβδομάδες και Σαββατοκύριακα. Στις καθημερινές ήμουν στη γιαγιά, μαθαίνοντας μαθήματα και βοηθώντας στις δουλειές. Στα Σάββατα φορούσα χαμόγελο καλό παιδί, αθόρυβος, βολικός.
Η στάση του Άγγελου δεν άλλαξε· απόμακρος, αυστηρός. Μόνο η μάνα, προσπαθώντας να τους ευχαριστήσει όλους, έδειχνε όλο και πιο κουρασμένη.
Πέρασαν οι μήνες έτσι. Έμαθα να παριστάνω πως όλα είναι εντάξει. Αριστεία στο σχολείο, βοήθεια στη γιαγιά, λίγοι φίλοι· αλλά βαθιά μέσα μία πληγή, από τότε που η μάνα είχε πει: «Πήγαινε να μείνεις με τη γιαγιά».
Η γιαγιά ήταν εκεί κάθε βράδυ να μου λέει:
Εσύ δεν φταις, μικρέ. Είσαι το πιο πολύτιμο που έχω.
Αυτά με ζέσταιναν, αν και δεν έκλειναν ποτέ τη ρωγμή.
***
Μεγάλωσα. Έγινα δέκα, έντεκα, δώδεκα… Η ζωή ανάμεσα στα δύο σπίτια έγινε η νέα μου κανονικότητα. Δεν περίμενα θαύματα πως θα ρθει μια μέρα που θα γυρίσω σπίτι μόνιμα. Τα θαύματα δεν υπάρχουν
Στο σχολείο κρατούσα απόσταση. Είχα δύο τρεις γνωστούς, κανέναν πραγματικό φίλο φοβόμουν τη δέσμευση, φοβόμουν την εγκατάλειψη ξανά.
Η γιαγιά όλο και πιο πολύ έγινε η αληθινή μου οικογένεια. Με έμαθε πίτες, πλεκτά, κέντημα. Το σπίτι πάντα μύριζε βανίλια και κανέλα, και στο περβάζι φύτευε βασιλικό κι ανεμώνες.
Γιαγιά, γιατί δε με μαλώνεις ποτέ; ρώτησα μια φορά.
Χαμογέλασε, χάιδεψε πίσω το αφτί μου, όπως μόνο όποιος αγαπάει αληθινά:
Τι να σε μαλώσω, αφού εσύ μαθαίνεις. Είσαι πανέξυπνος!
Έγνεψα, δαγκώνοντας δάκρυα. Ποτέ δεν υποσχόταν τίποτα, αλλά κοντά της όλα φαινόταν πιο εύκολα.
Ένα Σάββατο η μάνα ήρθε νωρίς.
Ξύπνα, μικρέ, γουργούρισε απαλά. Θα πάμε με τον Άγγελο στο Πάρκο Τρίτση.
Ήταν περίεργο ποτέ ο Άγγελος δεν είχε ζητήσει να περάσει μέρα μαζί μου. Αλλά ναι, πήγαν όλα κανονικά: καρουζέλ, παγωτό, φωτογραφίες. Για μια στιγμή πετάρισα μέσα μου πως ίσως όλα θα άλλαζαν
Το βράδυ, όμως, τον άκουσα να λέει:
Μαρία, μέχρι εδώ. Δεν μπορώ να προσποιούμαι πατέρα κάθε μέρα. Να έρχεται μόνο στις γιορτές. Θα είναι πιο σωστό για όλους.
Η μάνα υπάκουσε αδιαμαρτύρητα.
Το επόμενο πρωί με βρήκε η μάνα μόνη στο σπίτι της γιαγιάς:
Ο Άγγελος θεωρεί πως μας συμφέρει να βλεπόμαστε αραιά. Θέλει ησυχία.
Κι εγώ; τη ρώτησα θαρρετά.
Θα καταλάβεις μεγαλώνοντας Είσαι δυνατός, αγόρι μου.
Έγνεψα. Άδειασα εντελώς.
Έτσι πια χαθήκαν και οι τακτικές επαφές μόνο γιορτές, κάποια βράδια. Άρχισα να καταλαβαίνω πως ο κόσμος δεν τελειώνει στην οικογένειά μου. Υπάρχουν άνθρωποι που σε αποδέχονται έτσι κι αλλιώς.
Σε ηλικία δεκατριών, το είπα στη γιαγιά:
Νομίζω τη συγχώρεσα. Δεν θέλω να ζω με θυμό. Έκανε αυτό που νόμιζε σωστό, όπως μπορούσε.
Με αγκάλιασε σφιχτά.
Παιδί μου, μη κρατάς κακία. Η μαμά σου είναι φοβισμένη. Ο Θεός να τη λυπηθεί.
***
Στα δεκαπέντε είχα πια όνειρα. Αγαπούσα το γράψιμο, τη ζωγραφική. Μια μέρα η φιλόλογος, η κυρία Στεργίου, μου είπε:
Έχεις ταλέντο, Δημήτρη. Γράφεις με καρδιά. Να το ξέρεις.
Άρχισα να κρατάω ημερολόγιο με σκέψεις, ιστορίες, αναμνήσεις. Στο χαρτί μπορούσα επιτέλους να είμαι εγώ.
Η γιαγιά βρήκε το τετράδιό μου. Χαμογέλασε τρυφερά:
Να σου το φυλάξω. Κάποτε θα είσαι διάσημος, και θα ναι η αρχή σου.
Γέλασα, πρώτη φορά με ψυχή:
Το λες;
Το ξέρω, μικρέ μου, μου έκλεισε το μάτι.
Στα δεκαοχτώ πέρασα Δημοσιογραφία στην Αθήνα. Η μάνα, συγκινημένη:
Είσαι πολύ έξυπνος, παιδί μου.
Ήπιαμε μαζί τσάι στη γιαγιά, χωρίς τον Άγγελο ποτέ παρόντα.
Μαμά, ρώτησα, αν ξανάφτανε εκείνη η μέρα, θα μ έστελνες πάλι στη γιαγιά;
Με κοίταξε βαριά.
Όχι. Τώρα ξέρω τι αξίζει. Θα έμενα μαζί σου.
Έγνεψα. Δεν αλλάζει το παρελθόν, αλλά ελευθέρωσα την ψυχή μου από το βάρος.
Βρήκα δουλειά σε τοπική εφημερίδα. Έγραφα ιστορίες της γειτονιάς, μικρά πορτρέτα. Κάποτε μου ανέθεσαν ρεπορτάζ για μια φιλανθρωπική δράση σε παιδιά χωρίς οικογένεια. Εκεί αναγνώρισα στα μάτια τους τον πόνο που έζησα κι εγώ και βρήκα τη δύναμη να γράψω πια αληθινά.
Το βράδυ, γυρίζοντας στο σπίτι, συνειδητοποίησα: όλα αυτά με έπλασαν όπως είμαι. Ναι, πόνεσα, αλλά τώρα ξέρω να βλέπω την καρδιά των πραγμάτων· και, πάνω απ όλα, να αγαπώ τους άλλους πραγματικά.
***
Μετά από λίγα χρόνια γνώρισα τη Μαρίνα. Ήταν καλή, γήινη, με χιούμορ. Ταίριαξε αμέσως με τη γιαγιά. Ούτε τυπικότητες, ούτε προσποιήσεις μονάχα ειλικρίνεια, αληθινή θαλπωρή. Μπήκε σπίτι, έβγαλε το μπουφάν και είπε: „Να βοηθήσω;” Όπως σπίτι. Όπως οικογένεια.
Μετά γεννήθηκε η κόρη μας, η Φωτεινή. Τότε ορκίστηκα: Η κόρη μου ποτέ δε θα νιώσει ανεπιθύμητη. Θα ξέρει πάντα πως την αγαπάμε χωρίς όρους. Κάθε βράδυ της λέω παραμύθια, την αγκαλιάζω σφιχτά, τη φιλάω στο κεφάλι και της ψιθυρίζω: „Είσαι ό,τι πολυτιμότερο έχω”.
Όταν στα πέντε της πήγαμε στη γιαγιά, και κοίταζε παλιές φωτογραφίες, με ρώτησε:
Μπαμπά, εσύ ήσουν μικρός;
Ήμουν, κορίτσι μου. Και ζούσα εδώ, με τη γιαγιά.
Σε αγαπούσε πολύ;
Πάρα πολύ, της απάντησα και την πήρα στην αγκαλιά μου. Όπως κι εγώ εσένα.
Είμαι πολύ τυχερή, μπαμπά.
Είσαι ο πιο τυχερός άνθρωπος του κόσμου, της φίλησα το κεφάλι.
Η γιαγιά και η Μαρίνα γελούσαν μαζί. Κι η Φωτεινή της είπε σοβαρά:
Η γιαγιά αγαπάει τον μπαμπά, ο μπαμπάς αγαπάει εμένα. Όλοι αγαπιόμαστε!
Στα μάτια της μάνας μου είδα αυτό που χρόνια έψαχνα αληθινή περηφάνια κι αγάπη.
Μετά, όταν μείναμε μόνοι, μου είπε:
Πόσα έχασα Φοβήθηκα να μείνω μονάχη και λίγο ακόμη, θα σε έχανα κι εσένα. Συγχώρα με.
Το ξέρω, της απάντησα. Πάμε να χτίσουμε κάτι αληθινό, τώρα.
***
Τα χρόνια πέρασαν. Η Φωτεινή μεγάλωσε μέσα στη στοργή, τα αστεία, την αγκαλιά πάντα ήξερε πως την αποδεχόμαστε. Η γιαγιά έψηνε γλυκά, η Μαρίνα διάβαζε ιστορίες, εγώ συνέχιζα να γράφω: άρθρα, διηγήματα, μια μεγάλη ιστορία τη δική μας.
Μια νύχτα η Φωτεινή βρήκε την καινούρια μου έκδοση.
Μπαμπά! Η γιαγιά λέει πως αυτή είναι η ιστορία σου!
Τη χάιδεψα και της είπα:
Να γράφεις πάντα αυτό που νιώθεις. Και να θυμάσαι, πάντα θα σε αγαπούν ό,τι κι αν γίνει.
Χαμογέλασε και πήρε αγκαλιά το βιβλίο. Κι εγώ, κοιτώντας απ το μπαλκόνι του μικρού μας σπιτιού τ αθηναϊκά φώτα τη νύχτα, ένιωσα μέσα μου να γεμίζω ευγνωμοσύνη για τη γιαγιά, τη μάνα, τη Μαρίνα, τη Φωτεινή… για όλες τις δύσκολες στιγμές που με έφεραν εδώ.
Έμαθα πως το αληθινό σπίτι είναι εκεί όπου σε δέχονται όπως είσαι, με την πληγή και το φως σου. Εκεί όπου αγαπάς κι αγαπιέσαι, χωρίς όρους.
Κι αυτή είναι τελικά η σπουδαιότερη αλήθεια: Καμιά πληγή δεν πάει χαμένη είναι αυτή που μας βοηθά να αγαπάμε πραγματικά.





