Μεταξύ αλήθειας και ονείρου
Η Ευγενία είχε τυλιχτεί με το χοντρό πλεκτό κουβερτάκι της και απολάμβανε τη σιωπή, το δικό της καταφύγιο στην καρδιά της Αθήνας. Έξω από το παράθυρό της, ψιλοχιόνιζε, κάτι σπάνιο για τα αθηναϊκά δεδομένα· οι μικρές νιφάδες έλιωναν στο περβάζι, βαφτίζοντας τη νύχτα με μια παιχνιδιάρικη αίσθηση χειμωνιάτικου παραμυθιού. Μόλις είχε επιστρέψει από το δοκιμαστήριο του νυφικού της εκείνο το γεγονός που περίμενε με αγωνία και μεγάλη χαρά. Κρατούσε ακόμη στα χέρια τη σακούλα με τα αξεσουάρ: λεπτεπίλεπτα σκουλαρίκια, μια διακριτική τιάρα και όλα εκείνα τα μικρά, πολύτιμα που θα συμπλήρωναν το γαμήλιο σύνολό της. Τους τελευταίους μήνες, το μυαλό της γυρνούσε διαρκώς γύρω από τον γάμο· πώς θα έδειχνε το φόρεμά της, πώς θα λαμποκοπούσαν τα στολίδια στον φωτισμό, πώς όλοι θαυμάζοντάς την θα της αντάλλασσαν τρυφερές ευχές.
Τη γαλήνη του σπιτιού της ταράζει ξαφνικά το επίμονο κουδούνισμα της εξώπορτας. Η Ευγενία τινάχτηκε, μαζεύοντας ενστικτωδώς το κουβερτάκι γύρω της. Κοίταξε το ρολόι επτά παρά δέκα. Ποιος να είναι τέτοια ώρα; Μέσα της πέρασαν βιαστικά σκέψεις μήπως κάποια παραγγελία που ξέχασε ή η γειτόνισσα, η Μαρία, που πάντα ζητούσε κάτι τελευταία στιγμή;
Πήγε προσεκτικά προς την πόρτα και κοίταξε από το ματάκι. Δεν καταλάβαινε ακριβώς ποιος ήταν· ένας άντρας, ψηλός, αλλά με το κεφάλι σκυμμένο. Δεν βιάστηκε να ανοίξει.
Ποιος είναι; ρωτά ήρεμα, όσο μπορούσε.
Εγώ είμαι, ο Δημήτρης, ακούγεται η φωνή του, γνωστή και ζεστή, ελαφρώς μουντή από το ξύλινο φύλλο της πόρτας Πρέπει να μιλήσουμε. Επειγόντως.
Η Ευγενία ζύγισε τη στιγμή. Δεν της έκανε και τόση όρεξη για συζήτηση με τον συγκεκριμένο άνθρωπο Όμως αν είχε συμβεί κάτι στην Ιωάννα; Άνοιξε το κλείδωμα και λύγισε ελαφρώς την πόρτα. Ο Δημήτρης όρθιος στο κατώφλι, γεμάτος νιφάδες χιονιού περί τους ώμους, ήδη έλιωναν βρέχοντας το μαύρο παλτό του. Το πρόσωπό του χλωμό, τα μάτια του είχαν μιαν αλλόκοτη φλόγα. Ένιωσε ένα σφίξιμο στο στήθος· ίσως δεν έπρεπε να ανοίξει, ίσως θα έκανε καλύτερα να κάνει πως έλειπε, όμως ήταν αργά.
Πέρασε, ψιθύρισε και έκανε άκρη, προσπαθώντας να κρύψει την ανησυχία της. Τι άλλο να έκανε; Να του κλείσει κατάμουτρα τη πόρτα; Τι παιδικό.
Ο Δημήτρης μπήκε χωρίς να βγάλει τα παπούτσια του ο βρεγμένος πάτος άφησε πίσω βρόμικα σημάδια στο ανάλαφρο ξύλινο πάτωμα, χωρίς να φαίνεται να το προσέχει. Το βλέμμα του φευγάτο, σαν να κοιτούσε κάτι που κανείς άλλος δεν μπορούσε να δει. Η Ευγενία στάθηκε διακριτικά απέναντί του, η ατμόσφαιρα ηλεκτρισμένη· περίμενε ένα δύσκολο βράδυ.
Ευγενία, της λέει καθώς σφίγγει τα γάντια του στο χέρι, δεν βαστάω άλλο Σε αγαπάω!
Η Ευγενία έμεινε άναυδη, άκουσε τις λέξεις αλλά δυσκολευόταν να πιστέψει στ αυτιά της.
Δημήτρη εσύ ξεκίνησε να λέει, η φωνή της όμως την πρόδωσε και το νόημα κρεμόταν στον αέρα.
Εκείνος δεν περίμενε. Έκανε βήμα προς το μέρος της, σαν να φοβόταν ότι αν σταματούσε θα έχανε την τελευταία του ευκαιρία.
Ξέρω πως παντρεύεσαι, ξέρω πόσο τρελό φαίνεται! Όμως δεν αντέχω να μη μιλήσω! Προσπάθησα να σε ξεχάσω, να προχωρήσω τη ζωή μου αλλά αδύνατον, είπε με τόνο ήρεμο αλλά γεμάτο ένταση, σαν κάθε φράση να ήθελε προσπάθεια να βγει από το στόμα του. Έπρεπε να στο πω καιρό πριν. Με την Ιωάννα είχα βγει μαζί της μόνο και μόνο για να είμαι πιο κοντά σου! Ποτέ δεν την αγάπησα, ποτέ!
Η καρδιά της Ευγενίας έγινε πάγος. Δηλαδή αυτός, ο ίδιος ο Δημήτρης, έβγαινε με την Ιωάννα, την καλύτερη της φίλη, από ιδιοτέλεια, για να κερδίσει μία άλλη; Φτωχή Ιωάννα εκείνη πίστεψε στ αλήθεια στα αισθήματα του Δημήτρη.
Κατέβασε το κουβερτάκι από τους ώμους, σαν να ήθελε έτσι να ξαναπιάσει την πραγματικότητα. Το δωμάτιο της φαινόταν ξαφνικά ασφυκτικά στενό, ο αέρας βαρύς.
Δημήτρη, ψέλλισε πάλι, διαλέγοντας προσεκτικά τι θα πει. Καταλαβαίνεις τι λες; Έχω αρραβωνιαστικό, τον αγαπώ! Ετοιμάζομαι να παντρευτώ, σχεδιάζουμε μαζί το μέλλον μας. Και η Ιωάννα
Εκείνος έγνεψε, τα μάτια του δεν έφευγαν από τα δικά της. Στη ματιά του υπήρχε μια βαθιά οδύνη, αλλά και μια ξεχωριστή αποφασιστικότητα έμοιαζε να ανακουφίζεται που επιτέλους ξαλάφρωσε το βάρος που έκρυβε τόσο καιρό.
Το ξέρω. Όμως δεν μπορώ να σιωπήσω άλλο. Σε δύο εβδομάδες θα γίνεις απλησίαστη για μένα! Ας ήταν άλλη στιγμή Αλλά αν δεν το έλεγα τώρα, θα το μετάνιωνα για πάντα. Η Ιωάννα δεν μου σήμαινε τίποτα! Ήταν απλώς το μέσον, τίποτα άλλο.
Ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται. Η φωνή της ακουγόταν ξένη, μηχανικά:
Πώς μπορείς και τα λες αυτά; Πώς σου πάει η καρδιά;
Αυτή είναι η αλήθεια! ο Δημήτρης τα είχε χαμένα. Ήθελα να βρεθώ δίπλα σου, μήπως και κάποια μέρα με δεις με άλλο μάτι. Να καταλάβεις ότι μπορώ να σε κάμω ευτυχισμένη, ότι είμαστε φτιαγμένοι ο ένας για τον άλλον. Το ξέρω τώρα σίγουρα χωρίς εσένα, δεν έχει νόημα τίποτα.
Γονατίζει αργά μπροστά της και βγάζει ένα μικρό κουτάκι από την τσέπη μέσα ένα δαχτυλίδι, λεπτεπίλεπτο, με ανάγλυφο σχέδιο και μικρή πέτρα να γυαλίζει στο φως.
Παράτα τα όλα! Τον γάμο, τον αρραβωνιαστικό, και έλα μαζί μου. Θα σε κάνω ευτυχισμένη, στο υπόσχομαι.
Η Ευγενία τον παρατηρούσε σιωπηλή. Περνούσαν στιγμιότυπα από το μυαλό: ο Δημήτρης με την Ιωάννα, τα γέλια τους, το τρυφερό του βλέμμα. Ήταν όλα τελικά ένα ψέμα; Όλο της το παρελθόν διαλύθηκε σ ένα λεπτό.
Σήκω, του είπε ήσυχα, σχεδόν ψιθυριστά. Σε παρακαλώ, σήκω.
Ο Δημήτρης σηκώθηκε αργά, τα μάτια του κολλημένα πάνω της, τελευταία ελπίδα τρεμόσβηνε στο βλέμμα.
Δεν με πιστεύεις; είπε ραγισμένα.
Σε πιστεύω, είπε η Ευγενία ψύχραιμα και σταθερά. Αλλά αυτό δεν αλλάζει τίποτα.
Έκανε μισό βήμα πίσω, λες και ήθελε να βάλει αποστάσεις.
Είσαι φίλος, Δημήτρη. Τον άνθρωπο που αγαπάω είναι άλλος. Θα παντρευτώ, είμαι σίγουρη. Δεν χρειάζομαι κανέναν άλλο.
Έσκυψε, σφίγγοντας το δαχτυλίδι και ψιθύρισε:
Αν τα είχα πει πριν έρθει στη ζωή σου εκείνος;
Η Ευγενία κοντοστάθηκε· απάντησε ήρεμα:
Πάλι το ίδιο. Συγγνώμη, αλλά δεν θα σε έβλεπα ποτέ αλλιώς. Είσαι καλός, αλλά δεν είσαι για μένα.
Ο Δημήτρης την πλησίασε απελπισμένα, η επιμονή χρωματιστή στο βλέμμα του λες και αυτή να ήταν η τελευταία του ευκαιρία να αλλάξει κάτι.
Γιατί; την ρώτησε σπασμένα, όμως πείσμα κρυβόταν στη φωνή του ξέρω πως κάτι υπάρχει ανάμεσά μας!
Η Ευγενία έκανε αντανακλαστικά βήμα προς την πόρτα. Της πέρασε από το μυαλό πως αν χρειαστεί να τον σπρώξει, θα πέσει στον καναπέ κι αυτή θα προλάβει να βγει στο κλιμακοστάσιο.
Δεν υπάρχει τίποτα, Δημήτρη, προσπάθησε να κρατήσει ήρεμη φωνή. Αυτό που νιώθεις είναι προσκόλληση, όχι αγάπη. Έπλασες μια ιστορία στο μυαλό σου όπου εγώ είμαι το ιδανικό, όλοι οι υπόλοιποι απλά κομπάρσοι. Σε παρακαλώ, ας τελειώσουμε αυτή τη συζήτηση.
Ο Δημήτρης έσφιξε τις γροθιές του, πιο πολύ από απελπισία παρά από θυμό. Ήθελε να αντικρούσει, να αποδείξει πως έλεγε την αλήθεια.
Κάνεις λάθος, είπε κοιτώντας την στα μάτια. Δεν ένιωσα ποτέ έτσι για κανέναν άλλον. Δεν είναι φαντασία, σε αγαπάω πραγματικά!
Η Ευγενία δάγκωσε τα χείλη, προσπάθησε να μην εκραγεί. Ήταν σε θέση να γίνει επικίνδυνος; Αν φώναζε θα φούντωνε η ένταση; Η φωνή της όμως ξαναβρήκε τη σταθερότητα της.
Και η Ιωάννα; την ρώτησε, ψάχνοντας μια στάλα ενοχής στη ματιά του Καταλαβαίνεις ότι την πονάς; Έπαιξες με τα αισθήματά της, την χρησιμοποίησες. Και τώρα, έρχεσαι σ εμένα και μου ζητάς να τα αφήσω όλα;
Ξέρω, φταίω Ήρθα να ζητήσω συγγνώμη, είπε εκείνος σχεδόν με παραίτηση. Ξέρω πως φέρθηκα άσχημα. Αλλά και να γυρνούσα τον χρόνο πίσω, ίδια θα έκανα.
Ευτυχία πάνω στον πόνο του άλλου δεν χτίζεται, κούνησε το κεφάλι η Ευγενία, κοιτώντας στιγμιαία προς το κινητό της. Καλύτερα να προλάβω το χειρότερο Και άλλωστε, νομίζεις πως με ξέρεις; Ούτε που μιλήσαμε ποτέ αληθινά! Έχεις ερωτευτεί μια ιδέα, όχι εμένα.
Στάθηκε λίγο σιωπηλή κι εκείνος κατάπινε τις λέξεις της. Τελικά, συνέχισε ήσυχα:
Πρέπει να μιλήσεις στην Ιωάννα. Πες της την αλήθεια και ζήτα της συγγνώμη.
Ο Δημήτρης πάγωσε. Τα χέρια του έτρεμαν ελαφρά. Τα έσφιξε και κοίταξε χαμηλά.
Γιατί; Εξάλλου δεν την αγαπώ! Μόνο εσύ μετράς
Στα μάτια του έβλεπε αρχαία τραγωδία απέραντη θλίψη και παράλληλα ένα πείσμα που δεν άφηνε περιθώριο να λυθεί το δράμα. Έσκυψε ασυναίσθητα τα δικά της χέρια· λυπόταν, μα δεν θα του έδινε ελπίδα.
Δεν υπάρχει τίποτα για σένα εδώ. Όπως και για την Ιωάννα. Δεν θα σωπάσω.
Τη διέκοψαν τα σφυρίγματα της πόρτας: ο Δημήτρης είχε παγώσει, ύστερα ψέλισε:
Φεύγω. Μα δεν θα εγκαταλείψω! Θα περιμένω ώσπου να καταλάβεις ότι ανήκουμε μαζί.
Μη περιμένεις, είπε η Ευγενία και σήκωσε το κεφάλι με δυσκολία, γιατί της είχε φανεί πως τα λόγια του είχαν υπονοούμενο απειλής. Ξέχασέ το. Προχώρα την ζωή σου. Βρες κάποιον που θα αγαπήσεις αληθινά, όχι την εικόνα σου. Και τώρα, πήγαινε σε παρακαλώ.
Ο Δημήτρης κατευθύνθηκε αργά στην πόρτα, το σώμα του βάρος να το σέρνει με κάθε βήμα. Σταμάτησε ένα δευτερόλεπτο στην είσοδο, γύρισε να την κοιτάξει.
Σε ευχαριστώ για την ειλικρίνεια, είπε απλά. Δεν χαιρετώ, όμως.
Έκλεισε την πόρτα πίσω του προσεκτικά. Η Ευγενία έμεινε μόνη μέσα στο ημίφως, η ένταση σιγά σιγά να υποχωρεί από τους αόρατους μυς της. Πλησίασε στο παράθυρο. Στον φωτισμένο δρόμο του Κολωνακίου, ο Δημήτρης προχωρούσε σκυφτός, βαθιά χαμένος. Και αυτή τι θα έκανε τώρα; Τι θα πει στην Ιωάννα, αν εκείνος πάει να της παρουσιάσει τα πράγματα όπως τον βολεύει;
Έβγαλε το κινητό, βρήκε το όνομα της φίλης της και πάτησε κλήση. Η φωνή της σταθερή, ενώ τα χέρια της ακόμα έτρεμαν.
Ιωάννα, καλησπέρα. Πρέπει να μιλήσουμε. Είναι σοβαρό.
Στην άλλη άκρη της γραμμής, ακούγονται θρόισμα χαρτιών. Η Ιωάννα φανερά ανήσυχη.
Τι έγινε; Φαίνεσαι ταραγμένη. Όλα καλά;
Η Ευγενία πήρε μια βαθιά ανάσα, προσπαθώντας να βρει τις σωστές λέξεις.
Ο Δημήτρης μόλις πέρασε από δω. Μου είπε ότι βγήκε μαζί σου μόνο και μόνο για εμένα. Ότι δεν σε αγάπησε ποτέ αλλά ήθελε να με πλησιάσει.
Η σιωπή ήταν βαριά. Το μυαλό της Ευγενίας μπορούσε να φανταστεί την φίλη της να σφίγγει το κινητό στο αυτί, να μην βρίσκει αμέσως λόγια.
Και τι σημαίνει αυτό; Με δουλεύει; πώς;
Δεν ήθελα να το μάθεις έτσι, μα δεν μπορούσα να σε αφήσω στο σκοτάδι είσαι η καλύτερή μου φίλη. Μου είπε ότι αγαπάει μόνο εμένα και ζητάει να αφήσω τον γάμο μου για χάρη του. Δεν είναι καλά! Ειλικρινά, φοβήθηκα!
Μια δεύτερη παύση, ακουγόταν η ανάσα της Ιωάννας.
Καταλαβαίνω, είπε τελικά, σφιγμένη. Τι θα κάνεις;
Δεν ξέρω νομίζω πως ίσως έρθει σε σένα. Είσαι μόνη;
Μην ανησυχείς, όλα καλά. Ευχαριστώ που μίλησες εσύ.
Συγγνώμη που έτσι έμαθες την αλήθεια.
Καλύτερα η αλήθεια, παρά το ψέμα, απάντησε η Ιωάννα. Η φωνή της σταδιακά ξανάβρισκε δύναμη.
Αποχαιρετίστηκαν. Η Ευγενία ακούμπησε το μέτωπό της στο κρύο τζάμι και ακολούθησε τη χορογραφία του χιονιού κάτω από το φως. Δύο άνθρωποι στην Αθήνα θα ξεκαθάριζαν απόψε τα αισθήματά τους· το μόνο που της απέμενε ήταν να ελπίζει πως ό,τι κι αν γινόταν μετά, η αλήθεια θα οδηγούσε σε μια καινούργια αρχή.
***
Εκείνη την ώρα, η Ιωάννα ακόμα καθόταν στην κουζίνα με την σκέψη κολλημένη στα λόγια της φίλης της. Σκέψεις, μνήμες, χαμόγελα όλα μπλεγμένα. Θυμήθηκε το πρώτο ραντεβού με τον Δημήτρη, τα ντροπαλά χαμόγελα, τα αστεία του που την έκαναν να γελάει, το δειλό σ αγαπώ, που τώρα πια φάνταζε ψεύτικο.
Δεν μ αγάπησε ποτέ, αναλογιζόταν ξανά και ξανά. Κάτι έσπασε μέσα της, όχι τόσο επώδυνα όσο οριστικά.
Σήκωσε το φλιτζάνι το τσάι είχε πια κρυώσει. Ησυχία, μόνο το ρολόι στον τοίχο να μετράει λεπτά, δείχνοντας πως ο χρόνος προχωρά ό,τι κι αν συμβαίνει.
Βαθιά ανάσα· τι να κάνει τώρα; Να τον πάρει τηλέφωνο; Να περιμένει; Να καλέσει την Ευγενία να έρθει από το σπίτι; Τίποτα από αυτά δεν την ηρεμούσε. Το μόνο που ήθελε ήταν χρόνος.
Το κουδούνι χτυπά. Η Ιωάννα τεντώνεται έβαζε δεύτερο τσάι όταν άκουσε τον ήχο. Προσεγγίζει την πόρτα, κοιτάζει από το ματάκι. Ο Δημήτρης.
Ανοίγει, τον βλέπει κουρασμένο, μουσκεμένο, σχεδόν διαλυμένο. Στο βλέμμα του απόφαση, αλλά και αμηχανία. Λέει:
Ιωάννα, πρέπει να σου πω την αλήθεια. Δεν σε αγαπάω
Τα ξέρω όλα, το διέκοψε η Ιωάννα, ήρεμη εξωτερικά. Σε πλήγωσε να τ ακούει από τον ίδιο, χειρότερα κι από την Ευγενία. Δεν νομίζω ότι έχεις κάτι καινούργιο να πεις.
Ο Δημήτρης έμεινε με τα λόγια στο στόμα, τα χέρια κατέβασαν, ύστερα τα έβαλε στις τσέπες, το βλέμμα κάτω.
Άρα σε πρόλαβε Ελπίζα να τα πω εγώ, να εξηγήσω.
Γιατί ήρθες; Να με κάνεις να νιώσω χειρότερα; Να μου ξαναπείς πως παρασύρθηκα;
Όχι, ήρθα να σου ζητήσω συγγνώμη. Για το ψέμα, για το ότι σε χρησιμοποίησα. Ξέρω πως δεν φτάνει τίποτα που θα πω. Αλλά ήθελα να το ακούσεις από εμένα. Λυπάμαι πραγματικά.
Η Ιωάννα κρατούσε το βλέμμα της. Δεν ήταν θυμός, ούτε λύπη, όσο μια παγωμένη απογοήτευση.
Αν ήσουνα ειλικρινής από την αρχή, όλα θα ήταν αλλιώς είπε σιωπηλά. Μα αντί να μου μιλήσεις, πήγες να παρακαλέσεις την Ευγενία και να μου αφήσεις μόνο ψίχουλα. Και τώρα λυπάσαι;
Δεν έχω να πω τίποτε, είπε χαμηλόφωνα ο Δημήτρης. Ήθελα απλώς να πάρω μια τελευταία ευκαιρία, μήπως προλάβω. Δεν σκέφτηκα ποτέ συνέπειες.
Έβγαλε από την τσέπη το κουτάκι με το δαχτυλίδι το ίδιο από τη συνάντηση με την Ευγενία. Το άνοιξε με ελαφρύ τρέμουλο και της το έτεινε με αμηχανία.
Πάρε το, για συγγνώμη.
Η Ιωάννα κοίταξε το δαχτυλίδι· ήταν κομψό, διακριτικό λεπτή χρυσή βέρα και μικρό διαμάντι. Ήταν προσβολή τούτο το δώρο. Της το πρόσφερε μόνο από ενοχή.
Κράτα το, απάντησε ψυχρά. Δεν θέλω τίποτα από εσένα.
Ο Δημήτρης έκλεισε την παλάμη και κατέβασε το κεφάλι, η απελπισία στο πρόσωπό του προφανής.
Σε παρακαλώ, να προσπαθήσω να διορθώσω
Η Ιωάννα κουνούσε το κεφάλι· κινήσεις ήσυχες, αλλά αποφασιστικές.
Δεν διορθώνεται τίποτα. Τέλος. Δεν πιστεύω πια καμία σου λέξη.
Το μόνο που της απέμενε να του πει: Θέλω χρόνο. Πολύ χρόνο, και απόσταση. Μη με πλησιάζεις, μη με ψάξεις.
Ο Δημήτρης μονολόγησε χαμηλόφωνα:
Το καταλαβαίνω. Συγγνώμη που σε πίκρανα.
Ετοιμάστηκε να φύγει, μα πριν προλάβει να βγει, η πόρτα χτυπά ξανά. Αυτή τη φορά, ήταν ο Πάνος, ο αρραβωνιαστικός της Ευγενίας. Ψηλός, σκούρα μαλλιά, βλέμμα παγερό και σοβαρό η παρουσία του υπογράμμιζε ότι ήρθε όχι για λόγια, αλλά για να βάλει τελεία.
Να μπω; λέει με φωνή ήρεμη, χωρίς χαιρετισμούς.
Η Ιωάννα κάνει στην άκρη. Ο Πάνος αδιαφορεί για τα φιλικά, κατευθείαν στον Δημήτρη.
Ξέρω τι έγινε, είπε με αυστηρότητα. Και ότι πλήγωσες και τις δύο γυναίκες. Σώπα. Τα χουμε πει αυτά.
Κάνει βήμα μπροστά, ο Δημήτρης μαζεύεται πίσω. Τα χέρια του σφιγμένα, το ύφος του δισταχτικό.
Μη, Πάνο πάει να αντιδράσει η Ιωάννα. Κι όμως, ακόμη αγαπούσε τον Δημήτρη και δεν ήθελε να του γίνει κακό.
Ο Πάνος σηκώνει το χέρι. Δεν είναι δικό σου ζήτημα, Ιωάννα. Τον αφήνεις και δεν έμαθε τίποτα; Ήρθε η ώρα να μάθει.
Ο Δημήτρης πιέζεται στη γωνία του τοίχου. Αυτή τη φορά σοβαρεύτηκε για τα καλά κατάλαβε με ποιόν είχε να κάνει.
Άκου, ξέρω πως έφταιξα. Ζήτησα συγγνώμη και στις δύο ξεκινά μα δεν προλαβαίνει.
Ο Πάνος, χωρίς πολλά λόγια, κάνει μια κοφτή κίνηση ένα γερό χαστούκι. Ο Δημήτρης γονατίζει και σφίγγει τα δόντια του, αίμα κυλάει στα χείλη.
Αυτή ήταν η αρχή μόνο, λέει ψυχρά ο Πάνος. Αν ξαναπλησιάσεις έστω τη Ευγενία ή την Ιωάννα, τα πράγματα θα γίνουν χειρότερα. Κατανοητό;
Ο Δημήτρης, ταπεινωμένος, σηκώνεται, περνά δίπλα από την Ιωάννα και χωρίς να πει λέξη βγαίνει από το διαμέρισμα.
Ο Πάνος γύρισε στην Ιωάννα. Η αυστηρότητα στο βλέμμα κάμφθηκε λίγο, μα ο τόνος του παρέμεινε σοβαρός.
Συγγνώμη για τη σκηνή. Καμιά φορά, μόνο έτσι το καταλαβαίνουν.
Η Ιωάννα τον κοιτάζει αφηρημένη. Δεν περίμενε όλα να πάρουν τέτοια τροπή μα ήταν ευγνώμων, ήξερε πως είχε ανθρώπους δίπλα της.
Είσαι δυνατή, Ιωάννα, της είπε ήπια ο Πάνος. Εσύ θα σταθείς ξανά στα πόδια σου.
Ευχαριστώ, είπε σιγανά εκείνη. Και ευχαριστώ που προστάτευσες και την Ευγενία.
Σε νοιάζεται πραγματικά και χαίρομαι που είστε φίλες.
Στην ήσυχη ατμόσφαιρα του σπιτιού, ο χιονιάς απ έξω σχεδόν δεν ακουγόταν. Η Ιωάννα ένιωσε περίεργη γαλήνη: όλα ίσως αρχίζουν από το μηδέν.
***
Ο Δημήτρης περπατούσε μόνος στην Ομήρου. Σταγόνες χιονιού έλιωναν στα μάγουλά του. Πόνος, ταπείνωση, μοναξιά βαρύ φορτίο. Είχε χάσει τα πάντα. Την Ιωάννα οριστικά, την Ευγενίαπρο πολλού, όταν έχτιζε ουτοπίες. Ήθελε να τα παρατήσει όλα.
Την επόμενη μέρα, πήγε στη δουλειά με το πρόσωπο μελανιασμένο. Κανείς δεν ρώτησε τίποτα ούτε τον ένοιαζε ιδιαίτερα. Μια εβδομάδα μετά, κατέθεσε μεταγραφή για Θεσσαλονίκη. Ο διευθυντής δεν έκανε ερωτήσεις. Ήξερε, όπως ήξεραν όλοι, ότι έπρεπε να φύγει μακριά.
Ένα μεσημέρι βρέθηκε στο κοσμηματοπωλείο της Πατριάρχου Ιωακείμ. Έδωσε πίσω το δαχτυλίδι, πήρε τα χρήματα σε ευρώ χωρίς πολλά λόγια. Το ποσό, χωρίς εξήγηση, το μετέφερε ηλεκτρονικά στον τραπεζικό λογαριασμό της Ιωάννας, γράφοντας: «Συγγνώμη. Σου ανήκει».
Την τελευταία μέρα, περίμενε το ταξί του αγκαλιά με τη βαλίτσα. Κοίταξε το χιονισμένο δρόμο, άφησε ένα κύμα πίκρας να περάσει. Δεν θα ξαναγύρναγε. Τα λάθη πληρώνονται.
Τα κατάστρεψα όλα, ψιθύρισε. Η συνειδητοποίηση, κρύα και καθαρή.
Το ταξί τον πήρε. Κοιτούσε από το παράθυρο να σβήνουν τα ησυχασμένα αθηναϊκά στενά, αφήνοντας πίσω του μια ιστορία που τέλειωσε.
***
Στο μεταξύ, σε ένα ζεστό καφέ στην Νέα Σμύρνη, η Ευγενία, η Ιωάννα και ο Πάνος, μοιράζονταν μια μπουγάτσα και τρεις ζεστές σοκολάτες. Η ατμόσφαιρα δεν είχε καμία από τη βιασύνη ή την αμηχανία των ημερών που πέρασαν.
Η συζήτηση περιστρεφόταν γύρω από τα μελλούμενα: ετοιμασίες γάμου, όνειρα και νέα ξεκινήματα. Η Ευγενία μιλούσε για την τελετή, οι άλλοι άκουγαν χαμογελαστοί, και η Ιωάννα ένιωθε σιγά σιγά το βάρος να φεύγει. Ένα αίσθημα ότι η ζωή προχωρά, ότι το αύριο φέρνει νέα και ίσως ειλικρινή αισθήματα.
Ο Πάνος, αθόρυβος, τους προστάτευε δίχως λόγια.
Κάποια στιγμή, η Ιωάννα γυρνά στον δρόμο έξω και παραδέχεται χαμηλόφωνα:
Δεν του κρατάω καμία οργή πια. Λυπάμαι μόνο για τον τρόπο που εξελίχθηκαν όλα.
Η Ευγενία της έπιασε το χέρι και της χαμογέλασε ζεστά.
Μόνο εσύ ξέρεις τι αξίζεις, και η αλήθεια πάντα βρίσκει τον δρόμο της. Θα βρεις την ευτυχία, είπε με σιγουριά.
Η Ιωάννα έγνεψε. Εδώ πια δεν υπήρχαν ελπίδες χωρίς αντίκρυσμα. Μονάχα ο δρόμος μπροστά.
Την ευτυχία θα τη βρω, είπε, με ήρεμη βεβαιότητα.
Έξω ο χιονιάς σκέπαζε τις σκιές του χθες. Το καφέ ήταν ζεστό· τρεις φίλοι έπιναν παγωμένη σοκολάτα και, όσο δύσκολο κι αν ήταν το χτες, ήξεραν πως η ζωή συνεχίζεται και ότι αυτό είναι τελικά το πιο σημαντικό.





