Μηλαράκι
Ίδια η μάνα σου είσαι!
Δηλαδή πώς, γιαγιά; Η Κατερίνα άθελά της στάθηκε σε μια αμυντική στάση, αλλά αμέσως χαλάρωσε. Από ποιον να προστατευθεί άλλωστε;
Σαν τη μάνα σου! Όλο το δικό της έκανε, ποτέ της δεν άκουγε κανέναν! Και συ τα ίδια!
Και τι πρέπει να ακούσω δηλαδή;
Εμένα! Εμένα πρέπει να ακούς και να με σέβεσαι, γιατί είμαι μεγαλύτερη και ξέρω τη ζωή καλύτερα! Κατάλαβες;
Η Κατερίνα κοίταζε με απορία τη γιαγιά, που ήταν λίγο ατημέλητη και κατακόκκινη από τα νεύρα, να κουναει το δάχτυλο μπροστά στη μύτη της.
Μα τι θέλει και απαιτεί τόση προσοχή; Μπήκε με φούρια και δε σβήνει ποτέ…
Τα δάχτυλα της Κατερίνας σχεδόν αυτόματα έψαξαν κάτι, σαν να ένιωθαν μια γομολάστιχα στην παλάμη. Αχ να μπορούσα να σβήσω αυτή τη μέρα! Να σβήσω λίγη σκιά εκεί, να ρίξω φως εδώ… Δεν αντέχει το σκοτάδι, το δράμα, τους καβγάδες. Με τη μάνα της ποτέ δεν είχε τέτοιες φωνές. Της έλεγε πάντα ότι οι άνθρωποι οι καλοί ξέρουν να ακούνε.
Τα αφτιά ανοίγουμε, Κατερινάκι, και ακούμε! Όπως τα κουνελάκια! Ξέρεις γιατί τα κουνελάκια ακούνε τόσο καλά; Γιατί η αλεπού πλησιάζει αθόρυβα. Άμα αποσπαστεί το κουνελάκι, το ακούσει άσχημα, να σου η αλεπού… και το τρώει!
Μη! μικρούλα τότε, η Κατερίνα κοίταζε με μάτια ορθάνοιχτα τη μαμά.
Μα βέβαια, μη! Γι αυτό το κουνελάκι είναι έξυπνο. Ακούει με προσοχή και τρέχει γρήγορα! Καμία αλεπού δεν το πιάνει!
Αυτά ήταν παλιά, αλλά η Κατερίνα θυμόταν όλα τα παραμύθια και τα μαθήματα της μάνας της.
Παλιά νόμιζε πως η μάνα της υπερβάλλει ή κάτι μπερδεύει. Τώρα καταλάβαινε πόσο δίκιο είχε…
Ας πούμε με αυτή τη «γιαγιά». Η Κατερίνα ούτε που την ήξερε μέχρι πέρυσι. Ζούσε με τη μάνα της σε μια μικρή πόλη στην Αίγινα, πήγαινε παιδικό σταθμό, μάλωνε με τη Μαρία και την Ελένη, μετά φιλιώνονταν και έτρεχαν μαζί για παγωτό στην παραλία. Μετά ήρθε το σχολείο, ο Μιχάλης, τα πρώτα φιλιά στην άκρη της θάλασσας, στο ηλιοβασίλεμα.
Κι η μαμά ήταν εκεί…
Η Κατερίνα συνήθιζε να σφίγγει την πιο μεγάλη χάντρα απο απομίμηση τιρκουάζ στο βραχιόλι της, που είχε φτιάξει η μαμά της.
Τι σημασία έχει που είναι ψεύτικη; Κοίτα πόσο ωραία βγήκε! Ξέρεις, Κατερίνα, μερικές φορές το αληθινό είναι πικρό και δύσκολο. Όσο κι αν προσπαθείς, δε σε χαροποιεί, δε σε ζεσταίνει. Η αντικατάσταση όμως, δεν είναι πάντα κακή.
Δηλαδή πώς;
Να, θυμάσαι γιατί μαλώσατε με τη Μαρία προχτές;
Είπε ότι δεν έχουμε χρήματα, γι αυτό μου πήρες εσύ ψεύτικα αθλητικά και όχι τα ακριβά. Είπε ότι το καταλαβαίνει, γιατί τα αυθεντικά είναι αλλιώς.
Ναι, δίκιο είχε ως προς τα αυθεντικά. Τα δικά σου τα έφτιαξε ο θείος Ρούλης. Αλλά δεν είπαμε ότι είναι αυθεντικά, ε;
Όχι.
Είναι φτιαγμένα από καλό δέρμα, ωραία, και με αγάπη φτιαγμένα. Ο θείος ξέρει μόνο με αγάπη να φτιάχνει. Σ αρέσουν τα παπούτσια σου;
Ναι!
Τότε ποια η διαφορά αν είναι μάρκας ή όχι; Όλα αυτά τα λένε για να νιώθουν ανώτεροι. Σημασία έχει ο άνθρωπος να μην είναι ψεύτικος μέσα του τα υπόλοιπα… άλλος νοιάζεται για ταμπέλες και άλλος χαιρέται με ό,τι έχει.
Η Κατερίνα το σκεφτόταν πολύ εκείνη τη μέρα. Έπλυνε το δωμάτιό της και το δωμάτιο της μαμάς, ώσπου πήγε στην κουζίνα που η μαμά έβραζε μαρμελάδα βερίκοκο και τη ρώτησε:
Μαμά, δηλαδή η Μαρία δεν είναι η καλύτερή μου φίλη; Αφού άλλοτε λέει ωραία πράγματα κι ύστερα λέει κακίες! Ξέρω ότι τα παπούτσια της άρεσαν. Απλώς δεν ήθελε να το πει…
Πού το ξέρεις;
Η Ελένη το είπε. Η Μαρία την έκανε φασαρία στη μάνα της για να της πάρει καλύτερα από τα δικά μου.
Α, Κατερίνα μου! Η μαμά παράτησε την κουτάλα και την πήρε αγκαλιά. Μην το παίρνεις κατάκαρδα. Η Μαρία ακόμα μικρή είναι…
Εγώ δεν είμαι μικρή πια!
Η Κατερίνα σήκωσε το βλέμμα κι είχε μάτια θυμωμένα, αλλά η Ιωάννα ήξερε πως ήταν με τον εαυτό της που θύμωνε.
Για μένα παραμένεις μικρή, είπε ήρεμα η μαμά. Και η Μαρία και συ. Για τη μαμά της και τα παιδιά που μεγάλωσαν πλάι σου πάντα μικρές θα είστε. Είναι κακό αυτό; Μακάρι η δική μου μάνα να ζούσε να με χαϊδέψει ξανά… Τι να κάνω εγώ τώρα όμως…
Η μαμά χαμογέλασε κάπως πικρά και τη φίλησε στο κεφάλι.
Ας μιλήσουμε πάλι για σένα και τη Μαρία… Κατερινάκι, δώσε της χρόνο. Θυμήσου που σε έφερε σπίτι όταν έπεσες από την κούνια και πόσο φοβήθηκε για σένα! Και τα γόνατά της έγδαρε, πηδώντας πίσω σου. Θυμάσαι τον γιατρό που πρότεινε να της κάνει κι αυτής ένεση, τόσο έκλαιγε!
Θυμάμαι
Ή τότε που σου χάρισε τους καινούργιους μαρκαδόρους που της έφερε ο πατέρας της; Ήθελε να ζωγραφίσεις την πιο ωραία εικόνα να τη βάλει στο δωμάτιό της, μέχρι να γίνεις καλά!
Το θυμάμαι…
Να λοιπόν! Μην κολλάς στα παπούτσια. Πιο μεγάλοι θα καταλάβετε πόσο όλα αυτά είναι ανούσια. Μέχρι τότε, κρατήστε ό,τι όμορφο έχετε.
Ήδη ήρθε.
Γιατί;
Για να τα βρούμε. Ζήτησε συγγνώμη.
Κι εσύ;
Εγώ της είπα ότι δεν θέλω να τη δω κι ότι δεν είμαστε φτωχές!
Εξακολουθείς να θυμώνεις;
Ναι, αλλά λιγότερο…
Περίμενε να περάσει τελείως ο θυμός, μετά μονιάστε. Αν πας τώρα, δε θα συγχωρέσεις πραγματικά, θα τσακωθείτε ξανά.
Η Κατερίνα σκεφτόταν πως της έλειπε τρελά η μαμά. Θα ήξερε τι να πει, τι να κάνει. Ειδικά τώρα. Με τη γιαγιά πλάι της…
Η γιαγιά ήρθε ξαφνικά.
Η Κατερίνα ούτε που είχε καταλάβει τίποτα, ούτε πόσο άσχημα αισθανόταν η μητέρα της, ούτε πως είχε μιλήσει με τη πρώην πεθερά της για να έρθει.
Ώρα καλή, Ιωάννα! Ούτε που περίμενα ότι θα σε ξαναδώ! Η Γεωργία Αθανασίου, γεροδεμένη και κατακόκκινη από τη ζέστη, έκλεισε τη μάντρα πίσω της και πήρε την ανάσα της. Ανυπόφορη ζέστη! Πώς θα τα βγάλω πέρα δεν ξέρω!
Καλώς ήρθες, κυρία Γεωργία!
Η Κατερίνα παραξενεύτηκε με τον τόνο της μαμάς της.
Η Κατερίνα είναι αυτή; κοίταξε τη γιαγιά τη μικρή, βαριανασαίνοντας. Καμία ομοιότητα! Είσαι σίγουρη πως είναι του Σταύρου το παιδί;
Πάλι τα ίδια!
Τώρα η μαμά γέλασε σχεδόν κι η Κατερίνα χαλάρωσε, κάπως καλύτερα…
Η γιαγιά δε τη συμπάθησε. Ήταν φασαριόζα, νευρική, απότομη. Αναστάτωσε το σπίτι με τις φωνές και τα ατέρμονα «νοικοκυρεματα».
Πανικός πάλι! Δε μπορείς να μαζέψεις το σπίτι, Ιωάννα; Έχεις κόρη! Να γίνει γυναίκα σωστή, ντροπή! Θα τη διώξει ο άντρας της απ τη πρώτη μέρα!
Η Κατερίνα δεν καταλάβαινε γιατί η μαμά δεν απαντούσε. Κρυφογελούσε, αλλά ποτέ δεν απαντούσε.
Οι γάτες είχαν κουβαληθεί στις γωνιές κι ο Ρόκυ, ο σκύλος που της είχε χαρίσει ο θείος Ρούλης, πήγε έξω και ξάπλωσε στη σκιά. Όταν η φωνή της γιαγιάς πλάκωνε το σπίτι, κάτι μουρμούριζε βαριά.
Σκυλί μονάχα καταλαβαίνει τι του γίνεται! Ζώα στο σπίτι πράγμα αδιανόητο!
Οι γάτες διαλύθηκαν στην αυλή, μόλις η γιαγιά άρπαξε τη σκούπα.
Τότε η Κατερίνα φάνηκε πρώτη φορά αποφασιστική. Άρπαξε τον αγαπημένο της, τον Λουκουμά, και προχώρησε μεγαλοπρεπώς στο δωμάτιό της.
Τι κάνεις εκεί, Κατερίνα; φώναξε αυστηρά η γιαγιά, τόσο που ο Ρόκυ γάβγισε από έξω.
Φροντίζω το γατί μου! Οι γάτες θα παραμένουν μέσα! Και ο Ρόκυ! Ήταν εδώ πριν από εσάς. Εσείς είστε φιλοξενούμενη!
Κατερίνα! Η Ιωάννα ξαφνιάστηκε. Δεν είχε ακούσει ποτέ την κόρη της τόσο αποφασιστική.
Όμως, προς έκπληξή της, η Γεωργία όχι μόνον δεν θύμωσε, μα μισόκλεισε τα μάτια, χαμογέλασε και είπε:
Ίδια μας σόι είσαι! Πραγματικό μηλαράκι! Ιωάννα, μπορεί να την είχες μεγαλώσει καλύτερα!
Από τότε, δεν ενόχλησε ξανά τις γάτες. Τις έσπρωχνε με απέχθεια όταν έπεφταν στα πόδια της, αλλά τις άφηνε ήσυχες.
Στο μεταξύ, όλοι είχαν τόσες σκοτούρες, που η Κατερίνα κοιτούσε τα παλιά ρολόγια της προγιαγιάς και προσευχόταν να σταματήσει ο χρόνος.
Γιατί τόση βιασύνη; Γιατί να φύγει η μαμά τώρα που τη χρειάζεται τόσο πολύ;
Ο χρόνος όμως δεν άκουγε τις προσευχές. Κυλούσε αδυσώπητα.
Γιατροί, φάρμακα, νοσοκομεία…
Η Ιωάννα «έφυγε» ένα ηλιόλουστο πρωινό της άνοιξης.
Την προηγούμενη, η Κατερίνα είχε ανοίξει τα παράθυρα στο θαλασσινό αεράκι κι είχε ψιθυρίσει:
Μαμά, σε λίγο θ ανθίσει η κερασιά σου!
Θα το προσπαθήσω, Κατερίνα μου… Θέλω να τη δω…
Μαθαίνοντας πως χάθηκε η μητέρα της, η Κατερίνα έσπασε με μανία το κλαδί που άγγιζε το παράθυρο της μαμάς. Ποιος να το βλέπει τώρα;
Η γιαγιά δεν της χαρίστηκε καθόλου. Την πήρε αγκαλιά, έβγαλε ένα μαντήλι-σεντόνι και της είπε:
Κλάψε, φώναξε, ξέσπασε! Βγάλε ό,τι έχεις μέσα σου! Δεν είχες τιποτα να κάνεις… Ο καθένας μας μετρημένο χρόνο έχει…
Πού τα ήξερε αυτά; Πώς ήξερε τι ένιωσε; Η Κατερίνα τον εαυτό της κατηγορούσε. Η μάνα της δούλευε πάρα πολύ, ξεκουραζόταν λίγο… Όλα για εκείνη. Ήθελε να τη δει στο πανεπιστήμιο…
Κι η Κατερίνα; Έτρεχε με τον Μιχάλη και τα κορίτσια, αντί για τα βιβλία και τον καμβά. Κατάντησε με «τριάρια», κι ας ήξερε ότι τελείωνε το σχολείο. Πρόλαβε να μαζέψει τους βαθμούς, αλλά να το πει στη μαμά δεν τα κατάφερε. Δεν ήθελε να την ανησυχήσει…
Το γράμμα της Ιωάννας, η Γεωργία το έδωσε στην Κατερίνα στα σαράντα.
Πάρε! Τώρα επιτρέπεται. Διάβασέ το προσεκτικά. Η μητέρα σου σου αφήνει παρακαταθήκη.
Γιατί είναι ανοιχτός ο φάκελος; έκανε η Κατερίνα γυρνώντας στα χέρια της τον λευκό φάκελο.
«Για την Κατερίνα μου…» μόνο αυτό γραμμένο με οικεία γραφή.
Τι με πέρασες; Είμαι δύσκολη, μπορεί να μη σου αρέσω, αλλά να διαβάζω ξένα γράμματα… άντε πήγαινε, έχω δουλειές! Αν θέλεις, έλα μετά να βοηθήσεις. Τώρα δεν μπορώ!
Η Κατερίνα κατάλαβε μονομιάς ότι η γιαγιά είχε παρεξηγηθεί. Δεν φώναξε, απλά φύσηξε δυνατά, έκλεισε την πόρτα και μισόκρυψε τα μάτια της. Τράβηξε το φρύδι της πάνω στο παλιό πλαίσιο της πόρτας, εκεί που η μάνα της σημείωνε το ύψος της.
Μπράβο, Κατερινάκι! Πόσο μεγάλωσες!
Η φωνή της μάνας ακούστηκε τόσο ζωντανή, που ανατρίχιασε. Μεγάλη… Πού μεγάλη; Αν ήμουν έξυπνη, δε θα στεναχωρούσα τους ανθρώπους…
Έκλεισε την πόρτα του δωματίου, κάθισε στο πάτωμα, ακούμπησε το φάκελο στα γόνατά της, και δεν τολμούσε να τον ανοίξει. Πόσα είχε να πει στη μαμά… Πόσα να ακούσει!
Ο φάκελος φουσκωμένος, γεμάτος με σελίδες από τετράδιο. Αγκαλιά την ώρα εκείνη είχε τον Λουκουμά, και έβγαλε τα φύλλα έξω.
«Κατερινάκι, σταμάτα να κλαις! Είσαι δυνατή! Η ζωή είναι υπέροχη, όσα κι αν φέρει. Να τη χαίρεσαι, να μη σπαταλάς τον καιρό σου θρηνώντας. Θα πεις είχαμε λίγο χρόνο μαζί. Εγώ λέω είχαμε πολύ. Και πρέπει να ξέρεις την ιστορία σου.
Από που να αρχίσω… από τον μπαμπά σου, μάλλον. Ήταν ξεχωριστός. Μόλις τον είδα, τον ερωτεύτηκα. Οι φιλενάδες μου έκαναν πλάκα Καλά, αυτόν; Ρουξ, με φακίδες; Δεν καταλάβαιναν πόσο ωραίος ήταν! Εσύ του μοιάζεις, στα μάτια, στη μύτη, στις φακίδες. Όλα τ άλλα, τα πήρες από μένα. Ήθελε να χεις τις μπούκλες της γιαγιάς του, της Γεωργίας.
Η Γεωργία είναι σπουδαία γυναίκα! Μην τη παρεξηγείς για το ταμπεραμέντο της. Έτσι πάντα. Έντονη, τραχιά, γλωσσού, μα βαθιά καλή.
Θα ρωτήσεις γιατί δεν τη γνώρισες ποτέ; Φταίω εγώ. Νέα και χαζή, δεν την εκτίμησα εγκαίρως.
Συγχώρεσέ με!
Μαλώσαμε πολύ όταν μικρή ήσουν. Με τον μπαμπά σου περνούσαμε ωραία, μέχρι που ερωτεύτηκε άλλη. Έτσι συμβαίνει, Κατερίνα…
Δεν ήταν ότι δε σ αγαπούσε. Βρήκε τη μεγάλη του αγάπη.
Θα πεις και με μας τι; Μα έτσι είναι. Έκλεισε ένας κύκλος. Πάντα νομίζω τον αγάπησα περισσότερο απ όσο εμένα. Έμεινε μαζί μου για σένα, αλλά αφού ήρθε αυτή η γυναίκα… δεν μπόρεσε πια να είναι ψεύτης. Ήταν πάντα ειλικρινής.
Ανόητη τότε. Η Γεωργία ήρθε να τον συνετίσει, να σώσει την οικογένεια. Μα, φώναζε πάλι για το σπίτιξέφυγα. Είπα λόγια που ντρέπομαι ακόμα. Εγώ της είπα και ότι δεν είσαι εγγονή της…
Τι ανόητη που ήμουν, Θεέ μου! Είναι τόσο εύκολο να κάνεις λάθος, τόσο δύσκολο να το παραδεχτείς…
Να σκεφτώ τουλάχιστον ότι τότε που ήμουν στον κίνδυνο να σε χάσω, εκείνη τα παράτησε όλα και έμεινε μήνες για να με φροντίζει. Κεφτεδάκια στον ατμό κουβαλούσε, έβαλε τέτοια τάξη, δεν έβρισκα τίποτα! Έφυγε μόνο όταν σιγουρεύτηκε ότι θα πας καλά.
Δεν ήξερα ότι συναντήθηκε με την άλλη γυναίκα. Πήγε να μιλήσει, να τα βρει, μα λίγο έλειψε να τη διώξει. Και ξέρεις; Τους αγάπησε και τα παιδιά της. Ναι, έχεις αδερφό και αδερφή. Αν θες, η γιαγιά θα σε βοηθήσει να τους γνωρίσεις. Κακό να είσαι μόνος. Όσους παραπάνω ανθρώπους αγαπάς, τόσο το καλύτερο για την ψυχή…
Σκέψου το.
Τώρα μπροστά. Κατερίνα, να σπουδάσεις! Μα διάλεξε μόνη σου δρόμο! Μην αφήσεις κανέναν να σου λέει τι θα κάνεις! Θυμάσαι; Για τη σχολή, το ταλέντο σου… Το χεις, κορίτσι μου! Κυνήγησέ το! Δεν είναι εύκολο, μα η φύση σου τοχει δώσει. Ζήτα τη βοήθεια της γιαγιάς. Σου άφησα λίγα χρήματα. Δεν είναι πολλά γιατί ξοδέψαμε αρκετά, αλλά για έναν-δυο χρόνους φτάνουν. Εσύ ξέρεις να βγάλεις και παραπάνω. Οι τουρίστες πάντα αγόραζαν τις τσάντες κι εικόνες σου στην Αίγινα… Στην Αθήνα ή τη Θεσσαλονίκη θα πουλάς πιο εύκολα.
Μην παρατήσεις τα όνειρά σου! Κάν τα αληθινά! Ελπίζω μια μέρα να δω έκθεσή σου σε μεγάλη γκαλερί. Ξέρω ότι θα χαρώ για σένα, όπου κι αν είμαι.
Σ αγαπώ πολύ! Φοβάμαι για σένα, μα πιστεύω πως θα τα καταφέρεις!
Σκούπισε τα μάτια! Μου το υποσχέθηκες!
Η μαμά σου».
Η Κατερίνα άφησε κάτω το γράμμα, το κεφάλι χαμηλά, προσπαθώντας να κόψει τα κλάματα. Η μαμά είπε να μην κλαίει!
Ο Λουκουμάς κοιμήθηκε χάμω, κι η Κατερίνα σκεφτόταν πώς θα συνεχίσει.
Τότε άνοιξε η πόρτα: η γιαγιά.
Σήκω! Φτάνουν τα σκοτάδια! Έλα να πιούμε τσάι, να μιλήσουμε. Έχουμε δουλειά, όχι δάκρυα!
Η γιαγιά ξίνισε με την ιδέα της Κατερίνας να γίνει ζωγράφος. Της είπε να σπουδάσει κάτι «χρήσιμο», μα η Κατερίνα απτόητη.
Τότε της είπε: «Από πείσμα είσαι εντελώς δικιά μας! Όπως εκείνη την καημένη που ποτέ δεν παραδέχτηκε πως έκαμε κακό με μια κουβέντα σβήνοντας ζεστασιά και αγάπη για χρόνια!»
Τόσα χρόνια να μη στείλετε ένα σημείωμα! Κι έψαξα τα πάντα! Πού να βρω πως άλλαξε η μάνα σου τ όνομά σου και το επίθετο; Ποιος το σκέφτηκε;
Ο θείος Ρούλης. Εκείνος μας βοήθησε.
Θα τα πούμε μ αυτόν! Μου στέρησε την εγγονή! Θα του τα χω πει!
Μη! Καλός άνθρωπος είναι! Μας στήριζε τόσα χρόνια! Προσπάθησε να πείσει τη μαμά να τον παντρευτεί…
Κι εκείνη;
Δε δέχτηκε. Τον πατέρα αγαπούσε ακόμα. Αν ήξερα την ιστορία τους, θα την είχα παρακαλέσει να δοκιμάσει!
Τι λύπη κι αυτή… Η γιαγιά έφερε το πιάτο μπροστά της με ταραχή. Φάε! Κι άκου με: Τι δουλειά είναι αυτή, ζωγράφος; Τι, λογίστρια να γίνεις, να έχεις μια δουλειά σίγουρη και να έχεις λεφτά στην τσέπη!
Γιαγιά! Όχι στους ξένους!
Σιγά! Από τους ξένους θα μάθεις πρώτα, μετά θα έχεις δικά σου!
Δεν το θέλω! Δεν είναι δικός μου δρόμος!
Εσύ ξέρεις…
Δε θες να σε στεναχωρώ, αλλά θέλω να κάνω αυτό που μου αρέσει! Η μαμά είπε να σου ζητήσω τα χρήματα. Σε ένα μήνα ενηλικιώνομαι. Θα μου τα δώσεις κι εγώ φεύγω. Δεν θα σου γίνω βάρος. Από κει κι έπειτα, μόνη μου!
Η γιαγιά λαχάνιασε, σήκωσε το δάχτυλο, αλλά μετά αντί να φωνάξει, της έδειξε τρία δάχτυλα σε παιδική χειρονομία.
Λοιπόν! Πάμε μαζί σου! Θα δω να γίνεις σπουδαία ζωγράφος! Της μάνας σου το υποσχέθηκα! Δε σ’ αφήνω! Σώπα τώρα!
Έσπρωξε το πιάτο, πιο κοντά:
Φάε, λέμε! Πάγωσαν!
Κι έτσι, λίγα χρόνια μετά, σε μια μικρή γκαλερί της Αθήνας, πηγαινοέρχεται μια περίεργη παρέα.
Η γιαγιά, με φακίδες και μαλλιά «τούφα», ένας ψηλός αδέξιος με γυαλιά-μύτη, και η Κατερίνα με το μωρό της αγκαλιά.
Λοιπόν; επιτέλους θα το ρωτήσει, αν και είχε ορκιστεί να περιμένει τον τελικό λόγο από αυτή που την πήγε (σχεδόν σπρώχνοντας) ως εδώ.
Η γιαγιά θα ρίξει μια ματιά, θα φουρκιστεί, θα της πάρει το μωρό, θα του σκουπίσει τη μυτούλα και, πιάνοντάς τον τρυφερά, θα γυρίσει στη μικρή της:
Μπράβο! Και όμορφα κάδρα, και δουλειά που φαίνεται! Αλλά καίς αρκετά χρώματα! Και να καθαρίσεις επιτέλους το εργαστήρι! Πήγα πρωί, είναι ένα χάος! Γιάννη! πηγαίνει στον νεαρό με τα γυαλιά. Εσύ τι κάνεις;
Τί δεν σ αρέσει, κυρία Γεωργία;
Κοίτα τις σακούλες στα μάτια της! Ούτε κοιμάται! Λοιπόν, κρατώ εγώ σήμερα τον Σίμο! Εσείς να κοιμηθείτε καλά! Μετά το Σαββατοκύριακο, ελάτε πάλι! Κατανοητό; Πάμε, μικρέ;
Περνώντας δίπλα στην Κατερίνα, η γιαγιά θα σταθεί λίγο, θα της χαϊδέψει το μάγουλο και θα της ψιθυρίσει:
Η μαμά σου θα ήταν πολύ περήφανη για σένα, κορίτσι μου! Κι εγώ επίσης! Το ξέρεις; Αυτό να θυμάσαι. Είσαι το μηλαράκι μου…
Σήμερα, όσο μεγαλώνω κι εγώ, μαθαίνω κάτι: ούτε η πιο ισχυρή βιασύνη μας, ούτε οι πιο δυνατές φωνές, δεν αλλάζουν την πορεία της ζωής. Το σημαντικό είναι να μην προδώσεις αυτό που είσαι. Να ακούς την καρδιά και, κυρίως, να συγχωρείς. Γιατί, στο τέλος, αυτό μένει. Να νιώθεις περήφανος όχι για τα δικά σου ονόματα ή μάρκες, αλλά για το είναι σου. Κι αυτό, το έμαθα με κόπο και αγάπη από τις γυναίκες της ζωής μου.





